Υπάρχει η αίσθηση στην κοινωνία ότι η κυβέρνηση αυτή, εκτός από την ανικανότητα της σε διαχειριστικό επίπεδο, βουλιάζει και σε μια ηθική σήψη. Δεν ήταν αναγκαίο αυτό το τελευταίο για να δυναμώσει το αίτημα των πολιτών για αλλαγή στο τιμόνι της χώρας. Για τη διατύπωση ενός τέτοιου αιτήματος είναι ήδη αρκετή η αδυναμία που δείχνει η κυβέρνηση να ανταποκριθεί στους στόχους που εκείνη έθεσε όταν εξελέγη.


Υποσχέθηκε τεχνοκρατική αριστεία και φροντίδα για τη μεσαία τάξη. Στην πραγματικότητα, όμως, βούλιαξε μέσα στη μετριότητα και την ανικανότητα. Για τους μεσαίους και μικρομεσαίους, δε, επεφύλαξε τις ρυθμίσεις Πισσαρίδη που φυσικά δεν αναφέρθηκαν ποτέ κατά την προεκλογική περίοδο. Με αυτές τις επιλογές, έθεσε, με πολιτικούς όρους, τα θεμέλια για να απαξιωθεί και να απαιτηθεί η απομάκρυνσή της. Όμως ηθική καταβύθισή της, που παρατηρείται τελευταία, είναι κάτι άλλο.

Είναι το κερασάκι στην τούρτα, θα ήταν μια πρώτη και εύκολη διαπίστωση έναντι της οποίας, απ’ ό,τι φαίνεται επειδή τους ήταν γνωστή από καιρό, επιχειρούσαν επί μακρόν να χτίσουν το αφήγημα του ηθικού «μειονεκτήματος» της Αριστεράς. Μόνο που όλα όσα συμβαίνουν πλέον, δεν αφορούν μόνο την Αριστερά και την ηθική, αλλά αφορούν τα κριτήρια με βάση τα οποία αποφασίζουν για τη ζωή μας.

Η ερώτηση, για παράδειγμα, των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ θέτει με επίσημο τρόπο τα ερωτήματα που βοούν στην κοινωνία. Γιατί ο Φουρθιώτης ήταν ευνοούμενος του Μαξίμου; Γιατί χρηματοδοτήθηκε (ή έγινε απόπειρα χρηματοδότησής του); Γιατί προστατεύτηκε και από ποιον; Αυτά και άλλα γιατί καταγράφονται από τον μη δεσμευμένο Τύπο, τα κοινωνικά δίκτυα και τους πολίτες. Και -φυσικά- μόνο από αυτούς.

Οι απαντήσεις του Μαξίμου αντί να πείθουν, υπενθυμίζουν ότι κι εδώ, στην περίπτωση Φουρθιώτη, έχουμε να κάνουμε με επικοινωνιακή τακτική τύπου Λιγνάδη. Αφού πιάστηκαν «με τη γίδα στην πλάτη», όπως λέμε, έπειτα διέψευσαν και στο τέλος αναζήτησαν εξιλαστήρια θύματα υπουργούς, ως ανάχωμα για να μην πληγεί η πρωθυπουργική αριστεία και ηθική. Μόνο που το επικοινωνιακό τους επιτελείο δεν σκέφτηκε πως βασική αρετή και κύριο καθήκον ενός πρωθυπουργού είναι, τουλάχιστον, η σωστή επιλογή συνεργατών.

Η σχέση όλων αυτών όμως με το Μαξίμου, έμμεσα ή άμεσα έχει γίνει πολλαπλά φανερή και αλαζονικά απροκάλυπτη. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο Φουρθιώτης εξασφάλισε χρήματα από τη λίστα Πέτσα για ανύπαρκτες ιστοσελίδες, ότι είχε δυσανάλογα μεγάλη αστυνομική φρουρά, ότι κάποιος του έδωσε το δικαίωμα να εισβάλει σε υπουργικά γραφεία. Το ότι η χρηματοδότηση σταμάτησε εξαιτίας της κοινωνικής κατακραυγής, ότι η αστυνομική φρουρά περικόπηκε δεν σβήνει το γεγονός ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις είχαν ληφθεί και εκτελεστεί.

Το ανατριχιαστικό γεγονός ότι ένας άνθρωπος σαν τον Φουρθιώτη συναλλάσσεται με την κυβέρνηση, ότι υποχρεώνει έναν πρώην υπουργό να αφηγείται το περιστατικό της εισόδου του στο υπουργικό γραφείο, αλλά και η εξαπάτηση των αστυνομικών αρχών για την ενίσχυση της συνοδείας του, δεν παραγράφει το γεγονός ότι η αμετροέπεια και το θράσος Φουρθιώτη έλκεται από ισχυρότερα πρόσωπα από τον πρώην υπουργό Εργασίας ή τον αρχηγό της αστυνομίας.

Η επιστολή, δε, της συνεργάτιδας του Φουρθιώτη και εκδότριας μιας νέας εφημερίδας, προς τον πρωθυπουργό και την ηγεσία της αστυνομίας, αποτελούν ακριβώς την απόδειξη των παραπάνω. Στην επιστολή της, αφού τους υπενθυμίζει πόσο υποτακτικός δημοσιογραφικά υπήρξε ο Φουρθιώτης, ρωτάει: «εκείνος κάνει ό,τι τού ζητάτε, γιατί δεν τον προστατεύετε ως το τέλος;» Τα ίδια πάνω κάτω, είχαν συμβεί και με τον Λιγνάδη. Είχε οριστεί από τον πρωθυπουργό να διευθύνει το Εθνικό Θέατρο, ο οποίος παρακολούθησε πρόβες του -κατά παράβαση του θεατρικού πρωτοκόλλου- και μετά, πήγε και με στρατιωτικό αεροσκάφος από την Αντίπαρο στην Επίδαυρο για να τον δει.

Τι τιμή και τι χαρά και για τους δυο! Μέχρι που σκοτείνιασε ο ουρανός και η παράσταση της επιτελικής αριστείας έριξε αυλαία στα παράθυρα του Μαξίμου, αφήνοντας τον Λιγνάδη στη φυλακή. Όλα αυτά όμως δεν έχουν μόνο οσμή σκανδάλου. Ο πρώην στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού Ν. Γεωργιάδης διέφυγε των κατηγοριών για ασέλγεια λόγω διπλωματικής ιδιότητας και παραγραφής. Για τον Δημήτρη Λιγνάδη, το φορτίο το σήκωσε η «εξαπατημένη» (από ποιον άραγε;) Λίνα Μενδώνη. Για τον Μένιο Φουρθιώτη, ο Πέτσας, μετά ο Βρούτσης και τώρα ο Χρυσοχοΐδης. Οι επαναλαμβανόμενες συμπτώσεις παύουν να είναι συμπτώσεις. Όσες δηλώσεις άγνοιας και αν υπογράψει ο πρωθυπουργός. Και αν δεν είναι σύμπτωση οι κακές «φιλικές» του επιλογές, τότε οπωσδήποτε κάνει κακές «πολιτικές» επιλογές. Πράγμα που τον καθιστά όχι μόνο επικίνδυνο αλλά κυρίως ευάλωτο πολιτικά.

Εύη Καρακώστα Η Εύη Καρακώστα είναι πρώην βουλεύτρια Β' Πειραιά του ΣΥΡΙΖΑ και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet