Συζήτηση με την καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο,
Μαρία Καραμεσίνη
και τον αναπληρωτή οργανωτικό γραμματέα του Εργατικού Κέντρου Αθήνας,
Χρήστο Γιαμπουράνη

 

Η πρώην διοικήτρια του ΟΑΕΔ Μαρία Καραμεσίνη και το μέλος της Γραμματείας ΕΜΕΙΣ-ΑΡΚΙ Χρήτος Γιαμπουράνης συζητούν για το αντεργατικό νομοσχέδιο που ετοιμάζεται να καταθέσει η κυβέρνηση. Η Μ. Καραμεσίνη συνοψίζει το νομοσχέδιο σε τρία σημεία καθώς αυτό «καταργεί το οκτάωρο, αποδιοργανώνει το χρόνο των εργαζομένων και αποτελεί θανάσιμο πλήγμα στο συνδικαλισμό». Ο Χρ. Γιαμπουράνης τονίζει τη σημασία ανάπτυξης ενός μαζικού κινήματος μέσα στους εργασιακούς χώρους, που θα συμπεριλάβει όλες τις βαθμίδες της συνδικαλιστικής οργάνωσης. «Αν δεν συμβεί αυτό, ο καθένας θα μείνει στον ατομικό του δρόμο», καταλήγει.

 

 

Οι εορτές μετέθεσαν μια πολύ φορτωμένη, όμως, Πρωτομαγιά, που μπορεί να τη θυμόμαστε.

Χρήστος Γιαμπουράνης: Πράγματι, δεν είναι ένας οποιοσδήποτε γιορτασμός. Οι Πρωτομαγιές πάντα συνδέονται με τη συγκυρία. Εδώ, τώρα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια ιστορικών διαστάσεων, μπορούμε νομίζω να τη χαρακτηρίσουμε έτσι, πρόκληση σε σχέση με το νομοσχέδιο που προετοιμάζεται να φέρει ο Κ. Χατζηδάκης που εμπεριέχει την κατάργηση του οκταώρου, συνδεδεμένο ιστορικά με την Πρωτομαγιά και τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Θα πρέπει να δοθεί το σήμα της αντεπίθεσης από την πλευρά των εργαζομένων, των συνδικάτων να μην περάσει.

 

Ποιες είναι οι προετοιμασίες των οργανώσεων; Υπάρχει η απαραίτητη ενότητα;

Χ.Γ.: Προετοιμαζόμαστε για την επιτυχία της 6ης Μάη, την ημερομηνία που επιλέχθηκε. Είναι  απόφαση πολλών συνδικαλιστικών οργανώσεων πέρα από το να τιμήσουμε την Πρωτομαγιά, αυτή η μέρα να δώσει το έναυσμα για σειρά κινητοποιήσεων μέχρι την κατάθεση του νομοσχεδίου. Η ΓΣΕΕ, η πλειοψηφία της, επέλεξε να πάει στις 4 Μαΐου. Είναι επιλογή που δεν μπορεί να συσπειρώσει, να δώσει το σήμα από την πλευρά των εργαζομένων καθώς είναι η ημερομηνία της επίσημης αργίας που όρισε η κυβέρνηση για να την αποδυναμώσει. Η ΓΣΕΕ πάει με το πνεύμα του νόμου και όχι με τη διάθεση αγωνιστικότητας των εργαζομένων. Για την 6η Μάη έχουν πάρει απόφαση η ΑΔΕΔΥ, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας, μια σειρά μεγάλων Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων πανελλαδικά. Νομίζουμε ότι έτσι θα δοθεί η δυνατότητα να εκφραστεί η αγανάκτηση των εργαζομένων αλλά και να προταθεί ένα εναλλακτικό σχέδιο. Ήδη από τις 6 Μαΐου, αλλά και πολύ περισσότερο αμέσως μετά, θα δώσουμε κατεύθυνση κλιμάκωσης πηγαίνοντας στην κατάθεση του νομοσχεδίου. Για μας αυτό δεν πρέπει να ψηφιστεί, να μην γίνει νόμος. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, με τις όποιες δυνάμεις έχουμε, να συμβάλλουμε σε κοινούς ενωτικούς αγώνες. Χρειαζόμαστε δράσεις που θα είναι ευφάνταστες, θα έχουν κινηματικά χαρακτηριστικά και θα ενώνουν.

 

Η στάση αυτή της ΓΣΕΕ είναι προμήνυμα ότι θα είναι συγκαταβατική με το νομοσχέδιο;

Χ.Γ.: Το γεγονός ότι ακόμη δεν έχουν βγάλει μια ανακοίνωση για όσα βγαίνουν στη δημοσιότητα, επισήμως ή ημιεπισήμως, σαν να θεωρεί ότι είναι μικρής σημασίας ζήτημα, δείχνει τις προθέσεις της. Όπως και για τις επικείμενες αλλαγές σε ένα εμβληματικό συνδικαλιστικό νόμο, τον Ν.1264/82, μας προϊδεάζει ότι στην πραγματικότητα αρνείται να οργανώσει τους αναγκαίους αγώνες. Δεν αρκεί μια απεργία – ντουφεκιά. Μας χρειάζεται ένα συνολικό σχέδιο κινητοποιήσεων και πρότασης που θα απαντά, στις σύγχρονες συνθήκες στην επίθεση που δεχόμαστε.

Μαρία Καραμεσίνη: Η στάση της ΓΣΕΕ είναι το λιγότερο αναντίστοιχη με το  μέγεθος της απειλής. Διότι αυτό που διακυβεύεται με το νομοσχέδιο δεν είναι μόνο η πλήρης ευελιξία και η απορρύθμιση του χρόνου εργασίας. Οι επικείμενες αλλαγές στον Ν.1264 απειλούν την ύπαρξη των συνδικάτων. Περιορίζοντας τη συλλογική αυτονομία των συνδικάτων και υπονομεύοντας τη δυνατότητα προκήρυξης και επιτυχούς έκβασης μιας απεργίας, ιδίως εκεί που υπάρχουν ακόμα σχετικά ισχυρά συνδικάτα, θα επιφέρουν θανάσιμο πλήγμα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Έχει προηγηθεί το πλήγμα στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τώρα καταφέρεται ένα πλήγμα στο δικαίωμα της απεργίας. Αν τα συνδικάτα δεν μπορούν να διαπραγματεύονται με τους εργοδότες τους όρους εργασίας και να προκηρύσσουν απεργίες, γιατί οι εργαζόμενοι να οργανώνονται πλέον σε αυτά;

 

Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις που θα αντιδράσουν είναι σημαντικές. Μπορούν όλοι αυτοί να συγκροτήσουν το εναλλακτικό σχέδιο;

Χ.Γ.: Η συζήτηση έχει αρχίσει. Ίσως όχι όσο θα θέλαμε συστηματική, αλλά υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον σε διάφορα επίπεδα. Το συναντάμε και σε κόσμο που δεν είναι συνδικαλισμένοι και ψάχνουν να βρουν τρόπο έκφρασης. Το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να συνδεθεί μ’ αυτές τις διεργασίες, για να υπάρξει ένα νέο αφήγημα της σύγχρονης εργασίας. Άρα να μετατρέψουμε την επίθεση που δεχόμαστε σε μια μεγάλη ευκαιρία ανασυγκρότησης όπως, πχ, για μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση μισθού, για τον τρόπο της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και οργάνωσης των εργαζομένων, για τον τρόπο συγκρότησης και τον ρόλο των συνδικάτων. Και την ίδια στιγμή να έχουμε πάρα πολύ καθαρό ότι υπερασπιζόμαστε κατακτήσεις, όσες έχουν απομείνει, όπως το 8ωρο, την ιστορικότητα του Ν.1264 και τους αγώνες που δόθηκαν για να υλοποιηθεί. Αυτό μας έχει φέρει έως εδώ και ήταν αυτό που συνέβαλλε στην ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος, με όλες τις παθογένειες, βέβαια, που συνοδεύτηκε στην πορεία, αλλά δεν είναι αυτό το επίδικο τώρα. Για να έχουμε μέλλον πρέπει να είμαστε γνώστες της ιστορικότητάς μας, προωθήσεων και όποιων λαθών ή παθογενειών ή παραλείψεων αλλά τις πάρα πολλές δυνατότητες.

 

Στο εκκολαπτόμενο νομοσχέδιο το κρίσιμο είναι η διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Τι ορίζει, τι επιδιώκεται;

Μ.Κ.: Αυτό που επιδιώκει είναι η ατομική διευθέτηση του χρόνου εργασίας, η ατομική συμφωνία εργαζόμενου και εργοδότη. Προσπαθεί να παρακάμψει οποιοδήποτε εμπόδιο έθετε η διευθέτηση μέσω συμφωνίας εργοδότη και σωματείου που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία. Έρχεται, στην ουσία η κυβέρνηση να νομιμοποιήσει την υπάρχουσα εργοδοτική αυθαιρεσία στην αγορά εργασίας που η ίδια μεθόδευσε, καταργώντας την προστασία του ωραρίου από τον πρώτο μήνα της πανδημίας. Θυμίζουμε ότι με τα πρώτα μέτρα καταργήθηκε η υποχρέωση προδήλωσης στην Εργάνη του χρόνου υπερεργασίας και των υπερωριών από τους εργοδότες, που ακύρωσε πλήρως τον έλεγχο του ωραρίου από το ΣΕΠΕ. Η έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για τον Μάρτιο αποκαλύπτει ότι το 52% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα κάνουν υπερωρίες, ενώ το 40% είναι απλήρωτες. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι ένα 25% των εργαζομένων βρίσκεται σε αναστολή σύμβασης, καταλαβαίνουμε πόση έκταση έχει πάρει το φαινόμενο με ευθύνη της Κυβέρνησης. Ο κ. Χατζηδάκης λέει ότι δεν κάνει τίποτε άλλο, διότι δεν ισχύει το 8ωρο, παρά να νομοθετεί κάτι που είναι τετελεσμένο. Δεν διστάζει να προκαλεί.

 

Παρ’ όλα αυτά, επειδή η διευθέτηση μέσω του σωματείου δεν λειτούργησε, τώρα έρχονται να κάνουν ένα μεγάλο, ακόμη, βήμα που γνωρίζουμε ζητά καιρό, τώρα και ο ΣΕΒ.

Μ.Κ.: Ναι επειδή δεν περπάτησε, βγάζουν τώρα από τη μέση το σωματείο. Συγχρόνως παρουσιάζουν την κατάργηση του 8ώρου και το ευέλικτο ωράριο με ατομική διευθέτηση ως ατομικό δικαίωμα, που θα ασκείται με πρωτοβουλία του εργαζόμενου και θα εφαρμόζεται με σύμφωνη γνώμη του εργοδότη. Αυτό είναι σκανδαλώδες επιχείρημα, που αντιστρέφει πλήρως την πραγματικότητα στις συνθήκες ασυδοσίας στην αγορά εργασίας, μαζικής ανεργίας και αβεβαιότητας για το δικαίωμα στην εργασία για πολύ μεγάλο ποσοστό εργαζόμενων και με προβλέψεις για εκτίναξη της ανεργίας μετά την επανεκκίνηση της οικονομίας. Μέσα σ’ αυτές, λοιπόν, τις ζοφερές εργασιακές συνθήκες, και τις αρνητικές προβλέψεις για την οικονομία, ο κ. Χατζηδάκης ισχυρίζεται ότι η υπέρβαση του 8ώρου θα είναι ατομικό δικαίωμα του εργαζόμενου, ενώ στην πράξη η κυβέρνηση θεσμοθετεί το διευθυντικό δικαίωμα στην πλήρη απορρύθμιση του χρόνου εργασίας. Γιατί χωρίς συλλογικό πλαίσιο ρύθμισης των όρων εργασίας, συνδικάτα και ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων, στο πλαίσιο μιας αγοράς εργασίας που είναι άναρχη και με μαζική ανεργία, το τύποις ατομικό δικαίωμα του εργαζόμενου μετατρέπεται σε δικαίωμα του εργοδότη. Επιπλέον, με το νομοσχέδιο αυξάνεται το επιτρεπόμενο όριο νόμιμων υπερωριών. Άρα έχεις δυο μορφές ευελιξίας: στη μια ο εργοδότης δεν θα αμείβει καθόλου την υπερωριακή απασχόληση και, υποτίθεται, θα τη συμψηφίζει αργότερα με μειωμένο χρόνο εργασίας. Υποτίθεται, διότι στην πράξη μπορεί να μην εφαρμόζεται, δηλαδή δεν θα έχεις χρόνο να “πας για τις ελιές” σου, αλλά ακόμη και να εφαρμόζεται αυτή η ευελιξία είναι υπέρ του εργοδότη, με αρνητικότατες συνέπειες για τους εργαζόμενους με οικογενειακές υποχρεώσεις, ιδίως τις γυναίκες. Η άλλη είναι η κλασική μορφή ευελιξίας, αλλά η αύξηση του ορίου των υπερωριών βλάπτει σοβαρά την υγεία, ασφάλεια και οικογενειακή ζωή των εργαζομένων και την αναγκαία προσπάθεια αναχαίτισης της ανεργίας την επόμενη μέρα της πανδημίας.

Χ.Γ.: Το νομοσχέδιο επιχειρεί να εξισώσει τη διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη και άρα να απευθυνθεί στους εργαζόμενους και να τους πει ότι έχουν διαπραγματευτική δυνατότητα σε ατομική βάση και θα τα καταφέρουν έναντι των εργοδοτών. Να μην τους ενδιαφέρει η συλλογικότητα αυτή ανήκει στο παρελθόν, το μέλλον είναι στη βάση των εργασιακών ικανοτήτων του καθενός. Οι εργαζόμενοι το προσπερνούν αυτό και κατανοούν πλήρως ότι πάει να νομιμοποιήσει τις παρανομίες που γίνονταν, είναι ταφόπλακα για το μέλλον της εργασίας. Γιατί ναι μεν το 8ωρο δεν εφαρμοζόταν σε πάρα πολλές περιπτώσεις, αλλά την ίδια στιγμή είναι και σημείο αναφοράς. Δηλαδή, ο τρόπος για να μετρήσεις τις εργοδοτικές αυθαιρεσίες έναντι των ατομικών σου δικαιωμάτων ως εργαζόμενος – όταν δεν υπάρχει σωματείο ή Συλλογική Σύμβαση στην περίπτωσή σου – είναι η καταπάτηση του 8ωρου. Όταν ήθελε κάποια/ος να διαπραγματευθεί, να καταγγείλει τον εργοδότη, να γκρινιάξει στο κάτω–κάτω της γραφής, να κάνει μια καταγγελία που θα προκαλούσε την απόλυσή του, να πάρει την αποζημίωσή του ώστε ενδεχομένως να βρει κάτι καλύτερο να συνεχίσει τη ζωή του αυτό συνήθως γινόταν στο έδαφος της καταγγελίας για το 8ωρο. Αυτό κάλυπτε τον κάθε εργαζόμενο και τον μη συνδικαλισμένο που είναι η μεγάλη πλειοψηφία. Το βλέπουν τώρα αυτό οι εργαζόμενοι. Όσα λέγονται, για ατομική διαπραγμάτευση κ.τ.λ. δεν ισχύουν. Όσον αφορά τις υπερωρίες είναι συνεπές με τη λογική που διέπει συνολικά το νομοσχέδιο. Δηλαδή, και μεγαλώνει το όριο και μειώνει το κόστος για να αυξήσει αφενός την κερδοφορία των εργοδοτών, αφετέρου να περιορίσει τα δικαιώματα των εργαζομένων.

 

Έχουμε, δηλαδή, μια ακόμη προσπάθεια μείωσης της αμοιβής της εργασίας;

Χ.Γ.: Σε συνδυασμό και με την υποχώρηση των συλλογικών συμβάσεων, ναι εντάσσεται σε ένα συνολικότερο σχέδιο.

Μ.Κ.: Το νομοσχέδιο ολοκληρώνει τις μνημονιακές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις που έγιναν με στόχο τη δραστική μείωση του κόστους εργασίας αρχικά και τον αυστηρό έλεγχο της εξέλιξής του στη συνέχεια. Είναι η τελευταία πράξη σε ένα δράμα που ξεκίνησε το 2010 και επιδιώκει να εγκαθιδρύσει για την επόμενη μέρα της πανδημίας ένα σύστημα εργασιακών σχέσεων χωρίς συνδικάτα, με τον εργαζόμενο μόνο και απροστάτευτο να «διαπραγματεύεται» με τον εργοδότη. Εργασιακός μεσαίωνας.

 

Ας έλθουμε τώρα στο σκέλος του νομοσχεδίου που αφορά το συνδικαλιστικό νόμο 1264/82. Τι ξέρουμε έως τώρα;

Χ.Γ.: Ο χορός των διαρροών είτε από τον υπουργό είτε από τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ δεν είναι κάτι τυχαίο, δοκιμάζουν. Όμως, δυο άξονες φαίνεται ότι είναι δεδομένοι, ως χαρακτηριστικοί της πολιτικής. Η μια, την αναλύσαμε ήδη, είναι το 8ωρο και η άλλη είναι οι αλλαγές στον Ν.1264. Θα έχουμε, όπως φαίνεται, αλλαγές στην κήρυξη της απεργίας με την εισαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, το αυξημένο όριο στο προσωπικό ασφαλείας των επιχειρήσεων όταν γίνονται κινητοποιήσεις και την ποινικοποίηση στον τρόπο οργάνωσης της απεργίας. Θα περιλαμβάνει περιορισμούς σε όλο το εύρος των συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων όπως την κήρυξη της απεργίας, την κυκλοφορία των υλικών του σωματείου, την προπαγάνδιση, τον τρόπο οργάνωσής της, αν μπορεί να μπει ένα πανό που να λέει ότι σήμερα γίνεται απεργία, καλεί σε συμμετοχή κτλ. Κι αυτό που λέμε, κλασικά, περιφρούρηση της απεργίας ποινικοποιεί. Στην πραγματικότητα το μετατρέπει σε αδίκημα. Επανέρχεται η ποινικοποίηση των αγώνων κάτι συνεπές με τις αντιλήψεις της κυβέρνησης για το πώς πρέπει να ασκείται ο συνδικαλισμός. Αν αυτό περάσει τότε μιλάμε για μια άλλη κατάσταση στα συνδικάτα τουλάχιστον με τη μορφή που τα γνωρίζαμε. Και εδώ είναι οι τεράστιες ευθύνες της ΓΣΕΕ.

 

Μ.Κ.: Να επαναλάβω το ουσιώδες για μένα. Όταν έχει ήδη περιοριστεί η συλλογική διαπραγμάτευση των όρων εργασίας και σύμφωνα με στοιχεία του ILO μόνο το 18% των μισθωτών καλύπτεται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, και τώρα θα περιοριστεί δραστικά το δικαίωμα στην απεργία, οι εργαζόμενοι δεν θα έχουν πλέον κίνητρο να συμμετέχουν στα συνδικάτα. Το νομοσχέδιο είναι ένα πλήγμα όχι μόνο στην υπάρχουσα μορφή συνδικαλισμού. Απειλεί γενικότερα με μακροχρόνια εξαφάνιση των συνδικάτων στην Ελλάδα, ως θεσμού υπεράσπισης των συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων.

 

Η κυβέρνηση προσπαθεί να κρύψει έντονα αντεργιακές πλευρές του νομοσχεδίου με κάποιες θετικές πρόνοιες. Να το δούμε αυτό;

Χ.Γ.: Βεβαίως. Η εξίσωση, πχ, της αποζημίωσης των εργατοτεχνιτών με τους υπαλλήλους ήταν όντως πάγιο αίτημά μας. Όμως, όταν το φέρνει αυτό η κυβέρνηση και την ίδια στιγμή έχει κρατήσει την προειδοποίηση της απόλυσης, είναι κοροϊδία. Διότι ο εργοδότης, μέσω της προειδοποίησης, μπορεί να γλυτώσει το μεγαλύτερο μέρος της αποζημίωσης έτσι και αλλιώς. Αν, όντως, είχε καλή διάθεση θα έπρεπε να καταργήσει την προειδοποίηση απόλυσης.

 

Μ.Κ.: Το ίδιο ισχύει για το δικαίωμα αποσύνδεσης των τηλεργαζόμενων, την ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 190 για τη βία και την παρενόχληση στην εργασία. Επίσης, ένα μήνα πριν τη λήξη της προθεσμίας, ενσωματώνει την ευρωπαϊκή οδηγία για τη συμφιλίωση οικογενειών, ενώ λέει ότι θα δώσει συνδικαλιστικά δικαιώματα στους αυτοαπασχολούμενους στις πλατφόρμες. Προσπαθεί έτσι, με κάποια θετικά μέτρα, να περάσει ένα νομοσχέδιο που καταργεί το οκτάωρο, αποδιοργανώνει το χρόνο των εργαζομένων και αποτελεί θανάσιμο πλήγμα στον συνδικαλισμό.

 

Περνούν αυτά μέσα στους εργαζόμενους;

Χ.Γ.: Να δούμε τι απ’ όλα αυτά θα κατατεθεί, τελικά. Μην ξεχάσουμε, επίσης, ότι όλα αυτά είναι χωρίς διαβούλευση με τους εργαζόμενους και τη ΓΣΕΕ. Η κυβέρνηση έχει αλλεργία στο διάλογο, όπως και στο Ταμείο Ανάκαμψης. Πχ, τι ακριβώς θα ισχύει τους εργολαβικά εργαζομένους; Θα τους συμπεριλάβει το αίτημα της αποσύνδεσης ή θα τους ξεχάσει; Κατά τη γνώμη μου οι εργαζόμενοι έχουν αντιληφθεί πλήρως την επικινδυνότητα αυτού του νομοσχεδίου ειδικά ότι έχει να κάνει με την κατάργηση του 8ωρου. Το αν θα αντιδράσουν και πώς είναι άλλη συζήτηση και συνδέεται με το πώς θα  κινηθούν τα συνδικάτα. Αν, δηλαδή, θα δοθεί το έναυσμα, ότι πάμε για ένα συνολικό σχέδιο αντεπίθεσης όπου έχουμε θέσεις, προτάσεις κτλ για τον τρόπο οργάνωσης των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα, για τις εργολαβικές σχέσεις, για τη μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση μισθού, πως αντιλαμβανόμαστε την ενότητα μεταξύ των εργαζομένων. Το αν θα αναπτυχθεί ένα κίνημα που θα δίνει μάχες υπεράσπισης των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα με εργολαβικές σχέσεις κτλ και την ίδια στιγμή θα είναι κομμάτι των αγωνιών και των αγώνων μας, για τη μη ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ, δημόσια υγεία, παιδεία, συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας, το περιβάλλον, την ποιότητα ζωής και κατοικίας, κ.ά. Αν, λοιπόν, υπάρξει ένα κίνημα μέσα στους εργασιακούς χώρους που θα συμπεριλάβει όλες τις βαθμίδες της συνδικαλιστικής οργάνωσης ή αν δεν θα συμβεί αυτό, οπότε ο καθένας θα μείνει στον ατομικό του δρόμο, προφανώς ο κάθε εργαζόμενος αντιλαμβάνεται την επικινδυνότητα αλλά θα έχει την ικανότητα αντίδρασης.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet