Αεροδρόμιο Τempelhof, 2016

 

 

 

Το 2007 ένα μεγάλο κύμα απογοήτευσης σάρωσε τις ακτιβίστριες και τους ακτιβιστές, που για πέντε σχεδόν χρόνια διαπραγματευόντουσαν με το κρατίδιο του Βερολίνου και τη δημόσια επιχείρηση σιδηροδρόμων, την DeutscheBahn, για το μέλλον του Mauerpark (αυτολεξεί «Το πάρκο του Τείχους»). Η DeutscheBahn, ιστορική ιδιοκτήτρια του οικοπέδου, που υπήρξε σιδηροδρομικός σταθμόςπριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το πούλησε σε μια σχεδόν κρυφή διαδικασία σε αυστριακό developer, ενώ έτρεχαν ακόμη οι διαπραγματεύσεις. Ο ακτιβισμός ξαφνικά έμεινε σχεδόν χωρίς νόημα, καθώς το κράτος έχασε τον έλεγχο της έκτασης.

Αλλιώς πήγαν τα πράγματα αμέσως μετά. Το 2008, λίγο πριν κλείσει οριστικά το παλιό αεροδρόμιο του Tempelhof στο Βερολίνο, μια σειρά από πρωτοβουλίες πολιτών αμφισβήτησαν ανοιχτά τις προβλέψεις του ρυθμιστικού σχεδίου και τις προθέσεις της πολιτικής ηγεσίας της πόλης να οικοδομήσει ένα μέρος του τεράστιου αυτού χώρου. Ενώ κάποιες απόψεις ήταν πιο συναινετικές –δεχόντουσαν, δηλαδή, έναν μικρό αριθμό κτισμάτων στον χώρο– άλλες ήταν μαξιμαλιστικές: «100% TempelhoferFeld» (100% Αγρός του Tempelhof). Αφού οι ακτιβιστές συγκέντρωσαν τις απαραίτητες υπογραφές, η κυβέρνηση του κρατιδίου του Βερολίνου αναγκάστηκε να προχωρήσει σε δημοψήφισμα για το μέλλον της μεγάλης αυτής ενδοαστικής έκτασης, το οποίο οι ακτιβιστές κέρδισαν πανηγυρικά. Το πρώην αεροδρόμιο του Tempelhof είναι από τότε ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια πάρκα του Βερολίνου, μιας πόλης στην οποία έτσι κι αλλιώς το πράσινο καταλαμβάνει το 1/3 της έκτασης.

 

Το κτίριο της Στατιστικής

 

Ενδυνάμωση των τοπικών κινημάτων

 

Την ίδια περίπου περίοδο, το 2008, μια άλλη πρωτοβουλία, δυναμωμένη από την πρώτη, παρεμβαίνει για δεύτερη φορά σε μεγάλο σχέδιο ανοικοδόμησης δημόσιας γης, στις όχθες του ποταμού Spree, στην τοποθεσία του πρώην Τείχους. Εκεί που η κυβέρνηση ετοιμαζόνταν να πουλήσει σε επενδυτές ένα – ένα τα οικόπεδα – φιλέτα για να στήσει στην τοποθεσία ένα κέντρο υπηρεσιών για μίντια και δημιουργική οικονομία, το λεγόμενοMediaspree, οι ακτιβιστές, οργανωμένοι πίσω από το σύνθημα «Βυθίστε το Mediaspree» κατάφεραν και πάλι με δημοψήφισμα, το οποίο κέρδισαν με ποσοστό 87%, να σταματήσουν τα μεγαλεπίβολα σχέδια επενδυτών και κρατιδιακής κυβέρνησης.

Χρόνια αργότερα, το 2015, κι ενώ στο Βερολίνο κατέφταναν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, μια άλλη πρωτοβουλία, αυτή τη φορά με καλλιτέχνες στην κορυφή του κινήματος, κατέλαβαν συμβολικά το λεγόμενο «Σπίτι της Στατιστικής». Ένα κτήριο που ανήκε τότε στο ομοσπονδιακό κράτος. Απαίτησαν να μην κατεδαφιστεί, όπως ήταν το σχέδιο, αλλά να γίνει χώρος που θα στεγάζει πρόσφυγες, πολιτιστικές λειτουργίες και κοινωνική κατοικία. Το 2017 το κρατίδιο του Βερολίνου αγόρασε το ακίνητο κι από τότε, σε συνεργασία με τους «καταληψίες», δουλεύει σήμερα ακόμη προς την υλοποίηση των προτάσεών τους. Έτσι, ανάμεσα στ’ άλλα, θα εγκατασταθούν εκεί το νέο –και δημόσια προσβάσιμο– δημαρχείο του Μίττε, χώροι για την φιλοξενία καλλιτεχνών και κοινωνική κατοικία.

Οι τέσσερις αυτές περιπτώσεις από την τελευταία εικοσαετία έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και αρκετέςμεταξύ τους διαφορές. Αξίζει τον κόπο να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά:

Και στις τέσσερις περιπτώσεις εμπλέκεται η πολιτεία με κάποια από τις κλίμακές της: δήμος, κρατίδιο ή ομοσπονδιακό κράτος. Στην περίπτωση Mauerpark εμπλέκεται και μια δημόσια επιχείρηση, η DeutscheBahn, η οποία όμως μετά τη μεταρρύθμισή της την δεκαετία του 1990 λειτουργεί με κριτήρια ιδιώτη. Τα τρία από αυτά είναι κοινόχρηστοι χώροι που προέκυψαν μετά την πτώση του Τείχους και μετά από το κλείσιμο του αεροδρομίου (Mediaspree, Mauerpark, Tempelhof). Οι απαιτήσεις των κινημάτων ήταν να παραμείνει η δημόσια πρόσβαση και να μην ανοικοδομηθούν/ιδιωτικοποιηθούν. Στις πιο επιτυχημένες κινητοποιήσεις αναγνωρίζουμε συχνά τα ίδια άτομα από πίσω, με γνώση κινηματική, αλλά και με εμπειρία διαπραγμάτευσης με τους κρατικούς θεσμούς.

 

Ο κήπος του Τείχους

 

Σύγκρουση και συναίνεση

 

Πέρα από τα μεμονωμένα άτομα, εδώ έχουμε να κάνουμε και με μια συσσωρευμένη, συλλογική κινηματική γνώση, που έχει αναπτυχθεί σε βάθος χρόνου στην πόλη του Βερολίνου και συνδέεται άμεσα και με πολιτικές αναζητήσεις κι άλλα κινήματα πόλης ανά τον κόσμο. Η σχέση που αναπτύσσουν αυτά τα κινήματα με το κράτος κινείται ανάμεσα στη σύγκρουση και τη συναίνεση, τη διαμαρτυρία και τον διάλογο. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν θεσμοθετημένες διαδικασίες –π.χ. διαβούλευση και δημοψήφισμα– που υποχρεώνουν την πολιτεία να εντάξει τα κινήματα διαμαρτυρίας (κάποιοι θα έλεγαν «να τα υποτάξει») στις πολιτικές σχεδιασμού. Να τονίσω, όμως, εδώ πως τα αποτελέσματα αυτών των δημοψηφισμάτων δεν ήταν δεσμευτικά για την κυβέρνηση του κρατιδίου, η οποία όμως τελικά επέλεξε να μην τα αγνοήσει.

Αν θέλουμε να είμαστε πολύ σχολαστικοί, μόνον η περίπτωση του «Σπιτιού της Στατιστικής» είναι «κοινό» με την στενή έννοια. Εδώ διακρίνω ανάμεσα στα κοινά (commons) ως χώρους προσβάσιμους σε μια προσδιορισμένη ομάδα χρηστών (commoners) σε αντίθεση με τους άλλους χώρους, που αποτελούν δημόσια αγαθά με ανοιχτή πρόσβαση σε όλες και σε όλους. Αυτή η διάκριση ανάγεται, κατά τη γνώμη μου, και στην έννοια των κοινών από την εποχή της φεουδαρχίας, κυρίως στην Αγγλία, αλλά και στις Κάτω Χώρες. Το «κοινό» (the common) ήταν παραδοσιακή παραχώρηση του μεγαλοϊδιοκτήτη γης (κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά μέλους της αριστοκρατίας) σε κατοίκους της υπαίθρου, που τους επέτρεπε να χρησιμοποιούν εκτάσεις για καλλιέργεια, κυνήγι, ψάρεμα, συλλογή ξύλου κ.ά., σχεδόν αποκλειστικά για δική τους κατανάλωση (subsistance).

Εδώ υπάρχει μια σημαντική διαφοροποίηση, την οποία συχνά τείνουμε να παραβλέψουμε: είναι το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Και στα τέσσερα παραπάνω παραδείγματα εμπλέκονται δήμος, κρατίδιο, ομοσπονδιακό κράτος και ιδιώτες σε μια διαδικασία ελέγχου της ιδιοκτησίας. Το κρατίδιο του Βερολίνου φροντίζει, μάλιστα, να αγοράσει κάποια από τα ακίνητα από το ομοσπονδιακό κράτος. Μόνον εκεί που το κρατίδιο εξασφαλίζει την ιδιοκτησία (πρώην αεροδρόμιο, όχθες του ποταμού, Σπίτι της Στατιστικής) εξασφαλίζεται και η μακροπρόθεσμη πρόσβαση στο δημόσιο αγαθό ή στα κοινά. Αντίθετα, εκεί που η ημι-ιδιωτικοποιημένη Deutsche Bahn αποφασίζει να πουλήσει το οικόπεδό της, το δημόσιο αγαθό παραμένει δημόσιο μόνον για όσο καιρό το ανέχεταιο ιδιοκτήτης.

Αλλιώς –όπως έγινε και με το τέλος του φεουδαρχικού συστήματος όπου η αγγλική αριστοκρατία με τη νομική στήριξη του κράτους,περιέφραξε την ιδιοκτησία της τη στιγμή που μπορούσε να την εκμεταλλευτεί– θα δούμε εύκολα νέες περιφράξεις και αποκλεισμό από τα δημόσια αγαθά και τα κοινά της πόλης.

Άρης Καλαντίδης O Άρης Καλαντίδης είναι πολεοδόμος, καθηγητής αστικής διαχείρισης στο Μάντσεστερ. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet