Οι Ιδέες τιμούν την εργατική Πρωτομαγιά με δύο άρθρα που αλιεύσαμε από το αρχείο του καλού αμερικανικού περιοδικού Jacobin. Το πρώτο, που δημοσιεύεται εδώ, στην έντυπη «Εποχή», αποτελείται από μεταφρασμένα αποσπάσματα μιας διάλεξης την οποία έδωσε το 1990 ο μαρξιστής ιστορικός Έρικ Χόμπσμπομ (1917-2012), με τίτλο «Birth of a Holiday: The First of May» [Η γέννηση μιας αργίας: Η Πρωτομαγιά], που δημοσιεύτηκε στο Jacobin την 1/5/2017.

Το δεύτερο άρθρο με τίτλο «Η ματωμένη Πρωτομαγιά του 1929», το οποίο υπάρχει μόνο στην ιστοσελίδα μας (epohi.gr), είναι μετάφραση του μεγαλύτερου μέρους κειμένου του Λόρεν Μπάλχορν «May Day, Bloody May Day», δημοσιεύτηκε στο Jacobin την 1η Μαΐου 2019, ενενήντα χρόνια μετά την αιματηρή Πρωτομαγιά τους 1929, στο Βερολίνο.

 

Χ. Γο.

 

Το 1990 ο Μάικλ Ιγκνάτιεφ, γράφοντας για το Πάσχα στην εφημερίδα Observer, επισήμανε ότι «οι κοσμικές κοινωνίες ουδέποτε κατάφεραν να δημιουργήσουν εναλλακτικές στις θρησκευτικές τελετουργίες». Και τόνισε ότι η Γαλλική Επανάσταση «μπορεί να μετέτρεψε τους υπηκόους σε πολίτες, μπορεί να έβαλε την ελευθερία, την ισότητα και την αδελφότητα στα υπέρθυρα όλων των σχολείων και να έκλεισε τα μοναστήρια, αλλά, με εξαίρεση την 14η Ιουλίου, ποτέ δεν κατάφερε να επιφέρει κάποια αλλαγή στο παλιό χριστιανικό ημερολόγιο». Το θέμα που θα πραγματευτώ εδώ είναι ίσως η μόνη αλλαγή που ένα κοσμικό κίνημα επέφερε στο χριστιανικό ή σε κάποιο άλλο επίσημο ημερολόγιο, όχι ενός ή δύο, αλλά, επίσημα το 1990, 107 κρατών. Αυτό, μάλιστα, που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι η συγκεκριμένη αλλαγή δεν επιβλήθηκε από την εξουσία κάποιων κυβερνήσεων ή κατακτητών, αλλά από ένα εντελώς άτυπο κίνημα φτωχών ανδρών και γυναικών. Αναφέρομαι στην Πρωτομαγιά, τη διεθνή γιορτή της εργατικής τάξης.

Η επίσημη κατοχύρωση της Πρωτομαγιάς στη Δύση ήταν αποτέλεσμα της αναγνώρισης από τους κρατούντες της ανάγκης να αποδεχθούν την παράδοση των άτυπων πρωτομαγιάτικων εκδηλώσεων, αποσυνδέοντάς τις από το εργατικό κίνημα, την ταξική συνείδηση και την ταξική πάλη. Αλλά πού οφείλεται το γεγονός ότι αυτή η παράδοση ήταν τόσο ισχυρή;

Η άμεση προέλευση της Πρωτομαγιάς δεν αμφισβητείται. Ήταν μια απόφαση που πήρε το ένα από τα δύο αντίπαλα συνέδρια της Διεθνούς -το μαρξιστικό- στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1889, εκατό χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Σ’ αυτή την απόφαση υπήρχε η έκκληση για μια διεθνή εργατική διαδήλωση που θα πραγματοποιούνταν την ίδια μέρα παντού, και στην οποία οι συμμετέχοντες θα έθεταν στις αρχές των χωρών τους το αίτημα να νομοθετηθεί η οκτάωρη ημερήσια εργασία. Δεδομένου ότι η Αμερικανική Εργατική Ομοσπονδία είχε ήδη αποφασίσει να πραγματοποιήσει μια διαδήλωση με αυτό το αίτημα την 1η Μαΐου του 1890, η ίδια ημέρα επιλέχθηκε και για τη διεθνή διαδήλωση.

Τόσο η γρήγορη αύξηση του κύρους, όσο και θεσμοποίηση της Πρωτομαγιάς είναι βέβαιο ότι οφείλονταν στην εξαιρετική επιτυχία των πρωτομαγιάτικων διαδηλώσεων του 1890, τουλάχιστον στο δυτικό μέρος της Ευρώπης. Η πρώτη Πρωτομαγιά συνέπεσε με τη θριαμβευτική αύξηση της δύναμης και της αυτοπεποίθησης των εργατών σε πολλές χώρες. Έτσι, εκείνο το έτος η επιτυχία κάθε είδους μαζικής εκδήλωσης δεν ήταν κάτι δύσκολο. Παρά ταύτα, ο αριθμός των εργατών που πήραν μέρος στις πρωτομαγιάτικες κινητοποιήσεις εξέπληξε τους διοργανωτές τους, με αποκορύφωμα τα 300.000 άτομα που γέμισαν το Χάιντ Παρκ στο Λονδίνο.

 

 

Η απόφαση για απεργία

 

Το κρίσιμο θέμα στο συνέδριο της Διεθνούς ήταν αν θα ζητούσαν από τους εργάτες να διαδηλώσουν σε μια εργάσιμη ημέρα, δηλαδή να απεργήσουν -αφού το 1890 η ημέρα που έπεφτε η 1η Μαΐου ήταν Πέμπτη. Ορισμένα κόμματα και ισχυρά συνδικάτα δεν έβλεπαν για ποιο λόγο θα έπρεπε να βάλουν το κεφάλι τους και το κεφάλι των μελών τους στο ντορβά, για χάρη μιας συμβολικής κινητοποίησης. Έτσι, η προτίμησή τους ήταν η διαδήλωση να γίνεται την πρώτη Κυριακή κάθε Μάη και όχι την πρώτη ημέρα του μήνα. Αυτή ήταν και παρέμεινε μέχρι τέλους η επιλογή των βρετανών συνέδρων, αλλά και του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, με τη διαφορά ότι στη Γερμανία επικράτησε στην πράξη η 1η Μαΐου. Το συγκεκριμένο θέμα συζητήθηκε το 1891 στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο των Βρυξελλών, όπου οι Βρετανοί και οι Γερμανοί έχασαν στην ψηφοφορία.

Το βασικό χαρακτηριστικό της Πρωτομαγιάς, λοιπόν, δεν είχε προαποφασιστεί, αλλά ήταν το τυχαίο υποπροϊόν της επιλογής που έγινε για την ημερομηνία της διαδήλωσης. Η αρχική απόφαση δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην παύση εργασίας. Το ζήτημα προέκυψε επειδή η πρώτη Πρωτομαγιά συνέπιπτε με εργάσιμη ημέρα.

Η σύνεση υπαγόρευε μια άλλη απόφαση. Όμως, ο θεσμός της Πρωτομαγιάς δημιουργήθηκε από μια συμβολική επιλογή και όχι από κάποιον πρακτικό λόγο. Η συμβολική παύση εργασίας ήταν αυτή που μετέτρεψε την Πρωτομαγιά σε κάτι άλλο από μια ακόμα διαδήλωση, ή από μια άλλη ημέρα εκδήλωσης μνήμης. Στις χώρες ή τις πόλεις όπου κάποια κόμματα, παρά τους δισταγμούς ορισμένων συνδικάτων, επέμειναν στη συμβολική απεργία, η Πρωτομαγιά έγινε βασικό στοιχείο της ζωής της εργατικής τάξης και της εργατικής ταυτότητας. Γιατί η αποχή από την εργασία ήταν μια απόδειξη τόσο της δύναμης της εργατικής τάξης, όσο και της ουσίας της ελευθερίας, δηλαδή να μην είναι κάποιος υποχρεωμένος να βγάζει πάντα το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, αλλά να έχει τη δυνατότητα να επιλέγει τι θα κάνει μαζί με την οικογένεια και τους φίλους του. Ήταν τόσο μια πράξη επιβεβαίωσης της ταξικής ταυτότητας και της ταξικής πάλης, όσο και μια αργία: ένα είδος τρέιλερ της καλής ζωής που θα ερχόταν μετά την χειραφέτηση της εργασίας. Και, βέβαια, στην κατάσταση που επικρατούσε το 1890, ήταν επίσης ένας επινίκιος εορτασμός, ο γύρος του θριάμβου του νικητή στο στάδιο. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Πρωτομαγιά περιείχε ένα πλούσιο φορτίο συναισθημάτων και ελπίδας..

Μετά από την αξιοθαύμαστη και απρόσμενη επιτυχία της πρώτης Πρωτομαγιάς ήταν φυσικό ότι θα υπήρχε απαίτηση αυτή να επαναληφθεί. Έτσι, το γεγονός ότι το συνέδριο της Διεθνούς στις Βρυξέλλες το 1891 δέσμευσε το κίνημα στην ταξική ετήσια πραγματοποίηση της πρωτομαγιάτικης πορείας, δεν προκάλεσε κάποια έκπληξη. Όπως είπαμε, εκεί επαναβεβαιώθηκε η απόφαση να γιορτάζεται η Πρωτομαγιά με μια ενιαία διαδήλωση κάθε πρώτη Μαΐου, όποια μέρα και αν πέφτει αυτή, για να τονίζεται «ο πραγματικός της χαρακτήρας που βασίζεται στο αίτημα του οκταώρου και επιβεβαιώνει την ύπαρξη της ταξικής πάλης». Στο οκτάωρο προστέθηκαν και άλλα δύο θέματα: το αίτημα για την ψήφιση εργατικής νομοθεσίας και ο αγώνας κατά του πολέμου.

 

 

Και αγώνας και γιορτή

 

Εκτός από την προαναφερθείσα επέκταση του προγραμματικού περιεχομένου της διαδήλωσης, η απόφαση του συνεδρίου περιείχε μια ακόμη καινοτομία. Μιλούσε για τον «εορτασμό» της Πρωτομαγιάς. Το κίνημα είχε καταλήξει επίσημα να την θεωρεί όχι μόνο πολιτική δραστηριότητα, αλλά και γιορτή. Όπως συνέβη με την επιλογή της ημέρας πραγματοποίησης της πρωτομαγιάτικης διαδήλωσης, έτσι και αυτή τη φορά η επιλογή των εορταστικών εκδηλώσεων δεν ήταν μέρος του αρχικού σχεδίου. Αντίθετα, η μαχητική πτέρυγα του κινήματος, και φυσικά οι αναρχικοί, είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους σ’ αυτές, για ιδεολογικούς λόγους. Η Πρωτομαγιά ήταν γι’ αυτούς μια ημέρα αγώνα.

Οι ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς θα μπορούσαν θεωρητικά να ήταν εκείνοι που θα είχαν προτείνει το μετασχηματισμό της Πρωτομαγιάς σε γιορτή, αφ’ ενός για να αποφύγουν τις συγκρουσιακές τακτικές των αναρχικών και αφ’ ετέρου γιατί προφανώς ήταν υπέρ της μεγαλύτερης δυνατής συμμετοχής στις διαδηλώσεις. Αλλά η ιδέα μιας ταξικής γιορτής, ο συνδυασμός του αγώνα με κάποιες στιγμές διασκέδασης, είναι βέβαιο ότι δεν τους είχε περάσει αρχικά από το μυαλό. Αυτή είχε προκύψει αυθόρμητα και αστραπιαία. Ήταν λογικό μια ημέρα που οι άνθρωποι δεν θα πήγαιναν στη δουλειά να συμπληρώνουν τις πρωινές πολιτικές συναντήσεις και πορείες με απογευματινές και βραδινές κοινωνικές επαφές και διασκέδαση.

Η συγκεκριμένη απόφαση είχε μια επίπτωση μείζονος σημασίας. Σε αντίθεση με την πολιτική, που εκείνα τα χρόνια ήταν αποκλειστικά «αντρική δουλειά», στις γιορτές συμμετείχαν επίσης γυναίκες και παιδιά. Αυτό που έκανε την Πρωτομαγιά μια αυθεντική ταξική εκδήλωση, η οποία παρεμπιπτόντως σε κάποιες χώρες, όπως στην Ισπανία, προσέλκυε όλο και περισσότερους εργάτες που δεν υποστήριζαν τους σοσιαλιστές, ήταν ακριβώς ότι δεν περιορίστηκε στους άνδρες, αλλά ανήκε στις οικογένειες. Εκτός αυτού, μέσω της Πρωτομαγιάς οι γυναίκες που δεν συμμετείχαν άμεσα στην αγορά εργασίας ως μισθωτές εργάτριες, δηλαδή η πλειοψηφία των παντρεμένων γυναικών της εργατικής τάξης σε διάφορες χώρες, ταυτοποιήθηκαν δημόσια ως μέλη του κινήματος και της εργατικής τάξης. Αν η εργάσιμη ζωή στη μισθωτή εργασία ανήκε κυρίως στους άνδρες, η άρνηση παροχής εργασίας έστω για μια ημέρα το χρόνο ενέτασσε στην εργατική τάξη άτομα διαφορετικών ηλικιών και φύλων.

 

 

Το Πάσχα των εργατών

 

Πρακτικά όλες οι μέχρι τότε αργίες ήταν θρησκευτικές. Η Πρωτομαγιά μοιραζόταν με τις χριστιανικές αργίες τη φιλοδοξία για καθολικότητα, την οποία το εργατικό κίνημα ονόμαζε διεθνισμό. Αυτή η καθολικότητα αύξησε την ελκυστικότητά της εργατικής Πρωτομαγιάς.

Οι ιταλοί σοσιαλιστές, έχοντας πλήρη συναίσθηση της αυθόρμητης έλξης που ασκούσε αυτή η νέα γιορτή της εργασίας (festa del lavoro) σε ένα βασικά καθολικό και αγράμματο πληθυσμό, χρησιμοποίησαν ήδη από το 1892 τον όρο «Πάσχα των εργατών», που στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1890 έγινε μια έκφραση του συρμού. Μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε γιατί. Υπήρχε κάποια ομοιότητα του νέου σοσιαλιστικού κινήματος με ένα θρησκευτικό κίνημα. Το ίδιο ίσχυε για τους ηγέτες του, τους ακτιβιστές του και τους προπαγανδιστές του, που έμοιαζαν με το εκκλησιαστικό ιερατείο, ή τουλάχιστον με τον κατώτερο κλήρο.

Όμως, το χαρακτηριστικό του νέου εργατικού κινήματος δεν ήταν η πίστη, ούτε ότι ο λόγος του πολλές φορές έμοιαζε με τον αντίστοιχο θρησκευτικό, αλλά το γεγονός ότι είχε πολύ λίγο επηρεαστεί από το θρησκευτικό μοντέλο, ακόμα και σε εκείνες τις χώρες όπου οι μάζες ήταν βαθιά θρησκευόμενες.

Στην πραγματικότητα ένας βασικός λόγος της μαζικής επιτυχίας της Πρωτομαγιάς ήταν ότι θεωρήθηκε ως η μόνη αργία, η οποία μάλιστα κερδήθηκε από τους αγώνες των ίδιων των εργατών, που συνδεόταν αποκλειστικά με την εργατική τάξη και με τίποτα άλλο. Και, επιπλέον, ήταν μια μέρα που όσοι ήταν συνήθως αόρατοι αποκτούσαν δημόσια προβολή, κατακτώντας προσωρινά τον χώρο των κρατούντων.

 «Οι παπάδες έχουν τις γιορτές τους», έγραφε μια αφίσα για την Πρωτομαγιά του 1891 που κυκλοφόρησε στη Βογκέρα, μια πόλη της κοιλάδας του Πάδου, «οι Μετριοπαθείς έχουν τις γιορτές τους. Το ίδιο και οι Δημοκρατικοί. Η Πρωτομαγιά είναι η γιορτή των εργατών όλου του κόσμου».

 

Ο νέος κόσμος

 

Σε αντίθεση με άλλες δημόσιες αργίες, η Πρωτομαγιά δεν τιμούσε κάτι. Όλες οι εκδηλώσεις της, εκτός από εκείνες που ήταν στη σφαίρα επιρροής των αναρχικών, οι οποίοι ήθελαν να την συνδέουν με τα γεγονότα του 1886 στο Σικάγο, αναφέρονταν στο μέλλον, το οποίο, αντίθετα από το παρελθόν που δεν είχε τίποτα να προσφέρει στους προλετάριους εκτός από άσχημες μνήμες, υποσχόταν την χειραφέτηση. Σε αντίθεση με τη θρησκεία, το κίνημα δεν υποσχόταν τη μετά θάνατον ανταμοιβή, αλλά τη νέα Ιερουσαλήμ επί της γης.

Η εικονογραφία της Πρωτομαγιάς, που είχε τις δικές της απεικονίσεις και τους δικούς της συμβολισμούς, είναι προσανατολισμένη αποκλειστικά στο μέλλον. Πώς θα είναι αυτό το μέλλον, δεν ήταν καθόλου σαφές, το μόνο βέβαιο ήταν ότι θα είναι καλό και ότι θα ερχόταν αναπόφευκτα. Η πρώτη Πρωτομαγιά στη Γερμανία τιμήθηκε με μια αναμνηστική πλάκα που είχε στη μια πλευρά τον Καρλ Μαρξ και στην άλλη το άγαλμα της Ελευθερίας. Ένα αυστριακό πρωτομαγιάτικο έντυπο του 1891 απεικονίζει τον Μαρξ να κρατά το Κεφάλαιο και να είναι στραμμένος προς το μέρος της θάλασσας, δείχνοντας με το δάχτυλό του ένα από τα ρομαντικά νησιά που ήταν γνωστά στους ανθρώπους εκείνης της εποχής από πίνακες ζωγραφικής μεσογειακής τεχνοτροπίας, πίσω από τα οποία ανατέλλει ο ήλιος της Πρωτομαγιάς -το πιο και επιδραστικό και με μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο σύμβολο του μέλλοντος. Στις αχτίδες του ήλιου ήταν γραμμένα τα συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη. Ο Μαρξ περιβάλλεται από εργάτες, που, από ό,τι φαίνεται, είναι έτοιμοι να επανδρώσουν το στόλο των πλοίων που θα αποπλεύσουν, στα πανιά των οποίων είναι γραμμένα τα νέα συνθήματα: καθολικό και άμεσο δικαίωμα ψήφου, οκτάωρο και μέτρα προστασίας για τους εργάτες. Αυτή ήταν η αρχική παράδοση της Πρωτομαγιάς, μια παράδοση που σηματοδοτούσε τον επερχόμενο θρίαμβο, τότε που οι πύλες του νέου κόσμου θα άνοιγαν διάπλατα για την εργατική τάξη.

Όμως, αυτός ο επίγειος παράδεισος δεν ήρθε και η Πρωτομαγιά, όπως και πολλά άλλα στο εργατικό κίνημα, κανονικοποιήθηκε και να θεσμοποιήθηκε, αν και κάτι από την παλιά άνθιση της ελπίδας και του θριάμβου επανήλθε τα επόμενα χρόνια μετά από νικηφόρους αγώνες. Στις περισσότερες χώρες με μαζικά σοσιαλιστικά εργατικά κινήματα, η Πρωτομαγιά έγινε ρουτίνα λίγο πριν από το 1914. Κατά έναν παράξενο τρόπο, ήταν σ’ αυτήν την περίοδο της σταδιακής ένταξής της στη ρουτίνα, που απέκτησε το τελετουργικό της. Όπως έγραψε ένας ιταλός ιστορικός, μόλις έπαψε να θεωρείται ο άμεσος προθάλαμος του μεγάλου μετασχηματισμού, η Πρωτομαγιά έγινε «μια συλλογική ιεροτελεστία, με το δικό της τελετουργικό και τις δικές της θεότητες», που συνήθως είναι εκείνες οι νέες γυναίκες με τα λυτά μαλλιά και τις χλαμύδες, οι οποίες δείχνουν στα πλήθη των ανδρών και των γυναικών το δρόμο προς τον ήλιο που ανατέλλει.

 

Μια ξεχωριστή αργία

 

Πάντως, η σπουδαία εποχή της Πρωτομαγιάς δεν τέλειωσε όταν αυτή εκτός από άτυπη έγινε και νόμιμη -δηλαδή ικανή να συγκεντρώνει μεγάλες μάζες ανθρώπων στο δρόμο. Είναι αλήθεια ότι ο χαρακτήρας της άλλαξε από τη στιγμή που έγινε αργία, η οποία μάλιστα επιβλήθηκε από τα πάνω. Παρόλα αυτά, αν και η Πρωτομαγιά είναι σήμερα μια αργία όχι πολύ διαφορετική από όλες τις άλλες, παραμένει μια ξεχωριστή αργία. Μπορεί να έχει πάψει να είναι «μια γιορτή που δεν την αναφέρουν τα ημερολόγια», αφού τώρα πια βρίσκεται σε όλα τα, ευρωπαϊκά τουλάχιστον, ημερολόγια, αλλά είναι μια αργία που ήρθε από τα κάτω. Την διαμόρφωσαν οι ίδιοι οι ανώνυμοι εργαζόμενοι που, μέσα από αυτήν, αναγνώρισαν τον εαυτό τους ως μια ενιαία τάξη, πέρα από τους διαχωρισμούς τους επαγγέλματος, της γλώσσας, ακόμα και της εθνικότητας, έχοντας συνειδητά αποφασίσει να μην εργάζονται μια φορά το χρόνο, να αψηφούν τον ηθικό, πολιτικό και οικονομικό καταναγκασμό της εργασίας. Όπως έλεγε ο Βίκτορ Άντλερ το 1893: «Αυτή τη σημασία της πρωτομαγιάτικης γιορτής, την αποχή από τη δουλειά είναι που φοβούνται οι αντίπαλοί μας». Αυτό είναι που θεωρούν επαναστατικό.

Όμως πάνω απ’ όλα, η επέτειος της Πρωτομαγιάς είναι για πολλούς από εμάς κάτι βαθιά συγκινητικό, γιατί εκπροσωπεί αυτό που ο γερμανός φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ ονόμασε (και πραγματεύτηκε εκτενώς σε δύο τόμους) Αρχή της Ελπίδας: της ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον σε έναν καλύτερο κόσμο.

 

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet