Η μετανάστευση δεν είναι ούτε σύγχρονο φαινόμενο ούτε έχει τοπικό χαρακτήρα. Πολύ περισσότερο δεν είναι το πρόβλημα αλλά εκδήλωση των προβλημάτων που προκύπτουν κυρίως από τις παγκόσμιες ανισότητες (οικονομικές, κοινωνικές, έμφυλες) και τις εμπόλεμες συρράξεις που καταλύουν κοινωνικές δομές και κοινωνικές σχέσεις. Το οργανωμένο έγκλημα, στηριζόμενο στον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν σε αυτό και στη συνέχεια της δραστηριότητάς τους στο χρόνο, καλύπτει αλλά και δημιουργεί ανάγκες στο πεδίο της μετανάστευσης, οι οποίες επεκτείνουν τις δραστηριότητές του και αυξάνουν το οικονομικό του όφελος.

Από τις πιο διαδεδομένες μορφές οργανωμένης εγκληματικότητας που συνδέονται με τη μετανάστευση είναι η παράνομη διακίνηση μεταναστών/στριών. Η διακίνηση αφορά τόσο την παράτυπη είσοδο σε μία χώρα, όσο και τη διευκόλυνση της εξόδου από αυτήν. Αμφότερες αποφέρουν μεγάλα κέρδη, τα οποία νομιμοποιούνται ποικιλοτρόπως, συχνά μέσω μικρών επιχειρήσεων (μίνι-μάρκετ, καταστήματα εμπορίας κινητής τηλεφωνίας ή/και άλλων ηλεκτρονικών συσκευών, ταξιδιωτικά γραφεία). Παράλληλα, δίκτυα διακίνησης ή άλλα εγκληματικά δίκτυα συνεργάζονται με «εργαστήρια» που εξειδικεύονται στην κατάρτιση πλαστών ταξιδιωτικών και άλλων νομιμοποιητικών εγγράφων και διευκολύνουν τη μετακίνηση προσώπων και τη συναλλαγή με τρίτους. Μέσω της μετανάστευσης, επίσης, το οργανωμένο έγκλημα εξασφαλίζει σημαντικά κέρδη από την εμπορία ανθρώπων, με κύριες μορφές της στην Ελλάδα τη σεξουαλική εκμετάλλευση, την εξαναγκαστική επαιτεία, την εκμετάλλευση της εργασίας.

Οι υποθέσεις που φθάνουν στη δικαιοσύνη δεν συγκεντρώνουν στην πλειονότητά τους τα χαρακτηριστικά των οργανωμένων διεθνικών εγκληματικών ομάδων. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη αντίληψη, οι εγκληματικές ομάδες συχνά δραστηριοποιούνται σε εθνικό επίπεδο. Διατηρούν ωστόσο «διεθνικά» χαρακτηριστικά ως προς τη σύνθεσή τους. Σε αντίθεση και πάλι με τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις, οι εγκληματικές ομάδες είναι «μικτές», απαρτίζονται δηλαδή από πρόσωπα διαφορετικών εθνικοτήτων. Ενδεικτικά, σύμφωνα με την Έκθεση της ΕΛ.ΑΣ.1, διαπιστώθηκε ότι, στις διερευνηθείσες υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων οι δράστες ήταν άτομα δεκατεσσάρων διαφορετικών εθνικοτήτων με κυρίαρχη την παρουσία Ελλήνων. Το οργανωμένο έγκλημα δεν είναι, όπως προβάλλεται, «εισαγόμενο» φαινόμενο, απότοπο της (σύγχρονης) μετανάστευσης. Αντίθετα, βάσει της διεθνούς βιβλιογραφίας, είναι ένα δίκτυο σχέσεων, εντός της κοινωνίας και όχι πέραν αυτής, που συμβιώνει με τη νομιμότητα, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες (εκπρόσωποι του νόμου, δικηγόροι, λογιστές, έμποροι, υπάλληλοι κάθε είδους) και εξουσίες (πολιτική και οικονομική). Αυτή η συμβιωτική σχέση καθιστά ασαφή τα σύνορα μεταξύ νόμιμης και παράνομης δραστηριότητας και μειώνει την απόσταση μεταξύ νόμιμων και παράνομων δρώντων υποκειμένων προς όφελος κοινών συμφερόντων, με τη διαφθορά να διατρέχει κάθετα τα επίπεδα της κοινωνικής ιεραρχίας. Παρόλα αυτά, οι κυρίαρχες αναπαραστάσεις του οργανωμένου εγκλήματος ως διεθνικού και εισαγόμενου φαινομένου που «εισβάλει» κυριολεκτικά σε μια κοινωνία και η συλλήβδην, κατ’ επέκταση, εγκληματοποίηση του μεταναστευτικού πληθυσμού, συνδυαστικά με τη ρητορική των μίντια, αποτελούν τελικά εγγενές τμήμα της διαδικασίας ορισμού και διαχείρισης τόσο του οργανωμένου εγκλήματος όσο και της μετανάστευσης. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το οργανωμένο έγκλημα, παραπληροφορώντας σκοπίμως ανθρώπους που διαβιούν σε κράτη ρημαγμένα από την (μετα)αποικιοκρατία, τους πολέμους, την απουσία δικαίου και θεσμών, καλλιεργεί συστηματικά την κοινωνική ανάγκη για τη βελτίωση της ζωής τους μέσω της μετάβασης στη δυτική γη της επαγγελίας, μετατρέποντας την καλοπληρωμένη υπόσχεση για την πραγμάτωση της ουτοπίας σε απτή δυστοπία, από την οποία επίσης κερδίζει.

Η κρίση από την πανδημία που πλήττει δυσανάλογα χώρες πέραν του «αναπτυγμένου κόσμου» αναμένεται να προκαλέσει μεγάλες μεταναστευτικές ροές και ακόμα μεγαλύτερες «ευκαιρίες» εγκλήματος, υπό την οπτική παλαιών ανισοτήτων που θα ενταθούν και νέων που θα προκύψουν. Είναι επομένως απαραίτητες η αναγνώριση της δυναμικής των κοινωνικών αλλαγών και η αποδόμηση του κυρίαρχου -συχνά απλουστευτικού- διαλόγου περί «εισβολής» των ξένων και της (οργανωμένης) εγκληματικότητάς τους, ώστε να συγκροτηθεί ένας στιβαρός θεσμικός σχεδιασμός υποστηριζόμενος από την ουσιαστική γνώση των ποικίλων εκδηλώσεων του οργανωμένου εγκλήματος, μία εκ των οποίων είναι η σταθερή επένδυσή του στη «βιομηχανία της μετανάστευσης» από την οποία αντλεί στη συνέχεια το μερίδιο που του αναλογεί.

 

 

Σημείωση

1. Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας, Έκθεση για το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα, Νοέμβριος 2020, Ανοικτή Έκδοση, Αθήνα,  2019-ekthesi_organomenou_egklimatos.pdf.pdf (astynomia.gr)

Αναστασία Χαλκιά Η Αναστασία Χαλκιά είναι κοινωνιολόγος, διδάκτωρ Εγκληματολογίας. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet