Με αφορμή την απεργία της Πρωτομαγιάς και μπροστά στο επικείμενο νομοσχέδιο Χατζηδάκη, που επιχειρεί να ξηλώσει εργασιακές κατακτήσεις χρόνων, ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος του Εργατικού Κέντρου Πέλλας, Θέμης Αχτσιόγλου μιλά για τις προκλήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος.

 

Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς φέτος αποτέλεσε πεδίο διαφωνίας, με τη ΓΣΕΕ, το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης κ.ά. να απέχουν από την απεργία της 6ης Μάη, που προκήρυξε η ΑΔΕΔΥ, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας, το ΠΑΜΕ και σωματεία διάφορων κλάδων. Τι δείχνει αυτό κατά τη γνώμη σας;

Η φετινή Πρωτομαγιά δεν μπορούσε παρά να είναι η αρχή ενός αγώνα ενάντια στο καταστροφικό για τους εργαζόμενους νομοσχέδιο Χατζηδάκη. Η αδυναμία του συνδικαλιστικού κινήματος να αντιπαρατεθεί ενωτικά στην επίθεση που δέχεται ο κόσμος της εργασίας, δείχνει την πολύχρονη και βαθιά του κρίση. Κρίση που εκδηλώνεται με την έλλειψη μαζικότητας, με την απαξίωσή του στα μάτια των εργαζομένων και κυρίως των νέων ανθρώπων, με τον κατακερματισμό των όποιων δυνάμεών του, με την κομματική πρόσδεσή του, με την αδυναμία του να αρθρώσει έναν αυτόνομο, ταξικό και προγραμματικό λόγο και να οργανώσει τους αγώνες της εργατικής τάξης ενάντια στη νεοφιλελεύθερη επίθεση. Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους στρέφουν την πλάτη στον συνδικαλισμό, όχι μόνο εξ αιτίας των εργοδοτικών πιέσεων και των κυβερνητικών αντισυνδικαλιστικών μεθοδεύσεων, αλλά και επειδή δεν νιώθουν τη συνδικαλιστική οργάνωση σαν μια δική τους υπόθεση, στην οποία αξίζει να συμμετέχουν και την οποία αξίζει να υπερασπιστούν. Οι ευθύνες για την κατάσταση αυτή της ηγεσίας της ΓΣΕΕ –που είναι εντελώς ξεκομμένη από τους ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, πλήρως απονομιμοποιημένη στα μάτια τους και σχεδόν απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την κυβερνητική πολιτική– είναι τεράστιες, ιδίως στη σημερινή συγκυρία. Είναι ενδεικτικό το ότι δεν τόλμησε καν να οργανώσει συγκέντρωση για την ημέρα της Πρωτομαγιάς.

 

Οι παραδοσιακές μορφές συνδικαλισμού φαίνονται, πράγματι, να μην προσελκύουν πια τους εργαζόμενους. Πώς μπορεί το συνδικαλιστικό κίνημα να τους επαναπροσεγγίσει; Γίνονται συζητήσεις για καινούργιους τρόπους, που να απαντούν και στα δεδομένα των νέων πεδίων εργασίας;

Παρά την κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος, τα λάθη, τις ελλείψεις, τις αστοχίες, τις υστερήσεις του κ.λπ, τα συνδικάτα εξακολουθούν να αποτελούν τη δύναμη και το αποκούμπι των εργαζομένων. Είναι χρήσιμα και περισσότερο αναγκαία σήμερα από ποτέ. Γι’ αυτό και η δυσανεξία των εργοδοτών απέναντί τους, οι επιθέσεις των συστημικών μέσων ενημέρωσης εναντίον τους, η φαλκίδευση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων από τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις. Το συνδικαλιστικό κίνημα, πράγματι, οφείλει να προβληματιστεί για τις νέες μορφές απασχόλησης, για τις νέες πιθανές μορφές οργάνωσης και λειτουργίας του στις καινούργιες συνθήκες, για το πώς θα γίνει μαζικότερο και πώς θα εντάξει στις γραμμές του εργαζόμενους που δεν έχουν συνδικαλιστική εκπροσώπηση, για το πώς θα αρθρώσει έναν πειστικό, εναλλακτικό απέναντι στον κυρίαρχο, λόγο. Εκείνο πάντως που δεν πρέπει να γίνει, είναι η αντικατάσταση της ενσώματης παρουσίας των εργαζομένων στις συνελεύσεις, στις κινητοποιήσεις, στις διαδηλώσεις και τις απεργίες με την απλή διαδικτυακή συμμετοχή.

 

Το επικείμενο νομοσχέδιο του Κ. Χατζηδάκη φαίνεται να φέρει πολύ δυσμενείς διατάξεις και για το κομμάτι του συνδικαλισμού. Να μας πείτε περισσότερα γι’ αυτό;

Με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη επιχειρούνται, εκτός όλων των άλλων, δύο καίρια πλήγματα στον θεσμό της συλλογικής διαπραγμάτευσης και στη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Συγκεκριμένα: η «διευθέτηση του χρόνου εργασίας» –δηλαδή το να απασχολείται ένας εργαζόμενος μέχρι δέκα ώρες την ημέρα, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, εφόσον μέσα στο ίδιο εξάμηνο οι ώρες υπερωριακής εργασίας «εξοφλούνται», με αντίστοιχη μείωση ωρών ή ρεπό ή ημέρες άδειας– μπορεί πλέον να γίνεται, όπως προβλέπει το νομοσχέδιο, με ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου και όχι όπως ίσχυε μέχρι τώρα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση ή με συμφωνία του εργοδότη με το επιχειρησιακό σωματείο. «Ατομική συμφωνία εργοδότη – εργαζόμενου» σημαίνει απλά επιβολή της βούλησης του ισχυρότερου μέρους, δηλαδή του εργοδότη, αφού αυτός είναι αυτός που έχει τη δύναμη να επιβάλει τη θέλησή του με ποικίλους τρόπους. Η μόνη δυνατότητα να διαπραγματευθούν οι εργαζόμενοι τους όρους αμοιβής και εργασίας τους στοιχειωδώς ισότιμα με τον εργοδότη τους, είναι η συλλογική διαπραγμάτευση, η διαπραγμάτευση μέσω των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων. Κι εδώ έρχεται το δεύτερο χτύπημα του νομοσχεδίου. Για να περιορίσει τη δυνατότητα αυτή των εργαζομένων, δυσχεραίνει τη συλλογική διαπραγμάτευση, αφού, πρώτον, θέτει ως προϋπόθεση την εγγραφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των εκπροσώπων τους σε Γενικό Μητρώο. Δεύτερον, υπονομεύει την ουσιαστική δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων, αφού θεσπίζει τη δυνατότητα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας στις γενικές συνελεύσεις, ιδίως για τη λήψη απόφασης απεργίας. Τρίτον, περιορίζει και αποδυναμώνει το δικαίωμα της απεργίας, αφού προβλέπει ότι: α) στην προειδοποίηση για απεργία θα πρέπει να αναφέρονται τα αιτήματα και οι λόγοι που τα θεμελιώνουν, β) το προσωπικό ασφαλείας σε περίπτωση απεργίας στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, θα πρέπει να είναι το 30-40% των εργαζομένων, γ) οι καταλήψεις χώρων και εισόδων και η άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας όχι μόνο απαγορεύονται, αλλά, αν λάβουν χώρα, καθιστούν την απεργία παράνομη. Ανάμεσα, λοιπόν, στους άλλους λόγους, για τους οποίους το νομοσχέδιο Χατζηδάκη δεν πρέπει να περάσει, είναι και οι δύο που αναφέρονται πιο πάνω: η υπεράσπιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η υπεράσπιση των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

 

Τι πρέπει, και τι μπορεί, να κάνει το συνδικαλιστικό κίνημα μπροστά σ’ αυτό το αντεργατικό νομοσχέδιο; Όπως αναφέρατε και πριν, η ΓΣΕΕ δεν καλεί ούτε σε συγκεντρώσεις με πρόφαση την πανδημία.

Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει πρώτα - πρώτα να αντιμετωπίσει την επικοινωνιακή καταιγίδα των ψευδών της κυβέρνησης και να ενημερώσει τους εργαζόμενους για το τι πραγματικά προβλέπει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη: κατάργηση του οκταώρου, θεσμοθέτηση της δεκάωρης απασχόλησης, καθιέρωση των απλήρωτων υπερωριών, κατάργηση και για άλλες κατηγορίες εργαζομένων της κυριακάτικης αργίας, αύξηση του ορίου των νόμιμων υπερωριών, κατάργηση του δικαιώματος επαναπρόσληψης του εργαζόμενου σε περίπτωση που κριθεί δικαστικά άκυρη η απόλυσή του, περιορισμός συνδικαλιστικών δικαιωμάτων κ.λπ. Δεύτερον, να ενημερώσει τους εργαζόμενους για τις συνέπειες που θα έχουν αυτά τα μέτρα, συνδυαστικά μάλιστα εφαρμοζόμενα, στη ζωή τους: αύξηση ωρών και ενατατικοποίηση της εργασίας, σωματική και ψυχική κόπωση, μείωση αποδοχών, αποδιοργάνωση προσωπικής, οικογενειακής και κοινωνικής ζωής, αύξηση των εργατικών ατυχημάτων λόγω της πολύωρης κοπιαστικής και υπό δυσμενείς συνθήκες παρεχόμενης εργασίας, εργοδοτική αυθαιρεσία κ.λπ. Έτσι ώστε κάθε εργαζόμενος να αντιληφθεί ότι το νομοσχέδιο τον αφορά προσωπικά. Και να καταλάβει ότι αυτός ο κατήφορος δεν θα έχει τέλος, αν κάποια στιγμή δεν σταματήσει. Να καταλάβει, δηλαδή, αυτό που λένε οι Κατσιμίχα σ’ ένα τραγούδι τους «Για ένα κομμάτι ψωμί, θα 'χεις πληρώσει ακριβά… Σαν το σκυλί τους θα σ' έχουν, δικέ μου, μα δεν θα έχεις ψυχή να το νιώσεις, θα είναι για σένα αργά». Τρίτον, να πείσει τους εργαζόμενους ότι αξίζει να πολεμήσουν για να μην περάσει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη, ότι πρέπει να εμπιστευτούν τη δύναμή τους και ότι ο αγώνας αυτή τη φορά μπορεί να είναι νικηφόρος, όπως νικηφόρος ήταν πριν από κάποια χρόνια στην περίπτωση του νομοσχεδίου Γιαννίτση. Και τέταρτον, να οργανώσει τον αγώνα τους με κάθε πρόσφορο μέσο, με κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις και απεργίες, ενωτικά, ταξικά, μαχητικά.

 

Επιπρόσθετα της εργοδοτικής εκμετάλλευσης, τίθεται πλέον και το ζήτημα της αυτοεκμετάλλευσης. Πέραν των βιοτικών παραγόντων που ωθούν σε αυτή, τι ρόλο διαδραματίζει και η εικόνα που επικρατεί για τον σύγχρονο άνθρωπο, που νοηματοδοτεί τη ζωή του και αυτοεκπληρώνεται μόνο μέσω της εργασίας;

Θυμηθείτε τον Τσάρλι Τσάπλιν στους «Μοντέρνους καιρούς»: ένα αγχωμένο ανθρωπάκι, μπλεγμένο στα γρανάζια των μηχανών, που δουλεύει όλη μέρα. Θυμηθείτε και τις διαφημίσεις στην τηλεόραση των προϊόντων, που όλοι οφείλουμε να αγοράσουμε, για να είμαστε ευτυχισμένοι. Θυμηθείτε και τη ρήση της Μάργκαρετ Θάτσερ «Δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο τα άτομα». Αυτά τα τρία συνοψίζουν, κατά τη γνώμη μου, το μοντέλο του ανθρώπου για τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη: μια παραγωγική μηχανή, ένα καταναλωτικό όν (όσο του επιτρέπουν οι οικονομικές του δυνατότητες) και ένα ξεκομμένο από την κοινωνία άτομο. Ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος του 20ού αιώνα, Καρλ Μπαρτ, δίκαια είχε πει ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι σχεδόν αναμφίβολα δαιμονικό και ότι η υπέρβασή του είναι προϋπόθεση για την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπινου προσώπου. Ας τον ακούσει το κίνημα.

 

Οι διεκδικήσεις, όμως, του εργατικού κινήματος είναι και πάλι αμυντικές, αφορούν τον σεβασμό κατεκτημένων δικαιωμάτων. Δεν θα έπρεπε να περάσει στη διεκδίκηση ριζοσπαστικότερων αιτημάτων, τόσο για στρατηγικούς, όσο και για ουσιαστικούς λόγους;

Αυτό υπαινίχθηκα πριν, όταν είπα ότι το συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει να αποκτήσει έναν σύγχρονο προγραμματικό λόγο. Δεν μπορεί συνεχώς να βρίσκεται στην άμυνα, προσπαθώντας να αποκρούσει τις επιθέσεις του ΣΕΒ ή της κυβέρνησης. Οφείλει να επεξεργαστεί τους στρατηγικούς του στόχους και τα μέσα για την επίτευξή τους, να οικοδομήσει τις συμμαχίες του, να συνεργαστεί με τα άλλα κοινωνικά κινήματα, να συνδεθεί ενεργά με το ευρωπαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα και να προωθήσει μαζί του λύσεις για τους εργαζόμενους σε διεθνές επίπεδο. Η διεκδίκηση π.χ. της καθιέρωσης της 35ωρης εβδομαδιαίας εργασίας, χωρίς μείωση αποδοχών, θα μπορούσε να είναι ένας τέτοιος κοινός πανευρωπαϊκός στόχος του εργατικού κινήματος.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet