Η συλλογική κινητοποίηση που προκαλεί ο αθλητισμός, και ειδικά μάλιστα ο επαγγελματικός, είναι μια πάγια πηγή αμηχανίας για ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι της αριστεράς και του ελευθεριακού και αναρχικού κινήματος. Ένα μεγάλο μέρος τους εξακολουθεί να μην μπορεί να εξηγήσει γιατί οι μάζες κινούνται αμεσότερα και ευκολότερα για ζητήματα που αφορούν ποδοσφαιρικές ομάδες αντί για τα δικαιώματά τους, εργατικά ή κοινωνικά, και μέσα σε αυτό το μέρος, ένα τμήμα καταλήγει να αντιμετωπίζει αυτή την κίνηση με ελιτίστικους όρους –και τελικά εχθρικά.

Την περασμένη εβδομάδα υπήρξαμε ξανά μάρτυρες αυτού του φαινομένου. Η απόφαση 12 εκ των μεγαλύτερων και πλουσιότερων ποδοσφαιρικών ομάδων της Ευρώπης, από την Αγγλία, την Ιταλία και την Ισπανία, να αποκοπούν από την Ένωση των Ευρωπαϊκών Ομοσπονδιών Ποδοσφαίρου (UEFA) και να φτιάξουν τη δική τους κλειστή λίγκα, ξεσήκωσε τόσες και τέτοιες αντιδράσεις από την πλευρά των συνδέσμων οπαδών των ομάδων, και τόσο άμεσα, όσο καμία άλλη κοινωνική απόφαση τα τελευταία χρόνια –και ειδικά αυτή την τελευταία χρονιά της πανδημίας. Οπαδοί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, της Μάνστεστερ Σίτι, της Άρσεναλ, της Τσέλσι, της Λίβερπουλ και της Τότεναμ (θεωρούμενοι μεταξύ τους ως ταξικά αντίθετοι) συγκεντρώθηκαν μέσα σε λιγότερες από 24 ώρες έξω από τα γήπεδα των ομάδων τους, όχι απλά για να εκδηλώσουν την έντονη αντίθεσή τους στη δημιουργία της λίγκας, αλλά και για να δηλώσουν ότι η ύπαρξή της θα σήμαινε το τέλος των συλλόγων αυτών ως έκφραση ενός μαζικού κινήματος.

 

Ιδιότυπη φωλιά λαϊκότητας

 

Θα ήταν στην πραγματικότητα υπερβολικά αισιόδοξο να πιστώσουμε το τόσο γρήγορο ναυάγιο αυτού του σχεδίου της κλειστής ευρωπαϊκής λίγκας αποκλειστικά στις αντιδράσεις των οπαδών και τον πρωτόλειο αλλά με τόση σαφήνεια τοποθετημένο κοινωνικά λόγο τους. Η αλήθεια είναι ότι οι μεγάλοι σύλλογοι της Ευρώπης μπήκαν σε ένα πολύ σκληρό και δύσκολο μπρα-ντε-φερ με την πανίσχυρη ΟΥΕΦΑ, η οποία δεν είναι βέβαια κανένα αυτοδιαχειριστικό εργοστάσιο κολλεκτιβοποιημένης ποδοσφαιρικής παραγωγής –το σενάριο ήταν Μεγαλοκαρχαρίες εναντίον Μεγαλοκαρχαριών. Είναι όμως βέβαιο ότι η τόσο γρήγορη και ομόθυμη αντίδραση των οπαδών σε μια λίγκα που θα αποκλείει τους φτωχούς από κάθε ευκαιρία και θα διασφαλίζει με διάταγμα τη συμμετοχή και τα έσοδα των πιο πλουσίων, στέρησε την ευκαιρία από τους «12 μεγάλους» να δοκιμάσουν την τύχη τους απέναντι στην Ένωση των Ομοσπονδιών.

Πρέπει λοιπόν κανείς να διακατέχεται από εμμονική προκατάληψη για να μη δει το αυτονόητο: ότι σε μια εποχή τεχνοκρατικής δικτατορίας η οποία σκεπάζει το σύνολο του κοινωνικού και οικονομικού ανθρώπινου βίου, ο αθλητισμός, ακόμα και ο επαγγελματικός, διατηρεί μια ιδιότυπη φωλιά λαϊκότητας, η οποία μπορεί ακόμα να εμποδίζει τέτοιου τύπου σχέδια. Πρόκειται ενδεχομένως για μια κάπως «αρρενωπή» λαϊκότητα, γεγονός που αναμφίβολα την περιορίζει. Δεν παύει όμως να αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο μια κάποια δημοκρατία είναι αναπόφευκτη για τον καπιταλισμό.

 

Πηγή χειραφέτησης;

 

Η λαϊκότητα αυτή προέρχεται από την ίδια τη φύση των αθλημάτων –που όχι τυχαία έχουν διαφορετική δημοφιλία ανάλογα με την ήπειρο στην οποία απευθύνονται. Δεν είναι κρυφό ότι τα ομαδικά αθλήματα που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη (κατά κύριο λόγο το ποδόσφαιρο και το ράγκμπι, τα οποία ξεκίνησαν ως ένα άθλημα πριν διασπαστούν, με το ποδόσφαιρο να κερδίζει τη μερίδα του λέοντος στην αγάπη του κόσμου), αποτελούν ειρηνικές αναπαραστάσεις μαχών. Μπορεί κανείς να δει σε αυτό ένα είδος μιλιταρισμού ή μια απόπειρα υπέρβασής του, ανάλογα με τα γούστα του –αλλά πάντως δεν παύει να αποτελεί μια αναπαράσταση με όλη τη λαϊκή της θεατρικότητα. Την ίδια στιγμή, στις ΗΠΑ εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν τίποτα από το ποδόσφαιρο (κάποτε ένας αμερικανός τεχνοκράτης των σπορ απόρησε πώς είναι δυνατόν χιλιάδες άνθρωποι να παρακολουθούν ένα θέαμα που λήγει 0-0, αδυνατώντας να συμπεριλάβει στη σκέψη του τη μακραίωνη μηδενιστική ευρωπαϊκή φιλοσοφική παράδοση), και λατρεύουν ένα άθλημα που στην Ευρώπη δεν βρήκε ποτέ οπαδούς: το μπέιζμπολ. Το οποίο με τη σειρά του, ως ένα παιχνίδι που βασίζεται στην κατάληψη χώρου, αποτελεί μια αναπαράσταση της κατάκτησης της Δύσης ή ακόμα, του ίδιου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Μπορεί αυτή η λαϊκότητα να αποτελέσει από μόνη της πηγή χειραφέτησης; Η υπεραισιόδοξη επαγγελία του Μπακούνιν ότι κάθε τι λαϊκό είναι συνάμα και απελευθερωτικό, διαψεύστηκε οικτρά από την ιστορία. Θα ήταν όμως αξιοκαταφρόνητο για κάθε χειραφετητικό κίνημα να μην παρακολουθεί τις εκφάνσεις μιας λαϊκότητας που μόνο φαινομενικά είναι ταξικά ουδέτερες. Το ποδόσφαιρο ως εκδοχή λαϊκού ήθους μόλις χάλασε μια δουλειά δισεκατομμυρίων, στην οποία εμπλέκονταν τραπεζικοί κολοσσοί και τεράστιες πολυεθνικές εταιρείες. Χωρίς υπερβολές και ωραιοποιήσεις, μπορούμε ίσως να διδαχθούμε κάτι από αυτό, στην αναζήτηση ενός λαϊκού ήθους που θα ωθήσει την ανθρωπότητα σε μια συνολική αντιπαράταξη με τον καπιταλισμό.

Αν όχι αυτό, μπορούμε τουλάχιστον να διδαχθούμε τις μεθόδους για να παίζουμε ένα σύστημα που βασίζεται στη σκληρή άμυνα και τις ξαφνικές αντεπιθέσεις. 

Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet