Η αυξανόμενη απογοήτευση απειλεί την κοινωνική συνοχή, που διαρκώς υποχωρεί και, μαζί της, η εμπιστοσύνη στον συνάνθρωπο. Ιδιαίτερα ανησυχητικές διαστάσεις προσλαμβάνει το φαινόμενο στις ηλικίες κάτω των 30 ετών, που βλέπουν το μέλλον τους να διαγράφεται δυσοίωνο. Το ποσοστό των νεαρών ατόμων που διακατέχονται από παρόμοια συναισθήματα εκτινάχτηκε από 38% την προηγούμενη άνοιξη σε 75% δέκα μήνες αργότερα. Ανάλογη αύξηση παρατηρείται στη συχνότητα εμφάνισης συμπτωμάτων κατάθλιψης: μέσα σε λίγους μήνες η αίσθηση απομόνωσης έχει ανέβει από το 46% στο 71%. Οι δείκτες κοινωνικής συνοχής και, κατ’ επέκταση, της εμπιστοσύνης των πολιτών στην πολιτική –καθησυχαστικοί μέχρι περίπου τα μέσα του έτους, όταν επικρατούσε ακόμη η λυτρωτική αίσθηση ότι «όλοι μαζί αφήσαμε πίσω μας τα χειρότερα»– υποχωρούν αυξητικά στο δεύτερο λοκντάουν, κυρίως στους νέους και στους οικονομικά ασθενέστερους. Η απογοήτευση και η δυσαρέσκεια άρχισαν να μεγαλώνουν από το φθινόπωρο, με το χάσμα ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες να διευρύνεται έκτοτε. Η κατάσταση γίνεται κρίσιμη. Η κοινωνία βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Αν δεν διασφαλιστούν οικονομικά όσοι κινδυνεύουν, υπάρχει απειλή κοινωνικού διχασμού χωρίς προηγούμενο.

Στα παραπάνω συνοψίζονται οι ανησυχητικές διαπιστώσεις μιας μελέτης για τη Γερμανία από δύο ερευνητικά κέντρα της χώρας, το Ίδρυμα Bertelsmann και το Ινστιτούτο Infas.[1] Παραλήπτης του μηνύματος, η γερμανική κυβέρνηση.

 

Κρίση και κοινωνική συνοχή

 

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον για εμάς είναι ότι ουσιαστικά περιγράφουν καταστάσεις που παραπέμπουν άμεσα στην Ελλάδα, η οποία έχει εισέλθει σε ανάλογη τροχιά κρίσης πριν ακόμη το ξέσπασμα της πανδημίας, αλλά οπωσδήποτε με μεγαλύτερη ένταση μετά από αυτό. Μιας κρίσης που απειλεί να διαρρήξει την κοινωνική συνοχή σαρώνοντας όλες τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της: τη δημόσια υγεία, την οικονομία, την κοινωνική μέριμνα, την εμπιστοσύνη στην πολιτική. Διαφέρει μόνο ο παραλήπτης – η ελληνική κυβέρνηση, εν προκειμένω.

Αλλά η ελληνική κυβέρνηση δεν κόπτεται ιδιαιτέρως για την κοινωνική συνοχή. Το αντίθετο. Η πολιτική την οποία υπηρετεί, πολιτική ωμής ταξικής μεροληψίας, συγκρούεται με όλες τις προϋποθέσεις της κοινωνικής συναίνεσης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιλέξει το διχασμό και στο διχασμό θα καταφεύγει τόσο συχνότερα όσο περισσότερο θα πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι έχει ήδη λάβει την οδό την άγουσα στη μη αναστρέψιμη φθορά της.

 

Εγώ κυβερνώ, εσείς ευθύνεστε

 

Ο πρωθυπουργός γνωρίζει ότι η κυβέρνησή του σε αυτό το σημείο καμπής βρίσκεται. Και έχει επιλέξει –με την προσδοκία της καταλληλότερης ευκαιρίας για εκλογές– να κινηθεί στο δίπολο: παρόξυνση της πολιτικής αντιπαλότητας και προβολή μιας υπεραισιόδοξης εικόνας για το μέλλον της οικονομίας.

Αλλά επειδή επίσης γνωρίζει το αυξανόμενο έλλειμμα εμπιστοσύνης που θα τον ακολουθεί στο εξής –μετά και το πολύμηνο και παταγωδώς αποτυχημένο λοκντάουν, που και θεσμικά χρεώνεται στον ίδιο προσωπικά– θα καταφεύγει όλο και πιο συχνά στη συνταγή που ακολουθεί από την αρχή της πρωθυπουργικής του θητείας με τη βοήθεια του μιντιακού ολιγοπωλίου το οποίο έχει εγκαταστήσει: απεμπόληση της ευθύνης και μετάθεσή της στους πολίτες, αφενός, και υπερπροβολής του ηγετικού του προφίλ, αφετέρου. Παραλήπτης, τα πιο ευάλωτα στην αυτοενοχοποίηση και στην προπαγάνδα τμήματα του εκλογικού σώματος.

Στην ομιλία του στο διαδικτυακό συνέδριο της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας, την περασμένη Τρίτη, επικαλέστηκε την ευθύνη των άλλων, την πολύπαθη «ατομική ευθύνη», για να απεμπολήσει τις ευθύνες της κυβέρνησής του και του ίδιου προσωπικά για τις παλινωδίες με το άνοιξε-κλείσε της οικονομίας, που οδήγησαν τη χώρα σε ένα ατέρμονο λοκντάουν. Η υπόθεση, είπε, της υγείας και της οικονομίας βρίσκεται στα χέρια της κοινωνίας. Το επόμενο βήμα θα ήταν να παραδώσει στην κοινωνία τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων συνολικά. Δεν το έκανε, για ευνόητους λόγους.

 

Οι «φυσικές» ανισότητες

 

Προ μηνών, με αφορμή την πρωθυπουργική ποδηλατάδα στην Πάρνηθα, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, σε ομιλία του στη Βουλή, καταλόγισε στον κ. Μητσοτάκη μια «αυτοκρατορικού τύπου αλαζονεία», που εύστοχα, όπως είπε, αποδόθηκε με τον όρο «λουδοβικισμός».

Δεν ήταν ο πρώτος. Είχαν προηγηθεί άλλοι, πολύ νωρίτερα –μερικοί μάλιστα εξ αυτών προερχόμενοι από την παράταξή του– ορμώμενοι από μια αποστροφή του λόγου του, ως αρχηγού, τότε, της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στη ΔΕΘ το Σεπτέμβριο του 2017. «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση», είχε πει ο κ. Μητσοτάκης. Του υπενθύμισαν ότι ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄, ο οποίος, ως εγωπαθής αποκομμένος από το κοινωνικό γίγνεσθαι, έπασχε από ελλιπή κοινωνικά και πολιτικά αντανακλαστικά, είχε διατυπώσει παρόμοιους αφορισμούς στην απολογία του ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης της επαναστατημένης Γαλλίας. Παρέλειψαν –ορθώς, λόγω επαρκούς αίσθησης του μέτρου– να θυμίσουν ότι, μετά από αυτό, ο αλαζών Λουδοβίκος έλαβε την οδό την άγουσα στο ικρίωμα.

Κατ’ άλλους, πάντως, ο κ. πρωθυπουργός πιο πολύ προς Μαρία Αντουανέτα φέρνει παρά προς Λουδοβίκο. Περισσότερο υπερφίαλη και αποκομμένη από την πεζή πραγματικότητα των πληβείων εκείνη, όταν πληροφορήθηκε ότι ο εξεγερμένος λαός του Παρισιού ζητούσε ψωμί είχε εκστομίσει την περίφημη φράση-επιτομή της αλαζονείας: «Δώστε τους, λοιπόν, παντεσπάνι!». Νομίζουμε περιττεύει –λόγω επαρκούς αίσθησης του μέτρου– η υπενθύμιση της τύχης που επιφύλαξαν στη Μαρία Αντουανέτα οι επαναστατημένοι αστοί της Γαλλίας του 1789.

 

Σημείωση

1. Βλ. efsyn.gr, Τρίτη 6 Απρ. 2021: «Ανησυχητική μελέτη για την κοινωνική συνοχή λόγω πανδημίας στη Γερμανία».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet