Είναι οι χαμαιλέοντες της γερμανικής πολιτικής. Οι γερμανοί Πράσινοι αλλάζουν όσο κανείς άλλος πολιτικό χρώμα. Στα 41 χρόνια της ύπαρξης τους, αυτό μετατοπίσθηκε από το αριστερό-εναλλακτικό κοκκινοπράσινο, της δεκαετίας του ’80, στο σκούρο των αστικών κομμάτων –μπλε και μαύρο– σήμερα. Πουθενά αλλού δεν φαίνεται αυτό τόσο έντονα όσο στην εξωτερική πολιτική. Το πάλαι ποτέ κόμμα-μοντέλο του ειρηνισμού, που ήταν υπέρ της άμεσης διάλυσης του ΝΑΤΟ, έχει μεταμορφωθεί σε υποτακτικό του τελευταίου. Σε βαθμό μάλιστα, που ο συμπρόεδρος του Ρόμπερτ Χάμπεκ να αποκλείει μετά τις εκλογές του προσεχούς Σεπτεμβρίου οποιαδήποτε κυβερνητική συνεργασία με το κόμμα της Αριστεράς, Die Linke, αν δεν δώσει κι αυτό προηγουμένως γη και ύδωρ στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.

 

Η μετατόπιση αυτή είναι αποτέλεσμα των διεργασιών και συγκρούσεων των μελών του – τις δεκαετίες του ’80 και ’90 κυρίως ανάμεσα στους λεγόμενος «δεξιούς» Realos (πραγματιστές) και τους αριστερoύς Fundis (φονταμενταλιστές). Όμως σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά, κατά παράδοξο τρόπο, και ο χριστιανοδημοκράτης καγκελάριος Χέλμουτ Κολ. Αυτός ήταν που, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 80 διαγραφόταν πλέον ως σίγουρη η κατάρρευση της Ανατολικής Γερμανίας και η επανένωσή της με τη Δυτική, είχε πείσει σε εμπιστευτικές συνομιλίες τους ηγέτες των Πράσινων (όπως διηγείται η κατοπινή αντιπρόεδρος της ομοσπονδιακής Βουλής Άντιε Φόλμερ) να πάρουν, ενόψει των συντελούμενων κοσμοϊστορικών αλλαγών, «υπεύθυνη» θέση στην εξωτερική πολιτική. Τα επιχειρήματά του:

  • Η Γερμανία απαλλάσσεται από τη 45χρονη ντε φάκτο κατοχή από τις νικήτριες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ανακτά απόλυτη κυριαρχία.
  • Η ενωμένη χώρα γίνεται πληθυσμιακά και οικονομικά το νούμερο ένα της Ευρώπης, έχει επομένως αυξημένη ευθύνη γι’ αυτήν.
  • Αυτό σημαίνει ριζική αλλαγή του γεωπολιτικού της ρόλου. Η Γερμανία δεν μπορεί πλέον να μένει στο περιθώριο των γεωστρατιωτικών εξελίξεων, ως παρασιτικός εταίρος των δυτικών συμμάχων. Το ζητούμενο είναι η ενεργός συμμετοχή της σε στρατιωτικές επιχειρήσεις διεθνών οργανισμών, ιδίως του ΟΗΕ.

Τα επιχειρήματα αυτά, έμελλε όμως να γίνουν πρακτική πολιτική από το 1998, με τη συμμετοχή των Πράσινων σε κυβέρνηση συνασπισμού με τους Σοσιαλδημοκράτες υπό τον καγκελάριο Γκέρχαρτ Σρέντερ. Το «βάπτισμα του πυρός» το πήραν το Μάιο του ίδιου έτους με την έγκριση που έδωσαν στη νατοϊκή επιδρομή στο Κόσοβο, παρόλο που αυτή δεν έγινε υπό την ομπρέλα του ΟΗΕ. Έκτοτε βέβαια απέκρουαν οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση που δεν είχε τη βούλα του Συμβουλίου Ασφαλείας, ή δεν υπηρετούσε κατά τη γνώμη τους πραγματικά την ειρήνη.

Αυτό φαίνεται τώρα να αλλάζει. Στο σχέδιο προγράμματος για τις εκλογές του προσεχούς Σεπτεμβρίου (θα επισημοποιηθεί σε συνέδριο του κόμματος στα μέσα Ιουνίου) η απόκρουση αυτή τίθεται εν αμφιβόλω. «Εάν γίνει κατάχρηση του βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, με στόχο την κάλυψη βαριών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, η διεθνής κοινότητα βρίσκεται προ διλήμματος, επειδή «η μη δράση βλάπτει κατά τον ίδιο τρόπο τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο, όπως και η δράση» αναφέρεται σε αυτό. Η θέση αυτή, που θυμίζει τη διαβόητη φράση-δικαιολογία του Γιόσκα Φίσερ για το «ναι» του στην επίθεση του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας («ουδείς αθώος σε αυτό τον πόλεμο»), ανοίγει προφανώς το παράθυρο για πολλές ερμηνείες, συμπεριλαμβανομένης και της έγκρισης επεμβάσεων χωρίς εντολή του ΟΗΕ.

Τείνουν να εξισωθούν πλέον οι Πράσινοι με τα άλλα «λαϊκά κόμματα», τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες σχετικά με τη συμμετοχή γερμανικών στρατευμάτων σε διεθνείς αποστολές; Όχι ακριβώς. Μια ματιά στη σχετική στατιστική δείχνει ότι αναφορικά με τις οχτώ τρέχουσες αποστολές το 2021, είπαν «ναι» μόνο στις τρεις από αυτές (οι δυο αφορούσαν τις δυνάμεις ασφάλειας στο Κόσοβο, ή τρίτη στο Μάλι), στις άλλες πέντε (όπως η επόπτευση της Μεσογείου από νατοϊκά σκάφη) είπαν «όχι», επειδή τις έκριναν είτε ως μη σκόπιμες είτε ως βλαβερές.

Γενικότερα, για να μείνουμε στο αμυντικό σκέλος της εξωτερικής πολιτικής, εκείνο που διακρίνει τις θέσεις του Χάμπεκ και της συμπροέδρου του κόμματος και υποψήφιας για την καγκελαρία Αναλένα Μπέρμποκ, είναι ένας, από τις ανάγκες της προεκλογικής προπαγάνδας υπαγορευόμενος, «πραγματισμός». Αυτό προκαλεί αντιφάσεις. Η Μπέρμποκ, για παράδειγμα, τάσσεται αφενός υπέρ της ενίσχυσης του ΝΑΤΟ, αφετέρου κατά της αύξησης των αμυντικών δαπανών κάθε χώρας στο 2% του προϋπολογισμού της, όπως αυτό προβλέπεται από παλιότερη απόφαση της Συμμαχίας.

Ο πραγματισμός αυτός δεν είναι βέβαια εντελώς ψυχρός. Παρά την τελεσίδικη επικράτηση των Realos επί των Fundis, όπως αυτή εκφράζεται στα πρόσωπα των Χάμπεκ και Μπέρμποκ, και παρά την αντικατάσταση του ειρηνισμού από μια όλο και χαλαρότερη «κουλτούρα στρατιωτικού περιορισμού», στη στάση των Πράσινων διακρίνεται ακόμη μια ανταύγεια του παλιού αντιμιλιταρισμού. Κι αυτό τους κάνει να ξεχωρίζουν θετικά από τα άλλα συστημικά κόμματα της Γερμανίας.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet