To Νοέμβριο του 2016, λίγο πριν παραδώσει την προεδρία στον Ντόναλντ Τραμπ ο Μπαράκ Ομπάμα είχε φροντίσει να επισκεφτεί το Βερολίνο και να χρίσει δημοσίως την Ανγκέλα Μέρκελ ως ηγέτιδα του «Ελεύθερου Δυτικού Κόσμου» και θεματοφύλακα των αξιών του. Η ίδια είχε αποφύγει να σχολιάσει, αλλά η κίνηση του τότε αμερικανού προέδρου είχε προκαλέσει σειρά σχολίων και αναλύσεων. Και σίγουρα είχε συμβάλει στην απόφαση της καγκελαρίου να θέσει υποψηφιότητα για τέταρτη συνεχόμενη φορά στις εκλογές του 2017.

Σήμερα, ο Τραμπ έχει παραχωρήσει τη θέση του σε ένα πολιτικό, που διεκδικεί πάλι το ρόλο του «πλανητάρχη» και η Ανγκέλα Μέρκελ ετοιμάζεται να παραχωρήσει τη δική της θέση στην καγκελαρία σε κάποιον πολιτικό, που η ίδια ελπίζει ότι θα είναι του κόμματός της, αλλά και του περιβάλλοντός της. Στο μεταξύ έχει ξεσπάσει εμφύλιος στην κεντροδεξιά για το ποιός θα μπορούσε να είναι αυτός.

Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Άρμιν Λάσετ είναι η δική της προτίμηση απέναντι στο Βαυαρό Μάρκους Ζέντερ και φιλοδοξεί ότι όπως τον επέβαλε στην ηγεσία του κόμματος, έτσι θα μπορέσει να τον χρίσει τελικά επικεφαλής του ψηφοδελτίου των Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών. Κάτι που ουδόλως δεν μπορεί να του εγγυηθεί μια εκλογική νίκη, όχι μόνο γιατί ο Λάσετ δεν διαθέτει κανένα εξαιρετικό χάρισμα, αλλά για λόγους που σχετίζονται με τις τεράστιες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό της χώρας τα τελευταία 16 χρόνια. Κι αυτές θα επηρεάσουν και τον Ζέντερ, ο οποίος πάντως είναι σαφέστερα πιο δημοφιλής στην κοινοβουλευτική ομάδα, στην κομματική βάση και στην κοινή γνώμη.

 

Οι πρωτιές έκρυψαν τη συρρίκνωση

 

Η οξύτητα της εσωκομματικής μάχης των τελευταίων ημερών καθρεφτίζει τα προβλήματα της Χριστιανοδημοκρατίας. Στην πρώτη εκλογική νίκη της Μέρκελ, ο κλασσικός γερμανικός δικομματισμός αντιπροσώπευε το 70% του εκλογικού σώματος. Το ποσοστό αυτό άρχισε να πέφτει σταθερά και πιθανότατα θα βρεθεί κάτω από το 50% στις φετινές εκλογές. Εκτός σημαντικού απροόπτου, η Χριστιανοδημοκρατία θα λάβει κάτω από το 30% και αυτό δεν θα οφείλεται στην «έλλειψη» της Μέρκελ. Το 2017, είχε καταγράψει το χειρότερο εκλογικό ποσοστό για το κόμμα της με εξαίρεση τις μεταπολεμικές εκλογές του 1949. Η ίδια σοφά αποφάσισε να μην είναι ξανά υποψήφια, διδαχθείσα από το παράδειγμα του Χέλμουτ Κολ, που επέμεινε να διεκδικήσει για πέμπτη φορά την καγκελαρία και υπέστη μια εξευτελιστική ήττα.

Τι μας λένε όλα αυτά; Ότι ενώ η ηγεσία του κόμματος, αλλά και μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ προσπαθούν τώρα να εστιάσουν στο πρόσωπο του ηγέτη, η φθορά της γερμανικής Κεντροδεξιάς είναι αποτέλεσμα της φθοράς της ως κόμματος συγκεκριμένων καταβολών και αξιών. Βεβαίως μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι ακόμα και η διασφάλιση της πρωτιάς σε τόσο αντίξοες συνθήκες είναι μια επιτυχία, αν δει κανείς την εξαΰλωση χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία ή ακόμα και η Ισπανία όπου το Λαϊκό Κόμμα έχει υποστεί τρομερή καθίζηση.

Ίσως αυτά απασχόλησαν ελάχιστα τη Μέρκελ, η οποία άλλωστε δεν αποτελεί ένα κλασσικό παράδειγμα πολιτικού, που βγήκε από τα σπλάχνα της Χριστιανοδημοκρατίας, αλλά είδε το κόμμα ως όχημα για να επιτύχει στόχους, που δεν έχουν να κάνουν ούτε με προσωπικά «οράματα», ούτε με ιδεολογικές αναφορές. Ο τρόπος με τον οποίο η καγκελάριος αγωνιά να κλείσει διάφορες εκκρεμότητες τους τελευταίους μήνες επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι ο ρόλος της «άτυπης πλανητάρχισσας» τελικά αξιοποιήθηκε, έτσι ώστε το γερμανικό κεφάλαιο να προωθήσει τα συμφέροντά του, εγκλωβίζοντας σε αυτό το πλαίσιο την Ευρώπη.

 

Κίνα, Ρωσία, Τουρκία ως συνεργάτες

 

Τα παραδείγματα είναι πολλά. Στα τέλη του 2020, η Μέρκελ φρόντισε να «δέσει» μια εμπορική συμφωνία με την Κίνα, την οποία αναρίθμητες φορές έχει αποκαλέσει «ανερχόμενη δύναμη» του 21ου αιώνα, γνωρίζοντας ότι η δημιουργία εκεί μιας νέας ανθηρής οικονομικά μεσαίας τάξης εξασφαλίζει απεριόριστες ευκαιρίες για την εξαγωγική γερμανική μηχανή.

Η καγκελάριος φιλοδοξεί επίσης να κλείσει οριστικά το θέμα του αγωγού Nordstream2 πριν από την αποχώρησή της και παρά τις αντιδράσεις όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και αρκετών άλλων Ευρωπαίων, που κατηγορούν το Βερολίνο για μια εγωιστική ενεργειακή πολιτική. Συνολικά στις σχέσεις με τη Ρωσία η πολιτική της Γερμανίας φαίνεται να προτάσσει το εθνικό συμφέρον. Η όποια στήριξη «κυρώσεων» κατά προσώπων δε μπορεί να κρύψει την οικοδόμηση μιας ειδικής σχέσης με τη Μόσχα, κάτι που διαφαίνεται τώρα και στη συζήτηση περί εμβολίων και συνεργασίας για την παραγωγή του SputnikV. Οσο για το θέμα της Τουρκίας είναι προφανές ότι και εδώ επιχειρείται να κλειδώσει το νέο πακέτο οικονομικής στήριξης στην Αγκυρα, στο πλαίσιο του κατευνασμού και της «ανανέωσης» της κοινής δήλωσης του 2016 για το προσφυγικό/μεταναστευτικό.

Σε μια σειρά από μέτωπα λοιπόν είναι ορατή η προσπάθεια να έχουν κλείσει οι εκκρεμότητες πριν τις γερμανικές εκλογές. Η ΕΕ περιορίζεται στο ρόλο του επικυρωτή αποφάσεων του Βερολίνου για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Γι’ αυτό πολλοί χαρακτήρισαν την πρόσφατη σκληρή ρητορική του Ιταλού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι κατά του Ερντογάν απευθυνόμενη εξίσου προς το Βερολίνο όσο και προς την Αγκυρα.

Το ερώτημα αν ο διάδοχος της κυρίας Μέρκελ θα μετατοπίσει αυτές τις προτεραιότητες θα απαντηθεί εν καιρώ. Αυτό ίσως εξαρτηθεί από τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Αλλά το γεγονός ότι οι Πράσινοι έχουν βάλει μπόλικο νερό στο κρασί τους για ζητήματα αιχμής, επειδή ακριβώς θεωρούνται σχεδόν σίγουρο κομμάτι του επόμενου συνασπισμού δείχνει την κατεύθυνση. Το ποιός θα είναι καγκελάριος μπορεί να αποδειχτεί τελικά ανούσιο θέμα «πολιτικής αισθητικής».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet