Βαγγέλης Ραπτόπουλος «Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί», εκδόσεις Κέδρος 2021

 

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος έχει γράψει περί τα 25 βιβλία. Κάνει αυτό που λέει ο αγαπημένος του Ηράκλειτος γι’ αυτούς που ψάχνουν για χρυσάφι: «Όσοι ψάχνουν για χρυσάφι, σκάβουν πολλή γη και βρίσκουν λίγο». Ο Ραπτόπουλος συμπληρώνει: «Έψαχνα όλη μου τη ζωή, και ακόμη ψάχνω, για λογοτεχνικό χρυσάφι (και για χρυσάφι γενικά στην καθημερινότητά μου), κι έσκαψα όντως πολλή γη και βρήκα λίγο, αλλά αυτό το λίγο μου φαίνεται από πολλές απόψεις πολύ, νιώθω ευγνώμων και τρισευτυχισμένος και περιχαρής, και δεν επιθυμώ κι άλλο».

Δεν επιθυμεί λοιπόν άλλο, εντούτοις συνεχίζει να ψάχνει. Γιατί; Το εξηγεί σε άλλο σημείο του νέου, φρεσκοτυπωμένου του βιβλίου, όπου μιλάει για την αγάπη του για τον κινηματογράφο και τη μουσική. Ενώ επί πολύ ώρα μιλάει κυρίως για τον κινηματογράφο, ξαφνικά λέει: «Ταινίες και μουσική ηλεκτρίζουν την ψυχή μου. Μόνο τις λέξεις αγαπάω πιο πολύ, τόσο αβίαστα, σαν να μην πρόκειται περί επιλογής μου. Όπως μου αρέσει να αυταπατώμαι, μάλλον οι λέξεις με έχουν επιλέξει».

Το νέο του βιβλίο λέγεται «Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί». Πρόκειται για μικρά, αυτονομημένα κεφάλαια που μπορούν, βέβαια, να διαβαστούν χωριστά και αποσπασματικά, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν θα είχε πολύ νόημα. Είναι απόπειρα αυτοβιογραφίας, είναι «επιλεκτική αυτοβιογραφία», όπως ο ίδιος λέει, στην οποία παρουσιάζει -θεωρητικά, τουλάχιστον- μόνο τις θετικές όψεις της ζωής του, όπου όμως έχει αποφασίσει ότι θα λέει την αλήθεια. Ωστόσο, επειδή ο Κούντερα γράφει κάπου ότι ο άνθρωπος που λέει την ωμή αλήθεια δεν είναι παρά ένα τέρας, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος αποφασίζει ότι για να αποφύγει αυτό το σκόπελο, θα λέει μεν εξ ορισμού την αλήθεια σε όλα όσα αναφέρει, θα παραλείπει όμως όσα θα τον έκαναν να φανεί τέρας.

 

Εγγενές στοιχείο του λόγου, το ψεύδος

 

Μια και περί αλήθειας ο λόγος, σε ένα από τα ωραιότερα, ίσως, κεφάλαια του βιβλίου με τίτλο «Τα ψέματα του σώματος», ο Ραπτόπουλος λέει ότι, ενώ εγγενές στοιχείο του λόγου είναι το ψεύδος, αντίθετα, το σώμα μιλάει εκ φύσεως τη γλώσσα της αλήθειας. Και ότι αν στις μέρες μας κυριαρχούν τα κούφια λόγια και τα ψέματα, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι ακόμη και το σώμα κοντεύει να μάθει να λέει ψέματα και γι’ αυτό νοσεί ανεπανόρθωτα. Υποφέρει φιμωμένο, εμπορευματοποιημένο, εκπορνευμένο και γυμνό, παραμορφωμένο, απομυθοποιημένο και απομαγευμένο. «Σταυρώνεται σαν τον Χριστό». Στο κείμενο αυτό συμπληρώνει: «Στις αρχές της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, πίστεψα ότι φτάναμε στο σημείο όπου τα λόγια άρχιζαν επιτέλους να φλερτάρουν με την αλήθεια. Όμως διαψεύστηκα. Τα λόγια όντως φλέρταραν με την αλήθεια για ένα διάστημα. Και μετά, η αιχμή της ψυχικής ανάτασης έπαψε να σημαδεύει τον ουρανό και διέγραψε μια ωραιότατη καμπύλη, επιτρέποντας στους κομφορμιστές και στα ψέματά τους να κυριαρχήσουν ξανά».

Αλλού θα πει ότι «η αλήθεια είναι πάντα απλή», ενώ στην αρχή του βιβλίου, μια άλλη του φράση –«Δεν υπάρχει πιο ιδιότροπο πράγμα από την αλήθεια. Αυτή είναι η ουσία.»– ίσως να είναι η πιο αληθινή απ’ όλες, ακόμα και για το βιβλίο που έγραψε.

Η αλήθεια πάντως είναι ότι όλο του το βιβλίο είναι μια αθέατη πάλη με την ειλικρίνεια και τη δικαιοσύνη. Την ειλικρίνεια ως προσωπική αλήθεια, ως καταστάλαγμα γραφής, ως αγώνας με το βαθύτερο εαυτό. Τη δικαιοσύνη στη μεταχείριση του Άλλου (του όποιου Άλλου) από την πλευρά του, είτε ως πολίτη, είτε ως συγγραφέα, αλλά και στην αντιμετώπιση του εαυτού του (από τον ίδιο).

 

Και κάποια πιπεράτα στοιχεία

 

Στο βιβλίο θα βρει κανείς κείμενα για το πώς ο Ραπτόπουλος έγινε αναγνώστης, για το πώς έγινε συγγραφέας. Ποια ήταν τα πρωταρχικά ερεθίσματα. Για τις γκρίζες ζώνες –όχι του Αιγαίου αλλά– της ανομίας, της ατιμωρησίας, της διαφθοράς, της γραφειοκρατικής αγκύλωσης, που ίσως και να λειτουργούν ως ασφαλιστικές δικλείδες, ως μέσα αποσυμπίεσης μιας δύσκολης επιβίωσης. Αλλά και για το Αιγαίο, το δικό του Αιγαίο που είναι διαφορετικό από του Ελύτη. Για τα ανέκδοτα και για τους αγέλαστους (που είναι ανίκητοι, σαν τους βλάκες). Για την εποχή μας που αποθεώνει τον ρεαλιστή, τον αντιρομαντικό τύπο. Και όπου το πρόβλημα είναι «πώς θα αναδιοργανώσουμε, ανανεώσουμε, αναδημιουργήσουμε, αναγεννήσουμε, εμψυχώσουμε τον ρομαντικό εαυτό μας, πέραν της βαλκάνιας εκδοχής του».

Μιλάει επίσης για το «πορνογραφικό» κομμάτι πολλών βιβλίων του. Και αναλογίζεται «πόσο τραγικά οπισθοδρομική και συντηρητική αποδεικνύεται, για άλλη μια φορά, η εν μέρει εξαίσια και εν μέρει απαίσια μικροαστική πατρίδα μας», με αφορμή το γεγονός ότι «δεν εμφανίστηκε σχεδόν κανείς άλλος συνάδελφός που να εκφράζει τον “θρίαμβο της πορνογραφίας” και τον άφησαν, όπως λέει, ολομόναχο να αλωνίζει. Δεν λείπουν και κάποια πιπεράτα στοιχεία. Για την ίδια του την οικογένεια και τις εσωτερικές της συγκρούσεις, αλλά και για άλλους (σε μια παρένθεση αναφέρεται στο πώς έμαθε, αργά, ότι στο παρελθόν Χατζιδάκις και Κουμανταρέας είχαν υπάρξει εραστές). Μιλάει και για τους πολύ κοντινούς του συγγραφείς, τους μέντορές του και τους φίλους του, που κάποιοι έχουν φύγει από τη ζωή.

 

Σπάει τους κώδικες αναζητώντας την αμεσότητα

 

Στα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, συχνά αναρωτιέται κανείς κατά πόσο ο απλός, σχεδόν προφορικός του λόγος είναι επιτηδευμένος ή όχι. Η απάντηση σε αυτό δεν είναι εύκολη. Εκείνο όμως που μπορεί κανείς να πει, με σχετική βεβαιότητα πια, είναι ότι έχει επίτηδες επιλέξει, και το κάνει όλο και πιο πολύ, να σπάει τους κώδικες αναζητώντας την πλήρη αμεσότητα. Αν το έκανε άλλοτε με την «πορνογραφική» του θεματική, ή τη θεματική της λεγόμενης «ποπ κουλτούρας», τώρα το κάνει με την αποδόμηση της μορφής. Δεν ενδιαφέρεται καν, στα κείμενα αυτού του τύπου που φλερτάρουν ταυτόχρονα με το διήγημα, το χρονογράφημα, το ημερολόγιο και την αυτοβιογραφία, να έχει μια ανατροπή, ένα παράδοξο ή αιφνιδιαστικό κλείσιμο. Οδηγείται σταδιακά σε μια όλο και πιο μεγάλη απογύμνωση του λογοτεχνικού λόγου, προγραμματική θα έλεγε κανείς, όπου το σημαντικό είναι η απλότητα. Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν προετοιμάζονται για να ειπωθούν, δεν λέγονται για να εκπλήξουν τον αναγνώστη. Αντίθετα αναφέρονται σχεδόν en passant, μέσα σε παρενθέσεις, ανάμεσα σε κόμματα, στο ενδιάμεσο «κεντρικότερων» αφηγήσεων, έτσι ώστε να μη βαρύνουν τον αναγνώστη, να γίνουν αβίαστα και «ανεπαισθήτως» –για να θυμηθούμε και τον Καβάφη που ο Ραπτόπουλος μνημονεύει συχνά– κτήμα του, μέρος της καθημερινότητάς του και όχι μιας κάποιας ψυχικά αφόρητης υπερπροσπάθειας. Αυτή είναι η μεγάλη κατάκτηση και η μεγάλη επιτυχία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Αυτό είναι το «λίγο» του χρυσάφι.

Μανώλης Πιμπλής Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet