Ογκώδεις κατασκευές μεταλλάσσουν λειτουργικά, κατασκευαστικά και αισθητικά
το μνημείο, αντιμετωπίζοντάς το με εργολαβικούς όρους.

 

 

 

Η Εθνική Πινακοθήκη αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά δημόσια κτίρια της αθηναϊκής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής. Μαζί με άλλα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, όπως το Ωδείο Αθηνών, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το Χίλτον κ.ά, αποτελούν υλικές αναπαραστάσεις του ελληνικού μοντερνισμού στην αστική διαδρομή αυτής της μεριάς της πόλης. Αποτελούν, επίσης, σύμβολα της δημόσιας σφαίρας που ως θεσμοί και δραστηριότητες μεσολαβούν στις σχέσεις μεταξύ της κοινωνίας και του κράτους1,όπου το «δημόσιο» οργανώνεται και αναπαρίσταται (ή κατασκευάζεται ως φαντασίωση)2. Με άλλα λόγια, η αρχιτεκτονική ενός κτιρίου εκφράζει τη χρήση του, την τοποθέτησή του στον αστικό ιστό και την αισθητική και συμβολική πρόσληψη της δημόσιας κουλτούρας, ειδικά όταν το κτίριο αποτελεί αστικό κοινό, όπως αυτό της Εθνικής Πινακοθήκης.

 

Αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις

 

Μπορεί κανείς να πει πολλά για τις νέες επεμβάσεις, όπως αυτές αλλοιώνουν την προϋπάρχουσα δομή και μορφή του μνημείου του αθηναϊκού μοντερνισμού των αρχιτεκτόνων Δημήτρη Φατούρου, Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Αντωνακάκη. Στα πιο προφανή εντοπίζονται παρεμβάσεις, που αφορούν σε ογκώδεις κατασκευές, οι οποίες μεταλλάσσουν λειτουργικά, κατασκευαστικά και αισθητικά το μνημείο, αντιμετωπίζοντάς το με εργολαβικούς όρους, τόσο σε κάλυψη όσο και σε όγκο. Η προσθήκη ορόφου διπλού ύψους, ή αλλιώς το «πανωσήκωμα» στην πίσω κτιριακή μονάδα, αναδιαμορφώνει την κλίμακα του κτιρίου συνολικά, μεταλλάσσοντας τη σχέση του με τη μπροστινή ισόγεια μονάδα, ενώ η προσθήκη της ογκώδους ράμπας στην όψη της πίσω μονάδας, μιας σκληρής επιφάνειας από μέταλλο και γυαλί, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τον υπαίθριο χώρο στο εσωτερικό των δύο κτιρίων.

Μπορεί, επίσης, κάποιος να διατυπώσει ερωτήματα για το αν η πρόταση εκφράζει μια νέα και φρέσκια αρχιτεκτονική παρέμβαση, αντίστοιχη της ιδιαιτερότητας και χρήσης του κτιρίου, στο πλαίσιο της σύγχρονης παραγωγής αρχιτεκτονικού έργου διεθνώς, μέσα από τα συμφραζόμενα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αφενός, οι προδιαγραφές του διαγωνισμού και το κτιριολογικό πρόγραμμα, με την επέκταση του κτιρίου στο υπάρχον κέλυφος, και, αφετέρου, οι ασυμβατότητες στα στάδια υλοποίησης του έργου και οι παρεμβάσεις στην αρχική πρόταση, συνιστούν επιλογές όχι μιας τυπικής περίπτωσης κακοδιαχείρισης, αλλά αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία επιλέγει να υπαγορεύει, αναθέτει, υλοποιεί και τοποθετεί την αρχιτεκτονική στη δημόσια σφαίρα.

 

Συλλογικές αναπαραστάσεις και αναπτυξιακά πρότυπα

 

Το νέο κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης φέρνει στην επιφάνεια την προβληματική χρόνων, σε σχέση με την εγχώρια παραγωγή αρχιτεκτονικού έργου σε σειρά σημαντικών δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων της Αθήνας. Σε αντίθεση με τη μεταπολεμική στρατηγική ανάπτυξης του ελληνικού δημοσίου και τη συμβολή του ιδιωτικού κεφαλαίου στην πολιτική ανοικοδόμησης, που στην περίπτωση της κατασκευής υποδομών ενεργοποίησε ο δημόσιος τομέας και χρηματοδότησαν οι δημόσιοι πόροι, τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε τάσεις ηθελημένης ανεπάρκειας στην άσκηση αρχιτεκτονικής από το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα. Η πολιτική για την «αποκατάσταση» μνημείων, όπως και στην περίπτωση της Εθνικής Πινακοθήκης, συνοδεύεται από τη μετάλλαξη της αρχιτεκτονικής τους φυσιογνωμίας, )  με πιο έκδηλο παράδειγμα την μερική κατεδάφιση και μετέπειτα αρχιτεκτονική καταστροφή  του βιομηχανικού κτιρίου του Φιξ του Τάκη Ζενέτου, ενώ ακολουθεί η γενικευμένη αλλοίωση του κτιριακού συγκροτήματος Δοξιάδη. Η υποβάθμιση και έλλειψη αξιολόγησης από τους φορείς της πόλης και της Πολιτείας για την ιστορικότητα, χρήση και παρουσία των μνημείων στον αστικό ιστό, δεν μαρτυρά μόνο την ανεπάρκεια θεσμικής άσκησης της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, αλλά το μετασχηματισμό του ρόλου των θεσμών στην άσκηση εθνικής ανοικοδόμησης μέσω της ανυπαρξίας ή και της έκπτωσης του πολιτικού, πολιτιστικού και αναπτυξιακού σχεδιασμού για τη πόλη και το δημόσιο χώρο. Ή ακόμα καλύτερα, μαρτυρά τη στρατηγική για το μετασχηματισμό του χώρου της πόλης σε εμπορεύσιμο αγαθό. Η περίπτωση της μετατροπής του κτιρίου Δοξιάδη από κέντρο παιδείας με διεθνή αναγνώριση, σε συγκρότημα πολυτελών κατοικιών είναι ενδεικτική όχι μόνο για τη στάση της Πολιτείας απέναντι στη χρήση και το συμβολισμό του κτιρίου, αλλά και τη στάση των ιδιωτικών φορέων στην αναπτυξιακή πρόταση για την πόλη. Πρόκειται για την ίδια οικογένεια Δοξιάδη που μετέτρεψε το ίδιο κτίριο από εκπαιδευτικό πολιτισμό σε κτίριο λοφτς.

 

Δημόσια κουλτούρα και αστικά κοινά

 

Η δημόσια κουλτούρα μιας πόλης είναι απαραίτητη συνθήκη στην ύπαρξη των αστικών κοινών. Η εμπορευματοποίηση του χώρου φέρνει σε σύγκρουση τη σχέση των οικονομικών συμφερόντων με την ίδια την αξία χρήσης των κοινών αγαθών, όπως αυτά του πολιτισμού και του δημόσιου χώρου. Η περίπτωση διαχείρισης των έργων της Ακρόπολης, των αρχαίων Βενιζέλου και Ελληνικού, η ανάπλαση της πλατείας Ομονοίας, η εκχώρηση σε ιδιωτικά Ιδρύματα του εθνικού πολιτιστικού πλούτου της Εθνικής Βιβλιοθήκης και Πινακοθήκης και του αρχείου Καβάφη, αποτελούν συμβάντα της υλικής και συμβολικής ιδιωτικοποίησης των κοινών και δημόσιων αγαθών με όρους και στρατηγικές, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν την κοινωνική ζωή και τις προσδοκίες με σταδιακούς τρόπους. Οι όροι αυτοί καθορίζουν και τον τρόπο με τον οποίο κινητοποιούνται οι θεσμικές, διοικητικές, νομικές και πολιτικές αποφάσεις για τη διαχείριση των κοινών, οι οποίες νομιμοποιούν και κανονικοποιούν την εμπορευματοποίηση τους.

Η νέα αρχιτεκτονική της Εθνικής Πινακοθήκης χαρακτηρίζεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που ενσωματώνει η πολιτική του συμβολισμού στην άσκηση δύναμης και επιρροής από κρατικούς ή μη θεσμούς στην ανάπτυξη του πολιτισμού και του δημόσιου χώρου. Το τελευταίο, το μαρτυρά η επιλογή για την εκτός της αρχιτεκτονικής, λογοτυπική ανάδειξη του στοιχείου της ράμπας στην είσοδο του κτιρίου μέσω μιας φωτεινής επιγραφής. Φαίνεται πως για τους εμπνευστές της νέας εικόνας, η αναπαράσταση ενός στοιχείου επαφής με τον πολιτισμό είναι πιο επιθυμητή από την ίδια την επαφή με αυτόν.

 

Αναφορές

1. Howell, P. (1993) Public Space and the Public Sphere: Political Theory and the Historical Geography of Modernity. Environment and Planning D: Society and Space 11:303-322

2. Hartley, J. (1992) The Politics of Pictures: The Creation of the Public in the Age of Popular Media. London: Routledge και Mitchell, D. (2010) The End of Public Space? People's Park, Definitions of the Public, and Democracy, Annals of the Association of American Geographers, 85:1, 108-133

Όλγα Μπαλαούρα Η Όλγα Μπαλαούρα είναι αρχιτέκτων, δρ πολεοδόμος. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet