Απόγευμα Παρασκευής, επί του πιεστηρίου. Οι πρώτες, ισχυρές εντυπώσεις από την πολύκροτη κοινή συνέντευξη Τύπου Τσαβούσογλου - Δένδια  έχουν καταλαγιάσει, αφήνοντας χώρο για νηφάλια προσέγγιση.

Υπάρχουν αυτοί που εξεπλάγησαν από όσα διαμείφθηκαν σε μια συνάντηση που μέχρι προχθές θεωρούταν από πολλούς «συνάντηση χαμηλών προσδοκιών». Υπάρχουν και εκείνοι που –όταν έγινε γνωστό ότι, κατόπιν πρωτοβουλίας της τουρκικής πλευράς, θα  υπήρχε συνάντηση του έλληνα υπουργού Εξωτερικών με τον πρόεδρο Ερντογάν– περίπου προεξοφλούσαν κάτι ανάλογο.

 

Η στάση της Τουρκίας

 

Δεν είναι ακόμη σαφές αν η Άγκυρα συγκαταλέγεται σε αυτούς που εξεπλάγησαν. Με κάθε επιφύλαξη, θα λέγαμε ότι αν αυτό συνέβη, θα πρόκειται μάλλον για αποτέλεσμα  εσφαλμένης εκτίμησης εκ μέρος της Τουρκίας, η οποία, μια μέρα νωρίτερα, απειλούσε δια στόματος Ερντογάν με δυναμική επέμβαση στην Κύπρο, και με τον τούρκο υπουργό Άμυνας να επαναφέρει όλες τις διεκδικήσεις της χώρας του, από το ζήτημα των 10  μιλίων του ελληνικού εναέριου χώρου μέχρι την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, θέτοντας θέμα ακόμη και για το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ελλάδας. Όταν, επιπλέον, δέκα ημέρες πριν την επίσκεψη Δένδια, ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Επικοινωνιών της Προεδρίας της Τουρκίας, Φαχρετίν Αλτούν, με ανάρτησή του στο τουίτερ κατηγόρησε την Ελλάδα ότι «υποθάλπει τρομοκρατικές οργανώσεις που σχεδιάζουν ακόμη και βομβιστικές επιθέσεις εναντίον της Τουρκίας», και κατέληγε στην αυθάδη απειλή: «Είναι ώρα να σταματήσουμε την ατιμωρησία της Ελλάδας!»…

Πρόκειται, σαφώς, για κινήσεις με στόχο να προκαλέσουν την αμήχανη αφωνία της Ελλάδας, υπολογίζοντας στη δυσκολία που θα είχε η ελληνική πλευρά να αιτιολογήσει στους εταίρους της τυχόν ακύρωση της επίσκεψης, γνωστού όντος ότι οι τελευταίοι επιθυμούν διακαώς την αποσυμπίεση της έντασης για μην βρεθούν στη δύσκολη θέση να πρέπει να ανακαλέσουν στην τάξη την Τουρκία, ακόμη και όταν αυτή εκπέμπει το μήνυμα ότι η Αθήνα είναι υποχρεωμένη να προσαρμόζεται στις συνθήκες όπως τις ορίζει η Άγκυρα.  

Η στάση αυτή της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο.  Το έχει καταστήσει σαφές την τελευταία δεκαετία ο Ταγίπ Ερντογάν: η χώρα του να αναγνωριστεί σε περιφερειακή δύναμη γεωπολιτικά, σε αντιστοιχία με τη συμμετοχή της στους G-20, δηλαδή στη λέσχη των οικονομικά ισχυρότερων στον πλανήτη – με την ενθάρρυνση που της προσφέρουν τα οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα των ισχυρών της Ευρώπης. Η επίσκεψη, προσφάτως, στην Άγκυρα της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν,  και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, δεν ήταν τίποτε λιγότερο από μια κίνηση πολιτικής στήριξης του Ερντογάν στη δυσκολότερη ίσως περίοδο της εικοσαετούς εξουσίας του: υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας για την Τουρκία στο οικονομικό και στο γεωπολιτικό πεδίο, προς αποθάρρυνση της αμφισβήτησης του προέδρου της, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας.

Η στήριξη αυτή είναι ένας από τους πολλούς λόγους που ενθαρρύνουν τον Ερντογάν να επεκτείνει τις αναθεωρητικές βλέψεις του σ τη Συνθήκη του Μοντρέ του 1936 για το καθεστώς των Στενών (Δαρδανέλια, Μαρμαράς, Βόσπορος), η οποία, μαζί με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, έδωσε στο νεοσύστατο τουρκικό κράτος διεθνή ρόλο.   Εμφανίζεται ο τούρκος πρόεδρος να διεκδικεί για τη χώρα του τον έλεγχο των Στενών, να χειρίζεται τους κανόνες διέλευσης από το Αιγαίο στον Εύξεινο πολεμικών, και άλλων, σκαφών που δεν ανήκουν σε κάποια παρευξείνια χώρα. Γνωρίζει τα όριά του, που λέγονται Ρωσία. Ξέρει ότι κάτι τέτοια για να συμβεί –αν ποτέ συμβεί σε ένα άδηλο μέλλον– απαιτείται ένα βάθος χρόνων που τον ξεπερνά. Το θέτει, μολαταύτα, ως δήλωση προθέσεων για να δει αντιδράσεις, ως διαπραγματευτικό χαρτί στο διεθνές παιχνίδι ισχύος, αποσύροντάς ή επαναφέροντάς το αναλόγως των συνθηκών – όπως άλλωστε κάνει στην ανατολική Μεσόγειο και ειδικά στο Αιγαίο.

 

Εν γνώσει της Αθήνας;

 

Πράγμα που μας επαναφέρει στα καθ’ ημάς και στο ερώτημα:  Η Αθήνα, και συγκεκριμένα το στενό πρωθυπουργικό περιβάλλον, συγκαταλέγεται σε αυτούς που δεν εξεπλάγησαν από τον τολμηρό διπλωματικό χειρισμό που επεφύλαξε στην ατζέντα Τσαβούσογλου ο Δένδιας;

Λίγο μετά την συνέντευξη Δένδια – Τσαβούσογλου, κυβερνητικές πηγές διέρρευσαν ότι ο υπουργός Εξωτερικών είχε «ρητή εντολή» να πράξει όπως έπραξε, σε «πλήρη συνεννόηση με τον πρωθυπουργό». Αλλά, προς τι τόση σπουδή για να ακουστεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν νοείται ο υπουργός να ενεργεί εν αγνοία του πρωθυπουργού;  Αιωρείται, συνεπώς, αναπάντητη η απορία αν στη συνεννόηση του πρωθυπουργού με τον υπουργό του είχε συμφωνηθεί  η τοποθέτηση του τελευταίου σε όλη της την έκταση και ένταση.

Επ’ αυτού κυκλοφορούν φήμες που θέλουν να μην είναι όλοι εντός της ΝΔ βέβαιοι ότι έτσι όντως έγινε. Οι οποίες φήμες τροφοδοτούν άλλες φήμες, που διακρίνουν μια αποστασιοποίηση του υπουργού Εξωτερικών από τη γραμμή Μητσοτάκη για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η χώρα θα προσέφευγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τα ελληνοτουρκικά –μετά και την πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του Κώστα Καραμανλή: «Διαφορετικές αντιλήψεις θα με βρίσκουν πάντα αντίθετο»…

Πολλοί αμφιβάλλουν αν ο κ. Μητσοτάκης είναι σε θέση να ασκήσει την εξωτερική πολιτική της επιλογής του ιδίου και του «σημιτικού» περιβάλλοντός του. Επικαλούνται ως απόδειξη ότι στη Βουλή έχουν βαλτώσει εδώ και μήνες τρεις διακρατικές συμφωνίες για την Βόρεια Μακεδονία, που η κυβέρνηση δεν τολμά να τις φέρει προς ψήφιση επειδή γνωρίζει ότι ένας κρίσιμος αριθμός βουλευτών της δυστροπεί στην ιδέα της ψήφισής τους – όσο τουλάχιστον δυσφορεί και ο ίδιος στη σκέψη ότι για την έγκρισή τους θα επαφιόταν στην ψήφο της αντιπολίτευσης και δη της αξιωματικής.

Ακόμη περισσότεροι ανησυχούν αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει το στρατηγικό σχέδιο και το ηγετικό ανάστημα που απαιτούν οι καιροί και η αναθεωρητική στρατηγική του Ταγίπ Ερντογάν.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet