Το κείμενο του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν που δημοσιεύουμε σήμερα έχει στρατηγική σημασία για την Αριστερά. Με βάση τις ιδεολογικές απόψεις του αλλά και την εμπειρία της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ, ο συγγραφέας υποστηρίζει τη μεγάλη σημασία του δημοκρατικού αναπτυξιακού σχεδιασμού, στο πλαίσιο του οποίου ένα αριστερό κόμμα οφείλει να προωθεί τη λαϊκή συμμαχία μεταξύ της εργατικής και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης-αυτής που σήμερα αποκαλείται «μεσαία τάξη» ή «μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα». Στο σχεδιασμό αυτό σημαίνουσα θέση πρέπει να έχει η στήριξη κινηματικών πρωτοβουλιών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, οι οποίες αμφισβητούν βασικές επιλογές του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Οι ενδιαφερόμενοι/ες μπορούν να βρουν περισσότερες πληροφορίες για τους συγκεκριμένους προβληματισμούς του Ρυλμόν στο βιβλίο του Η Αριστερά τώρα! ή Ο δρόμος προς την ανασυγκρότηση, εκδόσεις νήσος, 2019.

 

Χ.Γο.

 

Οι στόχοι και οι πολιτικές που αφορούν την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία (ΚΑΛΟ) εντάσσονται εκ των πραγμάτων στο κυρίαρχο κάθε φορά μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Κατά την περίοδο του φορντικού καπιταλισμού η ΚΑΛΟ ήταν το αποτέλεσμα κινηματικών πρωτοβουλιών που κάλυπταν κενά του κοινωνικού κράτους και κατέληγαν να ενσωματώνονται σε αυτό. Στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, που οδηγεί στην οργανωτική και πολιτική αποδυνάμωση του κόσμου της εργασίας, στην υπονόμευση του κοινωνικού κράτους και στην αύξηση της ανεργίας και της επισφάλειας, η κρατική πολιτική επιδιώκει να ασκήσει πολιτικές οριακής άμβλυνσης της φτώχειας και της ανεργίας, υποστηρίζοντας τη δημιουργία συνεργατικών μονάδων που απασχολούν ανθρώπινο δυναμικό με εισοδήματα στα όρια της επιβίωσης. Καθώς η νεοφιλελεύθερη διαχείριση συνδυάζεται με την κρίση των καπιταλιστικών καθεστώτων, οι κινηματικές πρωτοβουλίες για τη δημιουργία δομών ΚΑΛΟ μπορούν εν μέρει τουλάχιστον να αποκτήσουν ριζοσπαστικό χαρακτήρα, αμφισβητώντας σημαντικές επιλογές του νεοφιλελευθερισμού.

Με έναν γενικό τρόπο, η λογική του νεοφιλελευθερισμού που ήρθε να αποδομήσει και να αντικαταστήσει τον φορντισμό, δεν αρνήθηκε στην πραγματικότητα την αναγνώριση του ζητήματος των ταξικών σχέσεων και ανταγωνισμών, και επεδίωξε (όχι πάντα με πλήρη επιτυχία) να αποδυναμώσει την πλευρά της εργασίας και να οικοδομήσει μια συμμαχία του κεφαλαίου με το ευρύ κοινωνικό στρώμα των μάνατζερ, αυτών που στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα οργανώνουν και διοικούν την παραγωγική ή γενικότερα οικονομική δραστηριότητα, αλλά και με άλλες κατηγορίες διανοητικά εργαζομένων. Στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο κυρίαρχων ταξικών συμμαχιών περιλαμβάνεται και η μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα, η οποία όμως σε συνθήκες κρίσης – όπως και άλλες κατηγορίες της “μεσαίας τάξης” - πλήττονται σοβαρά, χωρίς όμως να έχουν τη δυνατότητα να χαράξουν μια εναλλακτική διέξοδο.

 

Η κρίση αναπαραγωγής και η Αριστερά

 

Σε συνθήκες σοβαρής κρίσης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά και κρίσης της ίδιας της κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως στην ελληνική περίπτωση, η άρχουσα τάξη, ιδιαίτερα το τραπεζικό και επιχειρηματικό κεφάλαιο, υποστηρίζεται από το πολιτικό σύστημα με την παραχώρηση δημόσιων πόρων και τη μείωση του εργατικού κόστους, χωρίς να διαμορφώνεται μια ισχυρή συμμαχία ακόμα και με τις κατηγορίες της μεσαίας τάξης που είναι πρόθυμες να ενταχθούν σε αυτή τη συμμαχία, και χωρίς να διαμορφώνεται ένα σχέδιο για την αποκατάσταση των αναπαραγωγικών ισορροπιών. Κατά την περίοδο των δύο πρώτων μνημονίων, αποκαλύφθηκε το κόστος της κρίσης λόγω της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης για τον κόσμο της εργασίας και πολλές ομάδες που ανήκουν στη λεγόμενη μεσαία τάξη, και γι’ αυτό διαμορφώθηκε τη στιγμή των εκλογών του 2015 μια εκ των πραγμάτων κοινωνική συμμαχία που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση.

Η εκλογική ήττα του 2019 είναι πριν απ' όλα το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η συμμαχία αυτή δεν διατηρήθηκε σε όλη της την έκταση, λόγω της συνεχιζόμενης πίεσης εκ μέρους των θεσμών, αλλά και λόγω της, αναγκαστικής σε κάποιο βαθμό, επιλογής του ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει πολιτική μέσω της αναδιανομής εισοδήματος στο εσωτερικό της συμμαχίας αυτής, αλλά και της αδυναμίας του να συλλάβει την ιδιαιτερότητα της τρέχουσας κρίσης σε σχέση με το παρελθόν. Με αποτέλεσμα να εμφανιστεί μπροστά στους εκλογείς χωρίς να έχει να παρουσιάσει επιτεύγματα τα οποία να αφορούν το σύνολο των κοινωνικών ομάδων που τον είχαν ψηφίσει το 2015. Διότι αντί να σχεδιάσει μέτρα και μεθόδους που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τα βασικά κοινωνικά συστατικά μιας λαϊκής συμμαχίας, παρέμεινε προσκολλημένος σε ένα σχέδιο κεϋνσιανής έμπνευσης που ανέμενε ότι θα ικανοποιηθούν πολλές εκδοχές λαϊκών αιτημάτων μέσω της “επανεκκίνησης” της οικονομίας, μέσω δηλαδή των αυτοματισμών της αγοράς και της ανταπόκρισης των ιδιωτών επενδυτών, ελλήνων ή ξένων.

Η αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής και η αντιμετώπιση όλων των πλευρών της κρίσης του καπιταλιστικού καθεστώτος, απαιτούν την επεξεργασία μιας νέας αφήγησης, και επομένως ενός νέου προγράμματος, που αφορούν όλες τις πλευρές της ανασυγκρότησης, και δεν μπορούν παρά να περιλάβουν ως κεντρικό άξονα την εγκαθίδρυση της δυνατότητας του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών τάξεων, να παίξουν ένα κυρίαρχο ρόλο, παραγωγικό και πολιτικό. Η ΚΑΛΟ αποτελεί τη μορφή ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων και αυτοοργάνωσης του κόσμου της εργασίας, που έχει τη δυνατότητα, μαζί με άλλες μορφές οργάνωσης και παρέμβασης των λαϊκών τάξεων, να συμβάλει ενεργά στη διαδικασία συγκρότησης ενός νέου καθεστώτος, ικανού να καλύψει τις υπάρχουσες ανάγκες στον παραγωγικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό τομέα. Οι πολιτικές υποστήριξης της ΚΑΛΟ δεν είναι επομένως ένα τμήμα των πολιτικών απασχόλησης, αλλά είναι μάλλον μέρος μιας ουσιαστικής διαρθρωτικής παρέμβασης που αφορά την αναπτυξιακή πολιτική και εντάσσεται στη συνολική στρατηγική ανασυγκρότησης.

Οι πολιτικές που επιβλήθηκαν με τα τρία μνημόνια, και οι πολιτικές που υλοποιεί η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, στις συνθήκες της κρίσης του κορoνοϊού και πριν απ' αυτήν, δεν είχαν μόνο ως αποτέλεσμα τη μείωση του εργατικού κόστους και των δαπανών του κοινωνικού κράτους, αλλά οδήγησαν στην ταυτόχρονη συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού και στην αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Για την επέκταση του παραγωγικού ιστού ως το επίπεδο των αναγκών της οικονομίας και της απασχόλησης, για την υλοποίηση ενός προγράμματος αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών ζητημάτων και εκκρεμοτήτων, και για την αποφασιστική βελτίωση των συνθηκών ζωής και των κοινωνικών υπηρεσιών προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων και του κόσμου της εργασίας, δεν αρκούν οι παραγωγικές δυνατότητες και επενδυτικές προθέσεις της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, συμπεριλαμβανομένων των συστημικών τραπεζών. Σχετικά με τους επιπλέον πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, έχει διαπιστωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο η ποσοτική επάρκεια αυτών των πόρων, ενώ υπάρχουν τα ερωτήματα σχετικά με τον καταμερισμό τους με τη μέθοδο του πελατειακού συστήματος.

 

 

Η σημασία του αναπτυξιακού σχεδιασμού

 

Η ανάπτυξη της ΚΑΛΟ, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του συνεταιριστικού κινήματος στην αγροτική, αλλά και την αστική οικονομία, και σε συνδυασμό με δικτυώσεις μικρών επιχειρήσεων, αποτελεί μια διαρθρωτική παρέμβαση αναγκαία για την επέκταση των συλλογικών μορφών παραγωγής και οικονομικής δραστηριότητας εν γένει, που μπορεί να βελτιώσει αποφασιστικά τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και να αποτελέσει κεντρικό παράγοντα εγκαθίδρυσης της μεθόδου του σχεδιασμού. Είμαστε αντιμέτωποι με τα πολλαπλά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η ανασυγκρότηση, αλλά και η ένταξη στη διοίκηση και οργάνωση της οικονομίας των θεσμών και λειτουργιών που χρειάζεται η προστασία της κοινωνίας από την πραγματικότητα και τη συνεχιζόμενη απειλή των υγειονομικών κρίσεων. Οδηγούμαστε επομένως αναπόφευκτα στην ανάγκη γενικευμένης υιοθέτησης του σχεδιασμού μέσω διαδικασιών που εκφράζουν τη συμμαχία των λαϊκών τάξεων, της πλειοψηφίας δηλαδή του πληθυσμού, και επιδιώκουν να καλύψουν με έναν άμεσο τρόπο τις ανάγκες των κοινωνικών στρωμάτων που έχουν πληγεί από τις πολλαπλές κρίσεις και τη νεοφιλελεύθερη διαχείρισή τους.

Δεν υπάρχει από την πλευρά του κεφαλαίου το σχέδιο, αλλά και η δυνατότητα, να ξεπεραστεί η στρατηγική της εξασφάλισης με κάθε κόστος της κερδοφορίας του, και να ξαναβάλει σε τροχιά ανάπτυξης και γενικής ανασυγκρότησης το συγκεκριμένο καπιταλιστικό καθεστώς, ικανοποιώντας ταυτόχρονα και τις ελπίδες της λεγόμενης μεσαίας τάξης. Γι αυτό και η υιοθέτηση μιας ριζικά διαφορετικής στρατηγικής με προτεραιότητα την ικανοποίηση των αναγκών της λαϊκής πλειοψηφίας του πληθυσμού, στα παραγωγικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά θέματα, αποτελεί και την μόνη προοπτική ικανοποίησης των αναγκών και των πλέον ουσιαστικών φιλοδοξιών αυτής της μεσαίας τάξης. Αλλά η μέθοδος του σχεδιασμού αποτελεί στην πραγματικότητα την μόνη κατεύθυνση που μπορεί να πάρει η ενσωμάτωση σε μια στρατηγική ανασυγκρότησης τής αντιμετώπισης των μεγάλων περιβαλλοντικών ζητημάτων και της προετοιμασίας για την προστασία από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και των αναμενόμενων υγειονομικών κρίσεων. Πέρα από το ότι η θεσμική κατοχύρωση της ενεργού συμμετοχής των εκπροσώπων των λαϊκών τάξεων στις διαδικασίες του σχεδιασμού σε εθνικό, αλλά κυρίως σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, αποτελεί την προνομιακή οδό της αναζωογόνησης της δημοκρατίας.

Από την πλευρά του κόσμου της εργασίας, έχουν εκλείψει οι συνθήκες που επέτρεπαν στους εργάτες των μεγάλων εργοστασίων να συσπειρωθούν και να εμφανιστούν ως δυνητικά εναλλακτική εξουσία, και οι μισθωτοί είναι σήμερα σε σημαντικό βαθμό επισφαλώς απασχολούμενοι και υπό την πίεση της ανεργίας και της αδήλωτης εργασίας. Η παρέμβασή τους σε σχέση με την παραγωγική ανασυγκρότηση και την απασχόληση, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και των υγειονομικών κρίσεων, δεν προκύπτει κατά κύριο λόγο από τη σημερινή θέση εργασίας τους (ή της προηγούμενης θέσης εργασίας για τους ανέργους). Αλλά χρειάζεται να βασιστεί σε επιλογές που προκύπτουν από τον σχεδιασμό της ανασυγκρότησης, και επομένως από τις προτάσεις για την οικοδόμηση ενός νέου παραγωγικού συστήματος. Επιδίωξη ενός τέτοιου σχεδίου πρέπει να είναι τόσο η οικοδόμηση μιας συμμαχίας των μισθωτών με τα άλλα λαϊκά στρώματα, όσο και η ένταξη της πλειοψηφίας των εξατομικευμένων μισθωτών ή ανέργων σε συλλογικές μορφές παραγωγικής οργάνωσης, που δεν μπορεί παρά να είναι οι διάφορες εκδοχές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ενώ για τις υπόλοιπες κατηγορίες μισθωτών απαιτείται η ενίσχυση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά και των κατακτήσεων στον τομέα της αυτοδιαχείρισης.

 

Για μια νέα ενότητα του κόσμου της εργασίας

 

Η ενότητα της τάξης των μισθωτών, όσο και η συμμαχία με άλλα κοινωνικά στρώματα, δεν είναι δυνατό να βασιστούν στη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία, όπως πίστευε η ιστορική Αριστερά, αλλά στην ύπαρξη κοινών στόχων σε θέματα παραγωγικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά, και θεσμικών παρεμβάσεων που επιτρέπουν κατά κύριο λόγο την επεξεργασία και υλοποίηση των στόχων αυτών. Παράλληλα δηλαδή με τη διαδικασία των ισχυρών θεσμικών μεταρρυθμίσεων που θα επιτρέψουν σε τοπικό και εθνικό επίπεδο την οικοδόμηση – στην πραγματικότητα – ενός νέου καθεστώτος το οποίο βασίζεται σε νέες κοινωνικές συμμαχίες και συμφωνίες, είναι απαραίτητη η ύπαρξη γνωσιακών διαδικασιών που επιδιώκουν να δώσουν το αναγκαίο επίκαιρο περιεχόμενο στις συμμαχίες αυτές. Αυτές οι διαδικασίες θα επιδιώκουν να αξιοποιήσουν το πολυπληθές επιστημονικό δυναμικό που διαθέτει η χώρα, στο πλαίσιο επίσημων θεσμών, ή ανεξάρτητων πρωτοβουλιών, αλλά και τη διάχυτη διανοητικότητα που επιτρέπει στη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού να κατανοήσει επεξεργασίες και συζητήσεις με επιστημονικό περιεχόμενο.

Στο πλαίσιο της παράδοσης της Αριστεράς η ταξική συνείδηση, ήταν η αφετηρία της συνειδητοποίησης της ανάγκης να υπάρξει η προγραμματική επεξεργασία που θα επιτρέψει στην εργατική τάξη να εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς. Στη σημερινή κατάσταση η ύπαρξη ταξικών διαφοροποιήσεων συνδυάζεται με την ύπαρξη κινδύνων και αλλαγών στις συνθήκες ζωής που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού, αν και όλες οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες δεν ζουν αυτές τις αλλαγές με τον ίδιο τρόπο. Είναι ορατό από το σύνολο των εξελίξεων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις από την καταστροφή της βιοποικιλότητας, ότι τα σημερινά καπιταλιστικά καθεστώτα δεν επεξεργάζονται ούτε υλοποιούν στρατηγικές αξιόπιστες ως προς την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων και αλλαγών. Αυτή η αδυναμία οφείλεται στο γεγονός ότι τέτοιες στρατηγικές δεν μπορούν παρά να αμφισβητήσουν τα συστήματα διαχείρισης των καπιταλιστικών οικονομιών που κυριαρχούν σήμερα.

Η λεγόμενη “πράσινη μετάβαση” στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι οι κατάλληλες αλλαγές στα υπάρχοντα συστήματα διαχείρισης των οικονομιών, θα επιτρέψουν την αντιμετώπιση των ορατών, δαπανηρών και κοστοβόρων απειλών, και αυτό χωρίς να υπάρχει ένα σαφές και πειστικό σχέδιο. Στο σημείο όπου βρισκόμαστε στην Ελλάδα, ένα τέτοιο σχέδιο απαιτεί να υπάρξει επεξεργασία τόσο των στόχων, όσο και των μεθόδων για την επιτυχία τους, κάτι που δεν έχει επιτευχθεί. Μεγάλα ζητήματα όπως η θέση των ενεργειακών κοινοτήτων στο εθνικό σύστημα παραγωγής ενέργειας (από κοινωνική και τεχνική άποψη), αλλά και το περιεχόμενο των σχεδίων απολιγνιτοποίησης, ή η χωροθέτηση και οι διαστάσεις των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, απαιτούν σχέδια τα οποία θα είναι υλοποιήσιμα, ενταγμένα σε μια στρατηγική για το περιβάλλον, και αποδεκτά μέσω των κατάλληλων θεσμικών λειτουργιών από τους ενδιαφερόμενους πληθυσμούς. Πρωτοβουλίες για κατάλληλες απαντήσεις στα ζητήματα αυτά θα είναι ουσιαστικά μεταβατικά βήματα προς την κατεύθυνση της συγκρότησης και πρακτικής αξιοποίησης μιας κοινωνικής συμφωνίας του συνόλου των λαϊκών τάξεων για την αντιμετώπιση των στρατηγικών εκκρεμοτήτων που έχουν επιδεινωθεί μετά τις διαδοχικές συστημικές κρίσεις.

Η ανάπτυξη της ΚΑΛΟ ως συνειδητή αλλά και εφικτή διαδικασία, απαιτεί πριν απ' όλα να επιλεγούν δραστηριότητες που δεν είναι περιθωριακές αλλά πρωτοποριακές και καινοτομικές, τόσο από την ένταση γνώσης που τις χαρακτηρίζουν όσο και από τις ανάγκες που μπορούν να καλύψουν. Το γεγονός ότι σε πρωτοποριακούς κλάδους υπάρχει μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο διαθέσιμο εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό και τις σχετικές δραστηριότητες που έχουν αναπτυχθεί, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν για μορφωμένους νέους ανθρώπους αξιόλογες ευκαιρίες ανάπτυξης συλλογικών παραγωγικών πρακτικών, που πρέπει να αποτελέσουν την αιχμή του τομέα της ΚΑΛΟ. Το ίδιο ισχύει και στον τομέα της αγροτικής οικονομίας όπου υπάρχουν πολύ μεγάλες δυνατότητες επέκτασης των συνεταιριστικών δραστηριοτήτων, σε παραγωγή νέων προϊόντων ή αναβάθμιση υπαρκτών, οι οποίες μπορούν να ενισχύσουν τον προσανατολισμό προς συλλογικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής. Αλλά και σε δραστηριότητες που έχουν σχέση με την ενέργεια ή την προστασία του περιβάλλοντος ευρύτερα, οι συλλογικές μορφές παραγωγής και οργάνωσης της προστασίας και αναβάθμισης των φυσικών πόρων, μπορούν να ενταχθούν και αυτές στον νέο αναπτυξιακό προσανατολισμό.

Η υποστήριξη αυτού του προσανατολισμού προϋποθέτει, στοχευμένες πρακτικές στον τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης, την εξασφάλιση των κατάλληλων υποδομών, την οικονομικής υποστήριξης των νέων μονάδων, αλλά και την κατάλληλη χρηματοδότηση μέσω κυρίως της στήριξης των συνεταιριστικών τραπεζών, και της προσαρμογής του ρόλου μιας της αναπτυξιακής τράπεζας. Η ύπαρξη αυτών των προϋποθέσεων είναι συνάρτηση θεσμικών μεταρρυθμίσεων που χωρίς αυτές δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθεί ο δημοκρατικός αναπτυξιακός σχεδιασμός στον τομέα της ΚΑΛΟ.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet