Η ειδυλλιακή εικόνα του Γκυζιώτη παπά της επταετίας που βλέπουμε στη σειρά της ΕΡΤ «Τα καλύτερά μας χρόνια» μού ξανάφερε στο νου τις δικές μου εμπειρίες από εκείνη την εποχή. Ασφαλώς το fiction έχει τους δικούς του κανόνες, που δεν αμφισβητούνται. Έπειτα, η οικογένειά μου δεν ήταν σίγουρα το μοντέλο των «καλών χριστιανών» με την έννοια της εκκλησίας μας.

Πάντως, θυμάμαι ένα διάστημα (θα ήμουν 4-5 χρονών) που έτρεχα στο δρόμο μόλις έβλεπα παπά για να του φιλήσω το χέρι. Πώς μου ήρθε αυτό δεν ξέρω, γιατί στο σπίτι μας δεν είχαμε γενικά σε μεγάλη εκτίμηση τους ρασοφόρους. Μία από εκείνες τις φορές, αφού φίλησα το χέρι του διερχόμενου παπά, ανέφερα μια από τις αδελφές της μητέρας μου με το μικρό της όνομα, και τότε οι ιεροί κεραυνοί έπεσαν στο κεφάλι μου: «Ντροπή σου», μου είπε με άγριο ύφος το αντικείμενο της λατρείας μου, «δεν έχεις σεβασμό. Λέμε "θεία Ντίνα", όχι "Ντίνα" απλά». «Τι τον νοιάζει αυτόν πώς λέω εγώ τις θείες μου;» αναρωτήθηκα. «Tελικά μάλλον αντιπαθητικός είναι αυτός ο τύπος», σκέφτηκα. Και δεν ξαναφίλησα από τότε χέρι παπά.

Στην εκκλησία εμείς πηγαίναμε Πάσχα και Χριστούγεννα κι εγώ πήγαινα με τη γιαγιά μου κάθε Πάσχα στο σινεμά να δούμε τα Πάθη του Χριστού. Δεν θυμάμαι πια πόσες ταινίες έχω δει, μέχρι τα 12, που είπα στη γιαγιά ότι δεν θα ξαναπάω. Στενοχωρήθηκε η καημένη. «Εγινες και ’συ Αντίχριστος, σαν τον πατέρα σου;» μου είπε.

Παρεμπιπτόντως, ο καημένος ο μπαμπάς, δεν μπορούσε να ξεχάσει τις εμπειρίες του στη δεκαετία του ’30, από τους αγίους ανθρώπους, τους καθολικούς όμως. Ως παιδί «χωρισμένων γονιών», στην Αυστρία, έμενε στο οικοτροφείο του Μελκ (θα το θυμάστε, ήταν το μοναστήρι που περιγράφει ο Ουμπέρτο Έκο στο Όνομα του Ρόδου). Μας διηγιόταν συχνά τις αξέχαστες στιγμές που πέρασε με τους Βενεδικτίνους καλογέρους. Τον καθηγητή των ελληνικών που διάβαζε με καμάρι την ελληνική εφημερίδα με ερασμία προφορά: «Ελόιτερον Μπέμα», «Ελεύθερον Βήμα», δηλαδή. Αυτό όμως που του έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη του, ήταν οι τιμωρίες, προς παραδειγματισμό: Ώρες γονατιστός σε κομμένο κούτσουρο και μαστίγωμα στον πισινό, μέχρι που να ματώσει. Έλεγε ότι μετά οι πιτζάμες κολλούσαν πάνω στην πληγή και κάθε φορά που τις έβγαζε, έτρεχε πάλι αίμα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται πολύς καιρός για να γιάνει. Κάποια στιγμή το έσκασε μαζί με έναν άλλον και πήγε στη νέα οικογένεια της γιαγιάς (είχε παντρευτεί έναν Φον Τράουτμανσντορφ, αυστριακό κόμη) που μάλλον δεν επιθυμούσε ιδιαίτερα να τον κρατήσει. Προσπάθησαν λοιπόν να τον στείλουν πίσω, αλλά, ευτυχώς, οι καλόγεροι δεν τον δέχτηκαν κι έτσι τέλειωσε το λύκειο στη Βιέννη. Δεν τον αδικώ που δεν ήθελε να δει ρασοφόρο ζωγραφιστό, ορθόδοξο, καθολικό, ίσως ούτε βουδιστή.

Αυτά, η πεθερά του, η γιαγιά η σπαρτιάτισσα, πού να τα καταλάβει; Εξάλλου, δεν είχε κανείς αυτή την απαίτηση.

Έτσι, εμείς ήμασταν από τα ελάχιστα παιδιά που δεν πήγαν κατηχητικό. Γι’ αυτό ίσως δεν γνωρίζω τη μειλίχια εικόνα του καλού παπά που καταβροχθίζει γλυκά στα σπίτια των ενοριτών του, δίνει καλές συμβουλές στα παιδιά και παίζει ροκ μουσική. Έχω μεγάλη αγάπη για τη ροκ μουσική και θυμάμαι το «Jesus Christ Superstar» που με εντυπωσίασε όταν το είδα, στα 17 μου, στο σινεμά. Μάλλον εκείνη όμως η ροκ μουσική δεν άρεσε τότε στους παπάδες γιατί είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο κατά της ταινίας.

Στην επταετία, ο μόνος παπάς που θυμάμαι ήταν συνεργάτης της Χούντας. Δεν θα ήταν όλοι, ασφαλώς, αλλά εγώ αυτόν θυμάμαι. Δεν λέω τα επίθετα με τα οποία τον στόλιζε η μαμά μου, είναι γνωστά, θα πω μόνο ότι σχετίζονται με ένα ζώο που έχει γενάκι.

Εν πάση περιπτώσει, βλέποντας τη σειρά, λίγο ζήλεψα. Αν υπήρχε τέτοιος παπάς στ’ αλήθεια, γιατί εγώ στερήθηκα τέτοιες εμπειρίες; Όχι τίποτε άλλο, αν τις είχα, θα μπορούσα να τις μεταφέρω στα παιδιά μου.

Πολύ λυπήθηκα.

Τόνια Τσίτσοβιτς Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet