Το κοινό αγαθό του δημόσιου χώρου δεν απειλείται μόνο από τη συρρίκνωση και την εμπορευματοποίησή του αλλά και από την αισθητική του παραχάραξη και τη συμβολική διάβρωση της μύχιας πολιτικής του σημασίας.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έξαρση πρακτικών που συνδέονται με τη θεαματική λειτουργία του δημόσιου χώρου. Οι εορταστικοί στολισμοί και φωταγωγήσεις, αν και όχι καινοφανή φαινόμενα, εμφανίζονται με νέα ένταση στο πεδίο των δημόσιων αναπαραστάσεων και των κοινωνικών νοημάτων. Οι προβολές στην όψη της Βουλής, οι ανοίκειοι χριστουγεννιάτικοι φωτισμοί, η καρικατούρα του Μεγάλου Περιπάτου, τα γκροτέσκα πασχαλινά κουνέλια της Π. Αττικής, είναι ενδεικτικά πρόσφατα παραδείγματα στα οποία η θεσμική παρέμβαση όχι μόνο επιβάλλεται αλαζονικά στον χώρο αλλά κινείται στα όρια του αισθητικού βανδαλισμού.

 

Παρεμβάσεις εφήμερου εξωραϊσμού

 

Χαρακτηριστική αυτής της τάσης είναι η περίπτωση του Βόλου όπου δαπανηρές παρεμβάσεις εφήμερου εξωραϊσμού και στολισμού έχουν αναχθεί σε κεντρικό εργαλείο άσκησης πολιτικής. Αναφέρομαι βέβαια στη δημαρχία του Αχιλλέα Μπέου, ο οποίος διανύει τη δεύτερη θητεία του ασκώντας την ιδιότυπη διοίκησή του μέσω μιας ευρείας γκάμας θεσμικών παρεκκλίσεων, αμοραλιστικών ελιγμών κι ανόθευτης αγένειας. Εδώ όμως θα περιοριστούμε στη συστηματική προτίμησή του σε δράσεις μικρής εμβέλειας και άμεσης ανταπόδοσης, συνήθως σε διακοσμητικές αναπροσαρμογές στη βιτρίνα της πόλης.

Στην πραγματικότητα η πολιτική του Α. Μπέου, αν και προβλέψιμη, χαρακτηρίζεται από πολλαπλές αντιφάσεις και αυτοαναιρέσεις. Ενώ υπερπροβάλλει τη διαχειριστική του πυγμή και μια υποτιθέμενη αποτελεσματικότητα σε θέματα ποιότητας ζωής (αποκομιδή σκουπιδιών, καθαριότητα, ασφαλτοστρώσεις), σιωπά εκκωφαντικά απέναντι στην τρομερή ρύπανση που υφίσταται η πόλη από γειτονικά εργοστάσια, και στηρίζει την ανεξέλεγκτη καύση σκουπιδιών από τσιμεντοβιομηχανία δίπλα στην πόλη. Η κραυγαλέα αδιαφορία του για το αστικό πράσινο, η κοπή και ο συστηματικός ακρωτηριασμός των δέντρων της πόλης, συνδυάζονται με την πεισματική δημιουργία παρτεριών με πανσέδες σε προβεβλημένα μόνο σημεία του κέντρου. Και βέβαια, ενώ περιφρονεί κάθε είδους σχεδιασμό για την ανασύνταξη και αναβάθμιση των αστικών κοινόχρηστων χώρων, έχει ταυτόχρονα μια αταβιστική εμμονή με το επιπόλαιο και χαριτωμένα κακόγουστο ντεκόρ.

 

Μηχανισμός ηγεμονίας

 

Σε όλα αυτά, δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς έναν μηχανισμό ηγεμονίας. Ο πλήρης έλεγχος του Α. Μπέου στο τοπικό μιντιακό πεδίο, έπρεπε να συνοδευτεί και με το συμβολικό σημάδεμα της χωρικής επικράτειας. Ο άρχοντας της πόλης, δηλαδή, με τις ανέμπνευστες κοσμητικές παρεμβάσεις του, δεν κάνει κάτι άλλο από το να αφήνει το στίγμα του στον δημόσιο χώρο, για να υπογραμμίσει την κυριαρχία του και μαζί να τον περιφράξει συμβολικά από άλλες νοηματοδοτήσεις.

Αυτό γίνεται απροκάλυπτα αντιληπτό στη περίπτωση της χριστουγεννιάτικης φωταγώγησης στην οποία, ακόμη κι εν μέσω πανδημίας, ο δήμος Βόλου επενδύει ετησίως σημαντικά ποσά. Η κάλυψη δρόμων, δέντρων και κτισμάτων με αναρίθμητα λαμπάκια μοιάζει να μετατρέπει κομμάτια της πόλης σε μια λαμπερή και άυλη προσομοίωση. Παράλληλα, σε έναν σημειολογικό αχταρμά, αναπτύσσονται το «χωριό του Άη Βασίλη», το πάρκο των Δεινοσαύρων, το στολισμένο μυθικό πλοίο Αργώ, γιγαντοοθόνες με σταρ της λαϊκοπόπ, στολισμένες ρετρό άμαξες και ο πένθιμος μπλε «ουρανός» που καλύπτει κεντρικούς δρόμους με άπειρα λεντ φωτάκια. Η σκηνοθεσία αυτή, στα όρια της μαζικής αυθυποβολής, υπαγορεύει απερίφραστα την ιδέα της κατανάλωσης θεαμάτων ως το μοναδικό modus operandi των πολιτών. Και ομολογουμένως προσφέρει έναν πολύ βολικό αντιπερισπασμό τόσο στην ανικανότητα και αδιαφάνεια των δημοτικών παρασκηνίων όσο και στις ανοιχτές περιβαλλοντικές πληγές της πόλης.

 

Με στόχο την περαιτέρω παθητικοποίηση

 

Όμως, αυτό το ντοπάρισμα ψευδαισθητικής ευφορίας επενεργεί και σε βαθύτερα επίπεδα του συλλογικού ψυχισμού. Η έννοια της «φαντασμαγορίας», κατά τον Walter Benjamin, ξεφεύγει από την απλή οπτική ψευδαίσθηση και χαρακτηρίζει τη διαμεσολαβημένη εμπειρία και την ανεκπλήρωτη έλξη προς αντικείμενα επιθυμίας, που επιβάλουν οι οικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες του σύγχρονου καπιταλισμού. Η εμβύθιση του υποκειμένου στην αισθητηριακή και πληροφοριακή υπερφόρτωση του φαντασμαγορικού δημόσιου χώρου επιφέρει την αδρανοποίηση της αντίληψης και την κατάρρευση της βιωματικής εμπειρίας. Σύμφωνα με την Susan Buck-Morss, η πλημμύρα ερεθισμάτων που κατακλύζει κι αναισθητοποιεί την αντιληπτική μας συνείδηση λειτουργεί εθιστικά στο αισθητηριακό μας σύστημα και γίνεται ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου.

Ο διακοσμητικός οίστρος, που επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, ως αστική πολιτική στον Βόλο, δεν είναι λοιπόν καθόλου αθώος. Έρχεται να διεκδικήσει ρυθμιστικό ρόλο στη σχέση χώρου και συλλογικών υποκειμένων και να εξωθήσει σε περαιτέρω παθητικοποίηση τους. Η επιτέλεση της ενεργητικής συναναστροφής των πολιτών και της συνάρθρωσης διαφορετικών ταυτοτήτων υποσκελίζεται από τον καταιγισμό προσομοιώσεων, φωταψιών και αντικατοπτρισμών. Και μέσω του παραισθησιογόνου χαρακτήρα των ασταμάτητων οπτικών ερεθισμάτων, έμμεσα καταστέλλεται η πολιτική δραστικότητα της αλληλενέργειας στον δημόσιο χώρο. Αφήνοντας, σαν χάντρες σε ιθαγενείς, τα μυριάδες φωτάκια να γίνονται υποκατάστατο κλεμμένων κοινών αγαθών, όπως ο καθαρός αέρας, το νερό ή ο επαρκής και προσβάσιμος χώρος.

«Το θέαμα είναι ο εφιάλτης της σύγχρονης αλυσοδεμένης κοινωνίας που δεν εκφράζει εν τέλει παρά την επιθυμία της να υπνώττει. Το θέαμα είναι ο φρουρός αυτού του ύπνου» έγραφε ο Γκι Ντεμπόρ.

Κώστας Μανωλίδης Ο Κώστας Μανωλίδης είναι καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet