Το ΤΑΙΠΕΔ αποκόπτει τη μαρίνα από τον σχεδιασμό της υπόλοιπης περιοχής και το ίδιο γίνεται και για άλλους παράκτιους χώρους· την πλαζ Αρετσούς, το Παλατάκι, αλλά και το Κόδρα.

 

 

 

Η μαρίνα Αρετσούς στην Καλαμαριά δημιουργήθηκε από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ) και λειτουργεί στη σημερινή της μορφή από την δεκαετία 1980. Στη συνέχεια, πέρασε στη διαχείριση της Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα (ΕΤΑ) Α.Ε. και μετά στην Εταιρία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. Το 2012, μεταβιβάστηκε στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) το δικαίωμα να παραχωρεί σε τρίτους τη χρήση, λειτουργία, διαχείριση και εκμετάλλευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας εντός της χερσαίας και της θαλάσσιας ζώνης της Μαρίνας.

Το ΤΑΙΠΕΔ, στις αρχές του 2020, δρομολόγησε την «αξιοποίηση» της μαρίνας, με την εκπόνηση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), με στόχο την έκδοση ΠΔ για το νέο σχεδιασμό της Μαρίνας. Όμως, ενώ δεν υπάρχει το ΠΔ, στις αρχές 2021 προκήρυξε διαγωνισμό για την παραχώρηση της μαρίνας.

 

Ο «αναπτυξιακός» σχεδιασμός

 

Ο νέος «αναπτυξιακός» σχεδιασμός της μαρίνας, που βασίζεται στη ΣΜΠΕ – μια μελέτη χωρίς επαρκή τεκμηρίωση αναφορικά με την οικονομική, αναπτυξιακή και τουριστική προοπτική της μαρίνας και τις περιβαλλοντικές της επιπτώσεις στην περιοχή – προβλέπει:

• Αύξηση της θαλάσσιας ζώνης της μαρίνας με επέκταση έως 40 m ανοικτά του υφιστάμενου κυματοθραύστη και με συνολική έκταση 166 στρέμματα. Με αναδιάταξη των προβλητών, βυθοκόρηση και ανακατασκευή των λιμενικών υποδομών, για καλύτερη εξυπηρέτηση των τουριστικών σκαφών και mega-yachts.

• Αύξηση της χερσαίας ζώνης της μαρίνας με επίχωση κατά 1.440 m2 του κεντρικού προβλήτα, με τελική επιφάνεια 77,0 στρέμματα, έναντι των 75,5 στρεμμάτων σήμερα.

• Αύξηση της δόμησης στα 14.900 m2, έναντι των 2.400 m2 σήμερα, που θα περιλαμβάνει χρήσεις για τη διοίκηση και λειτουργία της μαρίνας, χώρους συντήρησης και απόθεσης σκαφών, καταστήματα ναυτιλιακών ειδών, super-markets. Αλλά και χρήσεις τουρισμού, αναψυχής με εστιατόρια, αναψυκτήρια και εμπορικά καταστήματα και ξενοδοχείο και κατοικίες για μίσθωση.

• Στο κεντρικό τμήμα της μαρίνας και επί του κεντρικού προβλήτα, συνολικής έκτασης 11.429 m2, θα αναπτυχθούν οι κατοικίες, «πρώτες στο κύμα», με συντελεστή κάλυψης 40% και μέγιστη δόμηση 8.900 m2, με ύψος κτηρίων 8,50 m (+ 1,50 m η στέγη).

Στη χερσαία ζώνη, στα 14.900 m2 της δόμησης, θα προστεθεί και η δέσμευση για χρήσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, απόθεσης και συντήρησης σκαφών, πρόσβασης και οδικού δικτύου. Επομένως, με την εξαπλάσια νέα δόμηση και τις πρόσθετες δεσμεύσεις για άλλες χρήσεις, ο ελεύθερος δημόσιος χώρος της χερσαίας ζώνης που θα είναι διαθέσιμος στους πολίτες, θα συρρικνωθεί και στην ουσία θα παραμείνει μόνον η κεντρική έκταση πρασίνου-αναψυχής των 9.000m2 (δηλ. 150m X 75m), που θα είναι, λόγω των άλλων λειτουργειών όχι εύκολα προσπελάσιμος.

Η προτεινόμενη διάταξη της μαρίνας, είναι μια ανάπτυξη λογικής “real estate”, με στόχο μια οικονομική-μεσιτική δραστηριότητα, χωρίς σύνδεση με την τοπική οικονομία και κοινωνία. Δεν έχει στόχο τη βιώσιμη περιβαλλοντικά και τουριστικά ανάπτυξη της μαρίνας, αλλά αποκλειστικά την προσέλκυση «επενδυτών» στους οποίους θα παραχωρηθεί (για περισσότερο από 35 χρόνια), αφού καταβάλουν στο ΤΑΙΠΕΔ ένα τίμημα μερικών εκατ. ευρώ. Το αποτέλεσμα του σχεδίου θα είναι η αλλοίωση του παράκτιου τοπίου, η συρρίκνωση του ελεύθερου δημόσιου χώρου και η ανάπτυξη επιπλέον εμποδίων στην πρόσβαση των πολιτών στην παραλία, η οποία πλέον δεν θα προσφέρεται ούτε για αναψυχή αλλά ούτε και ως χώρος εκτόνωσης σε έκτακτες περιπτώσεις.

 

Αντιρρήσεις

 

Στο «αναπτυξιακό» σχέδιο του ΤΑΙΠΕΔ για τη μαρίνα, που μάλλον υιοθετείται από την κυβέρνηση, αναπτύσσονται δύο αντιρρήσεις: η πρώτη, στην οποία συμπαρατάσσεται η διοίκηση του Δήμου Καλαμαριάς και η πλειοψηφία του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά και σχεδόν όλοι οι τοπικοί βουλευτές της συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, δεν θέτει θέμα ιδιοκτησιακού καθεστώτος για τη μαρίνα, αλλά προκρίνει την αξιοποίηση χωρίς κατοικίες και ξενοδοχείο και τον περιορισμό της δόμησης στο μισό της αρχικής. Ζητά ακύρωση του διαγωνισμού παραχώρησης και την εκπόνηση νέας ΣΜΠΕ, που θα συμπεριλαμβάνει τις προτάσεις του Δήμου. Η δεύτερη, στην οποία συμπαρατάσσεται η μειοψηφία του Δημοτικού Συμβουλίου και το υπό ανάπτυξη τοπικό κίνημα πολιτών, αν και με κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις, θέτει σωστά το θέμα του ιδιοκτησιακού καθεστώς της μαρίνας και ακολουθώντας παλαιότερες αποφάσεις του Δήμου, αντιπαλεύει την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου και την παραχώρησή της σε επιχειρηματικά-οικοδομικά συμφέροντα και προκρίνει την αξιοποίησή της, ως τουριστικής μαρίνας με δημόσια/αυτοδιοικητική διαχείριση.

Το ΤΑΙΠΕΔ και η αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΝ (ΔΙΠΑ), δεν αποδέχτηκαν καμία από τις προτάσεις του Δήμου Καλαμαριάς (απόφαση 122/2020), διατυπώνοντας την άποψη ότι η ανάπτυξη ξενοδοχείου και κατοικιών είναι απόλυτα συμβατή με τη λειτουργία της μαρίνας και συνεισφέρει στη βιώσιμη και ισόρροπη οικονομική της ανάπτυξη. Όμως, στην ΣΜΠΕ δεν υπάρχει κανένα οικονομικό στοιχείο. Δεν γίνεται καμία οικονομική ανάλυση. Άλλα ούτε και η απορριπτική απόφαση στηρίζεται σε οικονομική ανάλυση, παρά μόνον σε βιβλιογραφική παραπομπή, χωρίς οικονομικά συγκριτικά στοιχεία.

Το πλέον σοβαρό θέμα στην υπόθεση της Μαρίνας Καλαμαριάς είναι η αποσπασματική αντιμετώπιση του παραλιακού μετώπου του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης. Η μαρίνα αποκόπτεται από τον σχεδιασμό της υπόλοιπης περιοχής και το ίδιο γίνεται και για άλλους παράκτιους χώρους, την πλαζ Αρετσούς και το Παλατάκι, αλλά και το Κόδρα, ενώ ταυτόχρονα έχει εξαγγελθεί ο «ενιαίος σχεδιασμός» του παραλιακού μετώπου, από Καλοχώρι μέχρι Αγγελοχώρι, με εξαίρεση των περιοχών αυτών, αλλά και άλλων. Ένας από τους λόγους εξαίρεσης των τμημάτων της παράκτιας ζώνης είναι το σημερινό ιδιοκτησιακό καθεστώς των δημόσιων αυτών χώρων (κυρίως η παραχώρησή τους στην ΕΤΑΔ, το ΤΑΙΠΕΔ κ.λπ.).

Σε αυτόν τον, δήθεν ενιαίο, σχεδιασμό παραβλέπεται ότι ο παράκτιος χώρος, με το χερσαίο και το θαλάσσιο τμήμα του, αποτελεί και ένα ευαίσθητο οικοσύστημα και το θαλάσσιο αστικό μέτωπο, ως υποσύνολο αυτού του οικοσυστήματος, επιβάλει έναν χωροταξικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό βασισμένο στις αρχές της ολοκληρωμένης διαχείρισης της παράκτιας ζώνης. Το ζητούμενο δεν είναι ένας σχεδιασμός «από τα πάνω», αλλά διαδικασίες που διευκολύνουν την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, αν πράγματι ο στόχος είναι η οικονομική ανάπτυξη της πόλης, η βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών, η αναβάθμιση του παραλιακού μετώπου και η προστασία του δημόσιου χώρου.

Γιάννης Ν. Κρεστενίτης Ο Γιάννης Ν. Κρεστενίτης είναι ομότιμος καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας, Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet