Νίκος Μπελαβίλας «Ιστορία της πόλης του Πειραιά. 19ος και 20ός αιώνας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2021

 

Έρημος τόπος ήταν ο Πειραιάς στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν το 1833 ο Όθων αναζητούσε την πόλη που θα γινόταν η νέα πρωτεύουσα της χώρας. Η επιλογή της Αθήνας θα άλλαζε και το γειτονικό της λιμάνι, τον Πειραιά.

Από εκεί πιάνει την αφήγησή του ο Νίκος Μπελαβίλας, για να γράψει την ιστορία της πόλης τους δύο τελευταίους αιώνες, σε ένα βιβλίο πολύ πλούσιο σε υλικό, το οποίο όμως διαβάζεται και πάρα πολύ ευχάριστα –ένα βιβλίο που σε καμία περίπτωση δεν απευθύνεται μόνο σε ειδικούς.

Στις σελίδες του παρακολουθούμε πώς χτίζεται και οργανώνεται σιγά σιγά η νέα πόλη πάνω σε μια γη φορτωμένη με αρχαία ερείπια, καθώς δημιουργείται το «αττικό οικιστικό δίπολο» του Πειραιά και της Αθήνας. Ο πληθυσμός της πόλης το 1834 ήταν 150 κάτοικοι, ενώ το 1842 είχε φτάσει τους 2.611 κατοίκους και το 1850 τους 5.286.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τον Μεσοπόλεμο, εξελίσσεται η «αστική ωρίμανση» αυτής της «πόλης των κοινωνικών αντιφάσεων». Βλέπουμε, λοιπόν, πώς οργανώνονται οι διαφορετικές συνοικίες, ο δημόσιος χώρος, τα ιδιωτικά και δημόσια κτήρια, τα αρχοντικά και τα παραπήγματα στις φτωχογειτονιές, αλλά και πώς διαμορφώνονται η κοινωνική σύνθεση και οι κοινωνικές συμπεριφορές στην πόλη. Θα θυμηθούμε και το ξενοδοχείο «Πειραιεύς», όπου το 1918 πραγματοποιήθηκε η ιδρυτική συνδιάσκεψη του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ), αλλά και τα Βούρλα των πορνείων και των φυλακών (απ’ όπου έγινε η ιστορική απόδραση των κομμουνιστών κρατουμένων το 1955), όπως και τη «μυθολογία» του «μικρόκοσμου» της Τρούμπας. Παρακολουθούμε επίσης όλη την πορεία της ανάπτυξης του λιμανιού, αλλά και της βιομηχανίας που ανθούσε στην περιοχή.

Το βιβλίο στέκεται, προφανώς, ιδιαίτερα στη μεγάλη τομή της έλευσης των προσφύγων, το 1922, καθώς «οι κύριες πόλεις υποδοχής, όπως ο Πειραιάς, υπέστησαν κοσμογονικές αλλαγές που μετέβαλαν την πορεία και τη μορφή του αστικού χώρου», καθώς «άλλοι εκατό χιλιάδες παρίες εισήλθαν στον Πειραιά», οι οποίοι, μπροστά στην αδράνεια των αρχών του δήμου, άρχισαν να δημιουργούν «μια άλλη, “αόρατη” πόλη πίσω από τους λόφους και τις σιδηροδρομικές γραμμές, ενίοτε όμως και σε κενά του παλιού αστικού ιστού». Έτσι κι αλλιώς, το βιβλίο επεκτείνεται εξαρχής και πέρα από τον δήμο του Πειραιά και πραγματεύεται όλη την περιοχή του «μείζονος Πειραιά», οπότε στο θέμα αυτό στέκεται ιδιαίτερα στις περιοχές που απορρόφησαν μεγάλο αριθμό προσφύγων, όπως η Κοκκινιά, «η μοναδική γειτονιά που εποικίστηκε εξολοκλήρου από πρόσφυγες».

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Δεκέμβρης του 1944, χάραξαν βαθιά σημάδια στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά και στους ανθρώπους της, αφήνοντας πίσω τους μια «τραυματισμένη πόλη». Στις σελίδες του βιβλίου παρακολουθούμε τις προσπάθειες ανάκαμψης, αλλά θυμόμαστε και την ολέθρια δημαρχία Σκυλίτση, επί χούντας, που άφησε πίσω του, εκτός από έναν χρεοκοπημένο δήμο, και «έρημους σκελετούς μπετόν αρμέ στοιχειώνοντας την πόλη» (αν και, όπως υπενθυμίζει ο συγγραφέας, κάποια από τα έργα «είχαν δρομολογηθεί από τη δεκαετία του 1960 ή και νωρίτερα»), ενώ συνάμα προσπάθησε να επιβάλει και μια εξυγιαντική ιδεολογία περί «“θεραπείας μιας ασθενούς πόλης”, βρόμικης από σκουπίδια, μολυσμένης από ερείπια, πόρνες και χασικλήδες».

Είναι προφανές ότι ο Νίκος Μπελαβίλας, μιλώντας για τον Πειραιά, ειδικά των τελευταίων δεκαετιών, δεν θα μπορούσε να περιοριστεί αποκλειστικά σε μια «τυπική ακαδημαϊκή γραφή», και το τονίζει αυτό στο επιλογικό του σημείωμα, θυμίζοντας τον πλούτο που μπορεί κάποιες φορές να εισφέρει και η υποκειμενική ατομική μαρτυρία.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet