Ο Ουσμάν Σαμασέκου μιλάει για την ταινία του, που γυρίστηκε στο Μάλι, εκεί όπου καταφεύγουν εκείνοι που ξεκινάνε την πορεία για την Ευρώπη. Η Έστερ και η Κάντι θέλουν να φθάσουν στην Αλγερία, η Νατάσα δεν θυμάται πια το παρελθόν της. Το καταφύγιο στο κέντρο της ταινίας του, λέει ο Ουσμάν Σαμασέκου, το ανακάλυψε στην τύχη. Ζει στο Μάλι αλλά δεν γνώριζε την ύπαρξή του, ίσως γιατί ούτε εκείνος ούτε τα κοντινά του πρόσωπα χρειάστηκε ποτέ να ταξιδέψουν παράνομα για να φθάσουν στην Ευρώπη. Στην απεραντοσύνη της ερήμου, όπου συνυφαίνονται βήματα, ελπίδες, φόβος, βία, εκβιασμοί, εκείνο το γνωστό «εμπόριο» ανθρώπων, που είναι υποχρεωμένοι να υποστούν αυτοί που ταξιδεύουν προς την Ευρώπη, εκτυλίσσεται η ταινία. Άλλωστε υπάρχει στην οικογενειακή του μνήμη: ο θείος του έφυγε πριν από πολλά χρόνια και από τότε κανείς δεν έμαθε τίποτε πια γι’ αυτόν. Ίσως χάθηκε, πέθανε, κρύφτηκε σε μια άγνωστη χώρα, τον ρούφηξε εκείνη η αμμώδης έκταση που μετατρέπεται σε «κόλαση» στα στόματα εκείνων που τη διασχίζουν.

 

 

Αυτά και πολλά άλλα αφηγείται στην ταινία του «The last shelter», που διαγωνίζεται στο φεστιβάλ CPH:DOX (από 21 Απριλίου), «το τελευταίο καταφύγιο», το Maison des Migrants (=Σπίτι των Μεταναστών) που υποδέχεται στο χείλος της Σαχάρας εκείνους που ταξιδεύουν προς άλλους τόπους. Ή εκείνους που επιστρέφουν απογοητευμένοι, πληγωμένοι, πονεμένοι και προσπαθούν να αναβάλουν όσο περισσότερο γίνεται την επιστροφή στο σπίτι. Ένα μέρος όπου κανείς δεν σταματά, όλοι είναι περαστικοί, κουβαλώντας μαζί τους τα βιώματα και τις εμπειρίες τους που, κάποιες φορές, θέλουν να τις μοιραστούν. Οι ιστορίες τους δεν είναι γνωστές, κανείς δεν τις συγκεντρώνει, κανείς δεν καταφέρνει να αφηγηθεί το απεγνωσμένο πείσμα να προχωρήσουν επ’ άπειρο, σ’ εκείνο το φυσικό σύνορο.

«Οι φίλες μου πόσταραν στο Facebook, έμοιαζαν ευτυχισμένες στη Γαλλία, έτσι θέλησα να προσπαθήσω κι εγώ», λέει μια κοπέλα. Μια άλλη ήρθε στην Αλγερία επειδή την πούλησαν: πορνεία, σεξουαλική δουλεία, μέχρι που κατόρθωσε να δραπετεύσει. Η φωνή της αντηχεί ανάμεσα στα ανθρώπινα χνάρια στην έρημο, γλυκιά και τραγική. Είναι εκεί και μια γυναίκα που δεν μιλάει πια, την φωνάζουν Νατάσα, επαναλαμβάνει τις χειρονομίες, δεν θυμάται: ποια φαντάσματα διώχνει; Η Έστερ και η Κάντι είναι δύο έφηβες που το έχουν σκάσει, προσπαθούν να τις σταματήσουν, αλλά κυρίως η Έστερ δεν θέλει να εγκαταλείψει την ιδέα της Αλγερίας: η μητέρα της πέθανε, η οικογένεια της θεωρεί ξένη. Με σεβασμό, ο Ουσμάν Σαμασέκου στέκει δίπλα τους, ακούει τις εκμυστηρεύσεις της Έστερ, συνοδεύει τις κινήσεις των χεριών των κοριτσιών, τις ανασφάλειες, την αποφασιστικότητα. Χωρίς να τις πιέζει κινηματογραφεί γύρω, ακούει τις σκέψεις αυτών που συναντά δίνοντας «πρώτο πρόσωπο» σε όποιον μένει έξω από το κάδρο.
«Σκεφτόμουν εδώ και καιρό να κάνω μια ταινία για τη μετανάστευση, αλλά δεν ήμουν βέβαιος για τη μορφή με την οποία θα την υλοποιούσα, δεν ήξερα αν έπρεπε να είναι fiction ή ντοκιμαντέρ. Ήθελα επίσης σ’ αυτή την αφήγησή μου να υπάρχει η έρημος. Συνεχίζοντας να εργάζομαι ανακάλυψα το Σπίτι των Μεταναστών, πήγα να το δω και συνάντησα μια γυναίκα, την Νατάσα, που είχε χάσει τη μνήμη της. Σκέφτηκα αμέσως τον θείο μου. Ίσως κι εκείνος να βρισκόταν στην ίδια κατάσταση. Όλα άρχισαν απ’ αυτό.

 

Τι σου έκανε εντύπωση στη Νατάσα και γιατί τη σύνδεσες με τον θείο σου, στον οποίο είναι αφιερωμένη η ταινία;
Είπα μέσα μου ότι, όπως κι εκείνη, ίσως και ο θείος μου να μην ήθελε να αντιμετωπίσει την επιστροφή και γι’ αυτό να είχε σβήσει από τη μνήμη του την προηγούμενη ζωή του. Με προσέλκυσε το βλέμμα της Νατάσας και η σιωπή της: καμία από τις κινήσεις της δεν εξέφραζε κάτι τεράστιο, ενώ κουβαλούσε μέσα της το φορτίο όλων των ανθρώπων που έρχονται στο Σπίτι των Μεταναστών. Κι αυτή είναι η πρώτη ερώτηση που έθεσα στον εαυτό μου: με ποιον τρόπο να παρουσιάσω τις ιστορίες τους; Πριν να κινηματογραφήσω πέρασα χρόνο στο Σπίτι των Μεταναστών, ήταν αναγκαίο να με δεχτούν, δεν ήθελα να με δουν σαν τον δημοσιογράφο που έρχεται να βγάλει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τη ζωή τους. Αυτό που αναζητούσα ήταν το αντίθετο, ήθελα να είμαι η φωνή που δεν έχουν, να πω τις εμπειρίες τους, τι σημαίνει να φεύγεις από το σπίτι σου, να είσαι αναγκασμένος να το κάνεις – μια κατάσταση που βίωσε και η οικογένειά μου.


Ίσως ακριβώς αυτό να είναι το ερώτημα που δεν θέτει στον εαυτό του όποιος καταδικάζει τους μετανάστες, όποιος πιέζει για επαναπροωθήσεις, για να κλείσουν τα σύνορα: γιατί φεύγουν;
Με ρωτάνε συχνά και, πέρα από οικονομικές και κοινωνικές λογικές, πιστεύω ότι υπάρχει κάτι βαθύ μέσα στον άνθρωπο που τον σπρώχνει να κινείται και να σπάει τις απαγορεύσεις. Πολλοί νομίζουν ότι αν πραγματικά δεν υπήρχε τίποτα «από την άλλη πλευρά», δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να προστατευθούν εκείνες οι χώρες με τόση μανία, κι έτσι αποφασίζουν να προσπαθήσουν, όπως έκαναν νωρίτερα άλλοι. Ξεκινάνε για να αναζητήσουν κάτι που δεν έχουν, για να βοηθήσουν την οικογένεια. Αν υπήρχε μια σοβαρή και ευαίσθητη πολιτική για τη μετανάστευση οι άνθρωποι δεν θα διακινδύνευαν τη ζωή τους στην έρημο για να φθάσουν στην Ευρώπη. Η Αλγερία, για την οποία μιλάνε περισσότερο στην ταινία, είναι ο πρώτος προορισμός και πολλοί μένουν εκεί λίγο πριν συνεχίσουν το δρόμο τους προς τη Λιβύη, υποχρεωτικό σταθμό για την Ευρώπη.

 

Η Έστερ και η Κάντι, οι δύο πρωταγωνίστριες, στην αρχή μοιάζουν πεισμένες να υποχωρήσουν. Είναι σαφές όμως ότι δεν είναι δυνατό, ιδιαίτερα για την Έστερ που υποφέρει. Έχεις μια πολύ άμεση σχέση και με τις δύο, πώς την δημιούργησες;
Είναι τα τελευταία άτομα που κινηματογράφησα, στην αρχή η Έστερ είχε αρνηθεί, ενώ η Κάντι είχε δεχτεί αμέσως. Μετά και η Έστερ ανοίχτηκε, μου ζητούσε συμβουλές, της είπα για την πραγματικότητα στην Ευρώπη, σιγά-σιγά έμοιαζε να έχει ξεχάσει την κάμερα, αν ήθελε να κλάψει έκλαιγε, ή ήταν λυπημένη, μιλούσε, έμενε σιωπηλή. Περάσαμε μαζί δέκα μέρες και ήταν αυτές που έδωσαν νόημα στην ταινία, χωρίς αυτήν δεν ξέρω αν θα λειτουργούσε.

 

Ξέρεις πού είναι τώρα και τι κάνουν η Έστερ και η Κάντι;
Η Κάντι επέστρεψε στη Μπουρκίνα Φάσο στην οικογένειά της, η Έστερ έφθασε στην Αλγερία, για λίγο αλληλογραφούσαμε, μετά έχασα τα ίχνη της και τώρα το τηλέφωνό της δεν λειτουργεί πια. Ελπίζω να μην της συνέβη κάτι κακό. Αισθάνομαι τύψεις, θα έπρεπε να την είχα εμποδίσει να φύγει, αλλά για να το κάνω έπρεπε να της προτείνω κάτι συγκεκριμένο και εκείνη τη στιγμή δεν ήμουν σε θέση να βρω τα μέσα για να την βοηθήσω. Άτομα σαν την Έστερ φεύγουν γιατί δεν έχουν πια τίποτα, η μοναδική λύση γι’ αυτά είναι να συνεχίσουν να προχωρούν. Όλες και όλοι γνωρίζουν τον κίνδυνο, ξέρουν ότι μπορεί να γίνουν σκλάβες του σεξ, ότι οι τρομοκράτες μπορεί να τα εξαναγκάσουν να ενταχθούν σε ένοπλες ομάδες και να πολεμήσουν, ότι στην έρημο υπάρχουν οι διακινητές ανθρώπων. Κι όμως, είναι καλύτερα να φύγουν από το να μείνουν. Πρέπει να πούμε ότι στη Σαχάρα πάντα ταξίδευαν οι άνθρωποι, σήμερα όμως όλα είναι πιο συνδεδεμένα με τα μίντια και αντικατοπτρίζουν όσα συμβαίνουν σε μια φτωχή χώρα, χωρίς ασφάλεια, με εμπόλεμες περιοχές.

 

Τι γίνεται με το αφρικανικό σινεμά; ποια είναι η κατάσταση για τη νέα γενιά σαν τη δική σου;
Είναι δύσκολο να ζήσει κάποιος από τις ταινίες του, δεν έχουμε κινηματογραφική βιομηχανία, ιδιαίτερα στη γαλλόφωνη Αφρική όπως το Μάλι ή η Μπουρκίνα. Τα συστήματα χρηματοδότησης δεν έχουν κουλτούρα κινηματογράφου, η τηλεόραση δεν αγοράζει τις ταινίες και αν θέλω να προγραμματίσει μια δική μου πρέπει να την πληρώσω εγώ. ’Πρέπει να γίνει πολιτική δουλειά για να παρακινηθούν οι άνθρωποι, το κοινό, να δουν τις ταινίες μας και για να τις στηρίξουν οι θεσμοί. Είναι αλήθεια ότι το ψηφιακό σύστημα ή το σύστημα των διεθνών συμπαραγωγών βοηθάνε, αλλά ο κινηματογράφος μας πρέπει να χρηματοδοτείται τοπικά, διαφορετικά δεν θα εξελιχθεί ποτέ.

 

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Il Manifesto» στις 20.04.2021.

Κριστίνα Πιτσίνο Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet