Θα ήταν για γέλια αν δεν ήταν απλώς εξοργιστικό. Η πολιτική ζωή της χώρας ενεή μπροστά στις αποκαλύψεις μιας τηλεοπτικής περσόνας η ενασχόληση με την οποία μόνο ως ανέκδοτο θα μπορούσε να εκληφθεί. Μάνατζερ στάρλετ, κατηγορούμενος για υπεξαίρεση, πρώην τηλεπωλητής, καταφέρνει (πώς, άραγε;) όχι μόνο να απολαμβάνει αστυνομικής προστασίας, όχι μόνο να ενισχύεται από τη «λίστα Πέτσα», αλλά να «απειλεί» υπουργούς και να εισπράττει σκανδαλωδώς δημόσιο χρήμα ύψους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ.

 

Τα γεγονότα είναι πια γνωστά, τα ερωτήματα προς την κυβέρνηση παραμένουν –με το Μέγαρο Μαξίμου να επιδεικνύει μια εκκωφαντική σιωπή μπροστά στα όσα κατήγγειλε στο documento ο πρώην υπουργός Εργασίας και νυν κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Γιάννης Βρούτσης– και την κοινή γνώμη έκπληκτη να προσπαθεί να συλλάβει το μέγεθος της διαπλοκής μεταξύ του «συστήματος Φουρθιώτη» και της κυβέρνησης της ΝΔ.

Η υπόθεση αυτή έχει ωστόσο και μια πλευρά η οποία ουδόλως έχει φωτιστεί, ή εν πάσει περιπτώσει έχει απασχολήσει ελάχιστα. Ο εν λόγω κύριος, φορώντας τον δημοσιογραφικό μανδύα και χρησιμοποιώντας πλαστή ταυτότητα της ΕΣΗΕΑ, διατηρεί τηλεοπτική πολιτική(!) εκπομπή απ’ όπου έχουν παρελάσει, και μάλιστα διακομματικά, ουκ ολίγοι/ες εκπρόσωποι του πολιτικού κόσμου της χώρας. Αν ανατρέξει κανείς στο αρχείο των εκπομπών αυτών, θα διαπιστώσει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν –από τη σκοπιά του ειδικού πολιτικού βάρους των καλεσμένων– από εκπομπές με χιλιόμετρα δημοσιογραφικής διαδρομής.

Κι εδώ ανακύπτουν κάποια ερωτήματα:

  • Τι είναι αυτό που ωθεί έναν/μια πολιτικό εγνωσμένης αναγνωρισιμότητας να μην αρνείται το όποιο τηλεοπτικό βήμα του προταθεί;
  • (Οφείλουν να) υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» στη διαχείριση της προσωπικής εικόνας ενός δημόσιου προσώπου;
  • Αγιάζει, τελικά, ο σκοπός τα μέσα ή η άκριτη αποδοχή της όποιας τηλεοπτικής, κυρίως, πρόσκλησης μπορεί και να οδηγήσει στα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα;

Για να απαντηθούν τα συγκεκριμένα ερωτήματα θα πρέπει πρωτίστως να αποσαφηνιστεί η αφετηριακή λογική αποδοχής μιας τέτοιας πρόσκλησης. Ποιος είναι ο στόχος; Η επικοινωνία και διάχυση του μηνύματος σε όσο το δυνατόν ευρύτερο ακροατήριο ή η ενίσχυση της εικόνας και η προβολή του προσώπου-φορέα αυτού του μηνύματος; Όποια ωστόσο και αν είναι η απάντηση, δεν μπορεί να πιστεύει κανείς πως το τελικό αποτέλεσμα μένει ανεπηρέαστο από το στίγμα του συγκεκριμένου οικοδεσπότη. Πώς λοιπόν μια τέτοια τηλεοπτική φιγούρα μπορεί να εξυπηρετήσει το όποιο αφήγημα; Η φήμη που την συνοδεύει δεν θα έπρεπε να λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την αναγωγή της σε ισότιμο συνομιλητή;

Χωρίς καμία απολύτως ελιτίστικη διάθεση αλλά για λόγους αφενός στοιχειώδους αυτοπροστασίας –ως προς τη συν-έκθεση με πρόσωπα που έχουν απασχολήσει με συγκεκριμένο, άκρως προβληματικό, τρόπο την επικαιρότητα– αφετέρου εμφανούς ανάδειξης των διαφορετικών αξιακών φορτίων, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν δεύτερες σκέψεις πριν την όποια θετική απάντηση στο όποιο αίτημα για συνέντευξη; Ποια λογική υπαγορεύει τη χρήση ενός «αγωγού» με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά; Και γιατί, έστω και ακούσια, διευκολύνεις το κοινό να σε βάλει στο ίδιο κάδρο με κάποιον, ο βίος και η πολιτεία του οποίου απέχουν έτη φωτός από αυτό που εσύ πρεσβεύεις;

Εκτιμάται πως η όραση είναι προνομιακή αίσθηση. Θεωρείται η πιο αποδοτική από τις πέντε αισθήσεις, αποδοτική ως προς την έννοια της σύνδεσης με την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Με αυτή λοιπόν τη λογική, η εικόνα ερωτώντα - ερωτώμενου στο ίδιο τραπέζι, αρκεί για να περάσει στο υποσυνείδητο η έννοια των ισότιμων συνομιλητών. Σε μια συνέντευξή του, ο αμερικανός συγγραφέας, εκπαιδευτικός και θεωρητικός των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Νιλ Πόστμαν έλεγε κάτι που ισχύει για όλη τη δημόσια λειτουργία της εικόνας: πως «η τηλεόραση δεν ενδιαφέρεται για την άποψη, νοιάζεται μόνο για το οπτικό νεύρο. Και συνακόλουθα, ενδιαφέρεται μόνο για τις περιοχές εκείνες του εγκεφάλου που ρυθμίζουν το θυμικό. Ο τελικός της στόχος είναι η διαμόρφωση αυτοματισμών και στερεοτύπων που θα επιτρέψουν στον τηλεθεατή να γίνει καλός καταναλωτής προϊόντων, θεάματος, πολιτικής κ.λπ.».

Αν λοιπόν θεωρηθεί ακριβής η συγκεκριμένη θεώρηση, ποιο είναι το παραγόμενο προϊόν πολιτικής που απορρέει από μια συνάντηση με τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν; Και σε ποια κατεύθυνση στρέφεται –μέσω μιας τέτοιας εικόνας– το τηλεοπτικό κοινό αν όχι σε αυτή της απαξίωσης ή της αποστροφής προς ό,τι συνδέεται με πολιτική λειτουργία; Ο κίνδυνος να κυριαρχήσει η επικίνδυνη ισοπεδωτική λογική του «όλοι ίδιοι είναι», ενισχύεται –ναι ή όχι; – από την άκριτη αποδοχή συμμετοχής σε «πολιτικές» εκπομπές το τηλεοπτικό προϊόν των οποίων –με δεδομένο το ποιόν βασικών συντελεστών τους– είναι εκ προοιμίου προβληματικό; Κι όσο κι αν η αναγνωρισιμότητα, μέσω της τηλεοπτικής προβολής, τείνει να καταστεί πρωταρχικό προσόν και κριτήριο στην εκλογή και επανεκλογή βουλευτών, ο (και) παιδευτικός/διαπαιδαγωγητικός ρόλος που οφείλει να έχει η Αριστερά, προϋποθέτει συμπεριφορές και «φίλτρα» που πολλές φορές έρχονται σε ρήξη με τις κυρίαρχες τηλεοπτικές νόρμες.

Η επιλεκτικότητα δεν είναι δείγμα ελιτισμού αλλά συνέπειας. Και η προνοητικότητα και η αποφυγή παγίδων, δείγμα ωριμότητας και πολιτικής υπευθυνότητας. Και ναι μεν η υπόθεση Φουρθιώτη είναι μια ακραία περίπτωση, με αφορμή όμως αυτή (ξανα)μπαίνει στο τραπέζι το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται ο πολιτικός διάλογος, το πώς η τηλεοπτική πραγματικότητα τείνει να αντικαταστήσει τη ζώσα πολιτική, το γιατί εκπρόσωποι όλου του πολιτικού φάσματος (μηδέ της Αριστεράς εξαιρουμένης) αρκούνται –και ανέχονται– να γίνονται «ντεκόρ» στην παράσταση του κάθε παρουσιαστή μόνο και μόνο για να συμμετέχουν σε εκπομπές υψηλής τηλεθέασης. Αλλά αυτό είναι θέμα ενός ξεχωριστού άρθρου.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet