Διανύσαμε την πρώτη εβδομάδα μετά τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας στην Άγκυρα ενώ αναμένουμε τη σύγκλιση της άτυπης αλλά κρίσιμης πενταμερούς, αύριο, στη Γενεύη με πρωτοβουλία του ΟΗΕ. Δεν έχει ξεκαθαρίσει, ακόμη, η εικόνα, αλλά τέθηκε ευρύτερα το ερώτημα: παρακολουθήσαμε άσκηση διπλωματίας και για εσωτερική κατανάλωση;

 

Η συνάντηση της Άγκυρας σφραγίσθηκε από τη σφοδρή, ενώπιον των τηλεοπτικών καμερών, σύγκρουση των δύο υπουργών. Θα λέγαμε ότι με αυτό τον τρόπο η πρακτική της «καταγγελτικής διπλωματίας», που με συνέπεια ακολουθούν οι δύο πλευρές, ακούμπησε το απόγειό της. Το ουσιαστικό, όμως, ερώτημα παραμένει: πόσο χρήσιμη, στην κατεύθυνση της απαραίτητης επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών, ήταν η δημόσια σύγκρουση; Πόσο ενισχύει τη διαδικασία των διερευνητικών συνομιλιών, ως πεδίο καταγραφής των συγκλίσεων και των διαφορών που θα παραπεμφθούν στην Χάγη;

Προφανώς, καθόλου. Η τουρκική πλευρά δεν υπερέβη την αναμενόμενη –σε χαμηλούς, μάλιστα τόνους– συνήθη, συμπεριφορά της που η ελληνική πλευρά δεν αγνοεί όταν, σωστά, αποδέχεται τις διερευνητικές και τις επαφές σε επίπεδο υπουργών ή και ακόμη υψηλότερο. Ο Ν. Δένδιας προτίμησε, όμως, σε γραμμή ήπιας διαφοροποίησης και από το Μαξίμου, όχι μόνο να μην «απορροφήσει», απαντώντας διπλωματικά με τις θέσεις της κυβέρνησής του, αλλά επωφελήθηκε για να δείξει «αποφασιστικότητα». Ξέχασε, προφανώς, τον στόχο της συνάντησης για να απευθυνθεί και στο εκλογικό κοινό και ειδικότερα σε αυτό της ΝΔ, σε συγκυρία όπου αυτή δυσκολεύεται να διαμορφώσει στρατηγική στην εξωτερική πολιτική. Δεν εκμεταλλεύτηκε το στρίμωγμα του Ερντογάν, που αναζητά τρόπους βελτίωσης των σχέσεών του με ΕΕ και ΗΠΑ, για να γίνει ένα βήμα, αλλά το θεώρησε ευκαιρία για τη διατύπωση των θέσεών του και δημοσίως, και μάλιστα στο μάξιμουμ. Αυτό ήταν λάθος.

Υπάρχει μια κόκκινη γραμμή, λοιπόν, που συνδέει τη συμπεριφορά του υπουργού, με την τελευταία παρέμβαση του Κ. Καραμανλή, ως εκπροσώπου της σχολής της ακινησίας και της διαρκούς μετάθεσης των ανοιχτών θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής. Της οποίας βέβαια τα αποτελέσματα είναι γνωστά, καθώς η κρίση παραμένει αποτρέποντας την ειρηνική συμβίωση, οι εξοπλισμοί κλιμακώνονται, το Αιγαίο γκριζάρεται, η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε περιοχή γεωπολιτικών εντάσεων. Δυστυχώς, με τις τοποθετήσεις μετά το συμβάν είδαμε να κερδίζει έδαφος το «δεν υπάρχει λύση».

Ο ΣΥΡΙΖΑ - ΠΣ έχει επανειλημμένα τοποθετηθεί υπέρ του διαλόγου για την επίλυση της ελληνοτουρκικής διένεξης με τελικό σταθμό την παραπομπή των διαφορών σχετικά με την υφαλοκρηπίδα και τα θαλάσσια σύνορα στην Χάγη. Θέση έμπρακτα αξιόπιστη με δεδομένη την άσκηση, την περίοδο 2015-2019, εξωτερικής πολιτικής επίλυσης ανοικτών δύσκολων και χρόνιων προβλημάτων. Δεν έλυσε μόνο το Μακεδονικό αλλά ωρίμασε τη λύση διαφορών και με άλλους γείτονες – για την απλή υπογραφή τους επαίρεται, τώρα, η ΝΔ. Προσπάθησε ακόμη και με την Τουρκία, υπό την κριτική της ΝΔ μάλιστα.

Υπό αυτή την έννοια η τοποθέτησή του θετικά στη στάση Δένδια δεν δικαιολογείται, ούτε αναμενόταν. Ελπίζουμε ότι δεν επιλέχθηκε επηρεαζόμενος από το φοβικό σύνδρομο τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας έναντι των γειτονικών χωρών. Με την προοπτική να ξαναπάρει τη διακυβέρνηση της χώρας θα ήταν ανορθολογικό να ενισχύσει τώρα τη μετατόπιση του άξονα «πατριωτικά». Η κριτική προς τον Δένδια έπρεπε να γίνει από την αντίθετη προσέγγιση, την πάγια δική του, της συμβολής στον διάλογο.

Η ΝΔ κινήθηκε στη λογική της επιβολής κυρώσεων από την ΕΕ στην Τουρκία και στη συγκρότηση τριμερών ή και πολυμερών κρατικών συνεργασιών, με σαφή διάθεση απομόνωσης της Τουρκίας. Οι συγκεκριμένες κινήσεις αποδεικνύονται αναποτελεσματικές, καθώς η ΕΕ επέλεξε, με σαφήνεια, τη θετική ατζέντα αντί των κυρώσεων. Το σχέδιο για τον περίφημο αγωγό EastMed έχει ναυαγήσει, το πολεμικό ναυτικό της Τουρκίας ελέγχει την κυπριακή ΑΟΖ (και νοτίως της Κύπρου).

Το αδιέξοδο είναι σαφές και για την ελληνική και την κυπριακή κυβέρνηση και θα μεγαλώνει όσο η ευρωπαϊκή ιδιότητα αξιοποιείται αποκλειστικά για κομπασμούς και καταγγελτική διπλωματία έναντι της Τουρκίας και όχι για ουσιαστικές πρωτοβουλίες. Η Τουρκία, αντίθετα, είναι πιο προσεκτική. Ακόμη και την επαύριο της αντιπαράθεσης στην Άγκυρα σχολίασαν τη στάση Δένδια έξυπνα. Ο κ. Ερντογάν αναφέρθηκε στο «καλό κλίμα» που είχαν στη συνάντησή τους «εκτός πρωτοκόλλου», ενώ ο κ. Τσαβούσογλου ανέφερε «ο κ. Δένδιας είχε ζητήσει να αποφύγουμε τις επιθετικές δηλώσεις. Και εγώ αυτό έκανα». Και στραμμένος προς το διεθνές ακροατήριο πρόσθεσε: «Δεν υπάρχει άλλη χώρα που να απαιτεί δέκα μίλια εναέριο χώρο και έξι μίλια χωρικά ύδατα. Μόνο η Ελλάδα μιλά για παραβιάσεις όταν τα αεροσκάφη μας πετούν εκεί».

 Η ελληνική πλευρά έτσι ωθείται στην αγνόηση της θετικής ατζέντας της ΕΕ έναντι της Τουρκίας και αρνείται να την αξιοποιήσει, όπως όφειλε, ως διαπραγματευτικό χαρτί, πετυχαίνοντας συγκεκριμένες δεσμεύσεις από την πλευρά της γείτονος, στην κατεύθυνση της εμπέδωσης ενός κλίματος υπέρβασης της κρίσης στην προοπτική ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Είναι ανοικτό κατά πόσο η αντιπαράθεση της Άγκυρας θα αποτελέσει οιωνό -όχι άριστο- για την πενταμερή της Γενεύης. Προκαλεί εντύπωση, επομένως, η στάση του Ν. Δένδια με δεδομένο, ότι θα συναντηθεί με τον ΥΠΕΞ της Τουρκίας, στις 27/4 στο πλαίσιο μιας οριακής διαπραγμάτευσης, όταν επικρέμεται ο φόβος ενός οριστικού αδιεξόδου, το οποίο μπορεί να οδηγήσει την Κύπρο στη διχοτόμηση.

Δυστυχώς και σε αυτό το πεδίο, η επιθετική πολιτική της Τουρκίας αντιμετωπίσθηκε με αναβλητικότητα και υπεκφυγές. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ακολουθώντας  παρελκυστική πολιτική και σνομπάροντας, το προηγούμενο διάστημα τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ακιντζί, πιστό στην λογική της επίλυσης του Κυπριακού στο πλαίσιο διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Καλείται τώρα να αποδείξει ότι εννοεί πραγματικά αυτά που δηλώνει, ότι είναι προσηλωμένος στην επίλυση του Κυπριακού. Είμαστε ανοιχτοί σε κάθε θετική έκπληξη, αν και κρατάμε μικρό καλάθι.

Παύλος Κλαυδιανός, Μιχάλης Υδραίος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet