Διανύουμε την εποχή ρηξικέλευθων τεχνολογικών αλλαγών, αντίστοιχων με προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις. Διανύουμε την 5η βιομηχανική επανάσταση ή, αλλιώς, τη 2η φάση της περιόδου που οι Brynjolfsson και McAfee αποκαλούν «Δεύτερη Εποχή της Μηχανής»1. Επισημαίνουν έτσι τη διαφορά των τριών πρώτων βιομηχανικών επαναστάσεων της «Πρώτης Εποχής της Μηχανής» από τις επόμενες ψηφιακές επαναστάσεις: στην 1η Εποχή, η τεχνολογική αλλαγή αφορούσε στην ενέργεια και την υποκατάσταση και μόχλευση της χειρωνακτικής εργασίας, ενώ στη 2η Εποχή η ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών αφορά κυρίως στην πληροφορία και στη νοητική εργασία, αρχικά με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τους αυτοματισμούς, μέχρι το διαδίκτυο και σήμερα -στη 2η φάση- με την ανάπτυξη νέων ψηφιακών τεχνολογιών2.

Οι ψηφιακές τεχνολογίες επιδρούν σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας αποτελώντας τον πυρήνα της μετάβασης σε ένα νέο τεχνο-οικονομικό παράδειγμα3. Η επιδημική κρίση επιτάχυνε τις εξελίξεις, αναδεικνύοντας προβλήματα και ευκαιρίες. Η αλλαγή παραδείγματος αφορά στην παραγωγή, στην εργασία, στην κατανάλωση, στον τρόπο ζωής και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Το νέο παράδειγμα πραγματώνεται με την «πληροφορικοποίηση» του προϊόντος, της παραγωγικής διαδικασίας, των μέσων παραγωγής και των υποδομών, με την αλλαγή του μείγματος των επενδύσεων προς επενδύσεις άυλου κεφαλαίου (πληροφορία, λογισμικό, γνώση, επωνυμία κλπ.) και της διεθνούς κατανομής τους. Νέα μοντέλα οικονομικής οργάνωσης που αξιοποιούν οικονομίες δικτύωσης, αύξουσες αποδόσεις και ψηφιακές πλατφόρμες, αναδεικνύουν νέα μονοπώλια.

Δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική στρατηγική μετάβασης, που δεν θα έχει στον πυρήνα της την ατζέντα για την ψηφιακή βιομηχανική επανάσταση. Το νέο παράδειγμα κληρονομεί τις αμαρτίες του παλαιού -την περιβαλλοντική κρίση, την πανδημική κρίση, την όξυνση των ανισοτήτων- και μπορεί να συμβάλλει στην κλιμάκωσή τους και στη δημιουργία νέων ή στην αντιμετώπισή τους. Δίνει νέες δυνατότητες για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, τις νέες και παλιές ανισότητες, τη δημοκρατία και τον πολιτισμό. Συνεπάγεται νέες προκλήσεις, αλλά και παράθυρα ευκαιρίας για αλλαγή του τρόπου παραγωγής, σε μία νέα πολιτική οικονομία των σχέσεων παραγωγής και ιδιοκτησίας.

 

Αλλαγές και κίνδυνοι για την εργασία

 

Οι αλλαγές αφορούν στο περιεχόμενο της εργασίας, στην υποκατάσταση επαναλαμβανόμενων καθηκόντων και στην αλλαγή της δομής της απασχόλησης, προς τομείς έντασης γνώσης, δημιουργικότητας και κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η αναδιάρθρωση της απασχόλησης οδηγεί σε πόλωση και επισφάλεια, καθώς η τεχνολογική ανεργία επιδεινώνει την κοινωνική συνθήκη και παράλληλα υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική.

Όμως, δεν εξελίχθηκε μόνο η τεχνολογία που είναι ενσωματωμένη στις μηχανές (υλικές και ψηφιακές), αλλά και ο ανθρώπινος παράγοντας -η εργασία ως κοινωνικό και παραγωγικό υποκείμενο. Η νέα κατανομή εργασίας συνεπάγεται τη μεταφορά κέντρου βάρους της δημιουργικής λειτουργίας από το κεφάλαιο στην εργασία, έστω σε μέρος της. Η νέα γενιά είναι πολύ πιο μορφωμένη και ενήμερη από τις προηγούμενες. Οι συλλογικές μας εμπειρίες και δομές έχουν εξελιχθεί, αλλά η ριζική τεχνολογική αλλαγή απαιτεί και ρήξεις στις δομές οργάνωσης, οικονομικές και κοινωνικές. Επανακάμπτουν ανανεωμένες οι συλλογικές μορφές αυτο-οργάνωσης της εργασίας, μαζί με την ανάπτυξη συλλογικής ιδιοκτησίας ή διαχείρισης στη μετακίνηση, στην ενέργεια, στον πολιτισμό, στο περιβάλλον. Απαιτείται μια ενεργός παρεμβατική πολιτική για τη στήριξη της μετάβασης σε νέες δομές και μορφές εργασίας, με ένα νέο μείγμα ικανοτήτων.

Το πολιτικό ερώτημα είναι πώς θα επιτευχθεί η διαρθρωτική προσαρμογή στο νέο παράδειγμα σε όφελος όλων -με την κοινωνία όρθια και το περιβάλλον ασφαλές- αξιοποιώντας, ταυτόχρονα, τις εξελίξεις ως παράθυρο ευκαιρίας για την αλλαγή του συσχετισμού ή ακόμη και του τρόπου παραγωγής.

Απαιτείται συνεκτική πολιτική που θα αντιμετωπίζει τα παλιά προβλήματα μαζί με τις νέες προκλήσεις, σε ένα νέο μοντέλο δίκαιης ανάπτυξης, που θα συνδυάζει το νέο μοντέλο ανάπτυξης με ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο και αλλαγή των σχέσεων παραγωγής.

Είναι απαραίτητο ένα πρόγραμμα επενδύσεων σε υποδομές και καινοτομικές δραστηριότητες, που θα υπηρετούν την παραγωγή δεδομένων για τις κοινωνικές και παραγωγικές ανάγκες. Οι επενδύσεις σε «παραδοσιακούς τομείς», όπως οι μεταφορές, στην υδατική διαχείριση, στην υγεία θα πρέπει να μεγιστοποιούν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών, με ταυτόχρονη ανάπτυξη εγχώριου τεχνολογικού δυναμικού (αξιοποιώντας το θεσμικό πλαίσιο των «καινοτόμων προμηθειών του δημοσίου»). Στρατηγικής σημασίας υποδομές, όπως οι υποδομές υπολογιστικού νέφους και στο διαδίκτυο των πραγμάτων (IoT), πρέπει να αποτελούν μέριμνα της εθνικής στρατηγικής. Είναι απαραίτητη η άσκηση δημόσια παρεμβατικής πολιτικής στην υγεία, στο περιβάλλον, στην ενέργεια, στον πολιτισμό και αλλού, ώστε να παράγονται τα απαραίτητα δεδομένα για τη δημιουργία κοινωνικής αξίας και να διασφαλίζονται τα προσωπικά και κοινωνικά δικαιώματα, να προλαμβάνονται οι ανισότητες και να υπηρετείται η δημοκρατία.

 

Ανάπτυξη των συνεργατικών σχημάτων

 

Στον παραγωγικό τομέα -δημόσιο και ιδιωτικό- είναι κρίσιμη η ανάπτυξη καινοτομικών δραστηριοτήτων έντασης γνώσης -σε υφιστάμενες και νέες επιχειρήσεις- ώστε να αναπτυχθεί η ικανότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιούν το υψηλό επίπεδο της έρευνας των ελληνικών πανεπιστημίων (που θα πρέπει να συνεχίσει να ενισχύεται) και τους αποφοίτους τους. Στρατηγικός, όμως, στόχος της Αριστεράς πρέπει να είναι η ανάπτυξη των συνεταιριστικών επιχειρήσεων και των συνεργατικών σχημάτων, με ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου, των μηχανισμών στήριξης και δικτύωσής τους και των εξαγορών επιχειρήσεων από εργαζομένους, ιδίως σε περιπτώσεις διαδοχής ή κλεισίματος. Στόχος είναι να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, ώστε να αξιοποιηθεί η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας για τη δημιουργία σύγχρονου ελληνικού προϊόντος υψηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας. Το συνεταιριστικό μοντέλο αποδείχθηκε, όπου στηρίχθηκε η αυτόνομη ανάπτυξή του, πιο ανθεκτικό στις κρίσεις και με συστηματικότερες και πιο μακροπρόθεσμες επενδύσεις στη γνώση, την καινοτομία και στο ανθρώπινο δυναμικό.

Η μείωση του χρόνου εργασίας θα αποτρέψει την απειλή της άεργης ανάπτυξης στο άμεσο μέλλον, καθώς οι νέες παραγωγικές επενδύσεις δημιουργούν συγκριτικά λιγότερες θέσεις εργασίας. Αποτελεί συνεπώς ένα μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης, καθώς το μέρισμα της τεχνολογικής αλλαγής θα μοιρασθεί στο σύνολο της κοινωνίας σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες, αναστρέφοντας τις ανισότητες που προκύπτουν από την εργασιακή επισφάλεια και την ανεργία. Αποτελεί, επίσης, κοινωνική και οικονομική επένδυση. Θα επιτρέψει την κατανομή κοινωνικά χρήσιμου χρόνου στη μόρφωση και κατάρτιση των πολιτών, ώστε να έχουν την ικανότητα όχι μόνο για τη χρήση και αξιοποίηση της τεχνολογίας, αλλά και για τη συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία, στη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν. Αποτελεί, δηλαδή, προϋπόθεση για τη δίκαιη ανάπτυξη και τη δημοκρατία.

 

Επένδυση στην παιδεία

 

Η επένδυση στη μόρφωση είναι κρίσιμη για τέσσερις λόγους. Πρώτα για την αντιμετώπιση της τεχνολογικής ανεργίας. Δεύτερον, γιατί σε αντίθεση με τις αυταπάτες της Έκθεσης της «Επιτροπής Πισσαρίδη» και του «Σχεδίου Ανάκαμψης», η επένδυση στην εργασία και η δίκαια συμμετοχή της στο προϊόν είναι ο μοναδικός τρόπος για να συμμετάσχει η χώρα στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Τρίτον, γιατί η διεθνής ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τόσο η οικονομική ανάπτυξη, όσο και η κοινωνική ευημερία συνδέονται με το ποσοστό του πληθυσμού με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Τέταρτον, διότι η αύξηση του ελεύθερου χρόνου αποτελεί πολιτισμική πρόκληση για την ποιότητα ζωής και της δημοκρατίας.

Οι νέες συνθήκες απαιτούν ριζοσπαστική θεώρηση της παιδείας. Η αυξημένη επένδυση στη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση θα πρέπει να συνδυασθεί με ευρύ διάλογο για ένα σχέδιο μετάβασης σε ένα νέο μοντέλο μάθησης και μόρφωσης, που δεν θα αποκλείει, αλλά θα περιλαμβάνει τις διαφορετικότητες. Καθώς το περιεχόμενο της εργασίας στρέφεται στην ανάλυση προβλημάτων και σύνθεση λύσεων μέσα από το στοχασμό και τη συνεργασία, η εκπαίδευση πρέπει να αναπτύσσει την ικανότητα κριτικού αναστοχασμού, την πολύπλευρη μόρφωση και την ενθάρρυνση για μάθηση μέσα από τη δοκιμή θεωρίας και πράξης.

Οι ανισότητες στην πρόσβαση στην εκπαίδευση υπονομεύουν τη συλλογική ευημερία με τρόπο ανάλογο με την περίπτωση της υγείας στην πανδημική κρίση. Το δικαίωμα στη μόρφωση δεν είναι απλά θέμα ισότητας, αλλά και αποτελεσματικότητας. Δεν αρκεί η ατομική μόρφωση για να ευημερήσει κάποιος αν δεν μπορεί να λειτουργήσει σε ένα αντίστοιχο περιβάλλον, στο οικονομικό και στο κοινωνικό πεδίο. Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη της μόρφωσης σαν προνόμιο και εμπόρευμα είναι καταστροφική για την οικονομία και την κοινωνία. Η επένδυση στη συλλογική μόρφωση είναι θεμέλιο, μαζί με τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην οικονομία και τις υποδομές, για την αποτελεσματική λειτουργία της οικονομίας και της δημοκρατίας.

 

 

 

Σημειώσεις

1. Brynjolfsson E. & McAfee A. (2016) Η Θαυμαστή Εποχή της Νέας Τεχνολογίας - Εργασία Πρόοδος και Ευημερία στα Χρόνια των Έξυπνων Τεχνολογιών, εκδόσεις Κριτική.

2. Η αποκαλούμενη 4η Βιομηχανική Επανάσταση ονομάσθηκε έτσι από τον όρο Βιομηχανία 4.0, που όμως αποτελεί βιομηχανική στρατηγική παρά αναλυτικό όρο.

3. Freeman and Perez (1998) "Structural Crises of Adjustment: Business Cycles and Investment Behaviour", στο Dosi, G. et al. (eds) Technical Change and Economic Theory, London, Pinter, pp. 38-66.

Πρόσφατα άρθρα ( Οικονομία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet