Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Κατατέθηκε προς δημόσια διαβούλευση, η οποία θα διαρκέσει έως τις 27 Μαΐου, το εργασιακό νομοσχέδιο. Το υπουργείο, κατά την παρουσιάσή του, δια του κ. Χατζηδάκη εμφάνισε το νομοσχέδιο ως ένα νόμο που «δίνει δύναμη στους εργαζόμενους, με νέες δυνατότητες, ευκαιρίες και επιλογές». Υποτίθεται ότι εκσυγχρονίζει την εργατική νομοθεσία και την «προσαρμόζει στις οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις, με γνώμονα τις καλές πρακτικές των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών». Εμφανίζεται ως ένας νόμος που «θα δημιουργεί νέες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας». Συζητάμε με τον δικηγόρο, εξειδικευμένο στο εργατικό δίκαιο και το ασφαλιστικό, Κώστα Τσουκαλά για την πραγματική διάσταση του νομοσχεδίου, το οποίο κατά την ανάγνωση του ίδιου, «αυξάνει το ημερήσιο ωράριο σε εξοντωτικά για τον εργαζόμενο πλαίσια, αυξάνει το όριο των υπερωριών στις 150 ώρες (με προσαύξηση 40% ενώ έως τώρα ήταν 80% για τις πάνω από 120 ώρες), αδρανοποιεί τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και δίνει μονομερώς στον εργοδότη το δικαίωμα να ορίζει αυξημένο ημερήσιο ωράριο». Την ίδια στιγμή, «μειώνει το εύρος του πεδίου διεκδικήσεων των συνδικάτων».

 

 

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Προστασίας φέρει τον τίτλο «Προστασία της Εργασίας». Τον ικανοποιεί;

Προφανώς και όχι. Ενώ το υπουργείο ισχυρίζεται ψευδεπίγραφα ότι το νομοσχέδιο αυτό σκοπό έχει να ευθυγραμμίσει την ελληνική εργατική νομοθεσία με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές μεροληπτεί ξεκάθαρα υπέρ της εργοδοτικής πλευράς και σε μεγάλο βαθμό αφήνει τους εργαζομένους απροστάτευτους σε μια αγορά εργασίας που ολοένα και θυμίζει ζούγκλα. Λαμβάνει μόνο δύο παραμέτρους υπόψη: την κερδοφορία των επιχειρήσεων και την ανταγωνιστικότητα, ενώ ξεχνά τον παράγοντα εργασία και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων. Ενδεικτική της μονομερούς αντίληψης της κυβέρνησης είναι η πανηγυρική έκφραση του υπουργού Εργασίας ότι «δεν υπάρχουν εργαζόμενοι χωρίς επιχειρήσεις». Προφανώς πιστεύει ότι ο πλούτος παράγεται μόνος του, ερήμην των εργαζομένων, οι οποίοι προφανώς αντιμετωπίζονται ως ένα αναγκαίο κακό στην παραγωγική διαδικασία. Έτσι, λοιπόν, έχουμε την αύξηση των ωρών εργασίας στις δέκα την ημέρα, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, με προϋπόθεση να αναπληρώνεται ο επιπλέον χρόνος εντός του ιδίου εξαμήνου, είτε με μειωμένο ωράριο είτε με ρεπό. Δύο παρατηρήσεις να κάνω ως προς αυτή τη διάταξη. Η μία είναι η υποτίμηση του κόστους εργασίας, αφού πλέον εκείνος που εργάζεται παραπάνω από οκτώ ώρες τη μέρα δεν θα λαμβάνει προσαυξημένο ωρομίσθιο, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα. Η δεύτερη είναι ότι επ’ ουδενί δεν υπάρχει αυτό που παρουσιάζεται ως «δυνατότητα επιλογής του εργαζομένου». Αντίθετα, ο εργοδότης θα μπορεί πολύ εύκολα πια να αναγκάζει τον εργαζόμενο να συναινέσει στη διευθέτηση ωραρίου. Ο εργαζόμενος θα καλείται να αποφασίσει, ενώ θα κρέμεται από πάνω του η δαμόκλειος σπάθη τη απόλυσης. Σε μία χώρα με συστημική ανεργία άνω του 20%, με έναν μεγάλο μέσο όρο αναμονής στο ταμείο ανεργίας, υπάρχει πολύ μεγάλη ανασφάλεια, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος αν πιεστεί από τον εργοδότη, στις περισσότερες των περιπτώσεων να δεχτεί ό,τι του προτείνει. Ήδη δουλεύουν παραπάνω ώρες στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς να λαμβάνουν αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση. Η κυβέρνηση ενώ βλέπει την πραγματικότητα, διαπιστώνει το πρόβλημα, δεν το λύνει αλλά αντιθέτως επιλέγει τη νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας.

 

Η θεσμοθέτηση ατομικών συμβάσεων ουσιαστικά θίγει τον πυρήνα του εργασιακού δικαίου της χώρας, όπως το ξέραμε μέχρι τώρα;

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι από το ’90 υπάρχει η διευθέτηση του ωραρίου. Πράγματι, ο τελευταίος νόμος, ο 3846/2010, προέβλεψε τη διευθέτηση του ωραρίου, πλην όμως εφαρμόστηκε σε ελάχιστες περιπτώσεις, γιατί δεν εκδόθηκαν οι απαιτούμενες υπουργικές αποφάσεις, ενώ το κυριότερο είναι ότι ο νόμος απαιτούσε συλλογική συμφωνία σε κάθε περίπτωση. Τώρα θεσμοθετείται η διευθέτηση ωραρίου σε ατομικό επίπεδο. Σαν να θεωρεί η κυβέρνηση ότι ζούμε σε ένα μαγικό κόσμο, σε μια αταξική κοινωνία , όπου ο εργαζόμενος ως μονάδα και η επιχείρηση αποτελούν ισότιμους εταίρους που διαπραγματεύονται ελεύθερα επί ίσοις όροις. Προφανώς δεν είναι έτσι. Και δεν χρειάζεται κάποιος να έχει διαβάσει Μαρξ ή να είναι αριστερός για να αντιληφθεί ότι δεν είναι ισότιμα μέρη σε αυτή τη συμφωνία εργαζόμενος και εργοδότης. Αυτό είναι κοινός τόπος και της φιλελεύθερης αντίληψης. Στην ουσία η κυβέρνηση παρουσιάζει ως δεδομένο κάτι που δεν υφίσταται.

 

Είπατε ότι η κυβέρνηση νομιμοποιεί την αυθαιρεσία, την πραγματικότητα που βιώνει η πλειονότητα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα, στην εστίαση οι εργοδότες όταν ανοίγει η σεζόν, από το Πάσχα έως τον Σεπτέμβρη, δεν δίνουν ρεπό. Πλέον, θα είναι και νόμιμο να το κάνουν, έχοντας πλήρη κάλυψη.

Εισάγει μια νόμιμη δυνατότητα του εργοδότη να καθιστά το ωράριο του εργαζόμενου ακορντεόν. Τώρα που μάθαμε το ακορντεόν στα λοκντάουν, θα το μάθουμε και στο ωράριο. Και αυτό θα έχει μεγάλες συνέπειες και στην ιδιωτική ζωή των εργαζομένων. Σκεφτείτε μια οικογένεια με δύο γονείς ιδιωτικούς υπαλλήλους, να έχουν υπό αμφισβήτηση το ωράριό τους, για να καλύψουν τις ανάγκες του εργοδότη. Πώς θα προγραμματίσουν, για παράδειγμα, την παραλαβή παιδιών από το σχολείο;

 

Μιλάμε για ένα νομοσχέδιο, που σύμφωνα με τον υπουργό Εργασίας προωθεί «την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής, ενδυναμώνοντας τους εργαζόμενους», αφού θεσμοθετεί την άδεια πατρότητας ή την προστασία των πατεράδων από απόλυση, έξι μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού.

Αυτή τη στιγμή βιώνουμε τις συνέπειες τις Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης· που χαρακτηρίζεται από την εκτεταμένη ψηφιοποίηση και την ιλιγγιώδη τεχνολογική πρόοδο. Η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση θα υποκαταστήσουν ένα σημαντικό μέρος των εργασιών. Το ότι μπορεί στο μέλλον, ειδικά σε επιχειρήσεις τεχνολογικής αιχμής, να είναι αποτελεσματικές κάποιες πιο ευέλικτες μορφές απασχόλησης χωρίς να θίγονται εργασιακά δικαιώματα θα μπορούσε να συζητηθεί υπό την προϋπόθεση της αλλαγής του εργασιακού υποδείγματος της χώρας, που δυστυχώς σήμερα χαρακτηρίζεται από υποδηλωμένη εργασία και απουσία των ελεγκτικών μηχανισμών. Η κυβέρνηση σχεδιάζει ένα εργασιακό μέλλον που μοιάζει με το πιο μακρινό παρελθόν. Κύριο μέλημά της είναι η εντατικοποίηση της εργασίας, προκειμένου να έχουμε αύξηση της κερδοφορίας. Προφανώς και θέλουμε την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και του παραγόμενου πλούτου, αλλά θα πρέπει τα οφέλη να διαχυθούν ισότιμα και στον κόσμο της εργασίας, διαφορετικά δεν διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη, και επομένως μακροπρόθεσμα η πορεία της οικονομίας δεν μπορεί να θεμελιώνεται σε στέρεες βάσεις.

 

Το μοντέλο της τετραήμερης εργασίας, χωρίς μείωση αποδοχών, έχει εφαρμοστεί ήδη σε αρκετές χώρες, όπως στην Ισπανία, την Νέα Ζηλανδία, την Αγγλία, με μία σχετική επιτυχία. Αν υπήρχε πολιτική βούληση θα μπορούσε να εφαρμοστεί;

Βεβαίως, το λογικό αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου είναι η μείωση των συνολικών ωρών εργασίας. Εδώ, όμως, έχουμε μια ασυνέχεια που οφείλεται στην ιδεοληψία που επικρατεί στους κόλπους της κυβέρνησης. Αντίθετα με την διεθνή πρακτική, αυξάνεται το ημερήσιο ωράριο σε εξοντωτικά για τον εργαζόμενο πλαίσια, το όριο των υπερωριών στις 150 ώρες (με προσαύξηση 40% ενώ έως τώρα ήταν 80% για τις πάνω από 120 ώρες), αδρανοποιούνται οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και δίνεται μονομερώς στον εργοδότη το δικαίωμα να ορίζει αυξημένο ημερήσιο ωράριο. Μάλιστα, προβλέπεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις αν αιτούνται προς το υπουργείο, κατ’ εξαίρεση αύξηση του ορίου των επιτρεπομένων υπερωριών και πέραν των 150 ωρών. Έχουμε μια συμφωνία win win για τις επιχειρήσεις και lose lose για τους εργαζόμενους. Η κυβέρνηση έχει μείνει προσκολλημένη σε μία άλλη ιστορική περίοδο. Το υπουργείο Εργασίας με νομοσχέδιο, που φέρνει για τις εργασιακές σχέσεις, φαίνεται να επιλέγει μια πολιτική απορρύθμισης του μισθολογικού στάτους, μέσα από τη συμπίεση των μισθών (εργασία έως και 10 ώρες χωρίς πρόσθετη αμοιβή, απόλυτη ευελιξία ωραρίων) και υποβάθμισης ολόκληρου του φάσματος προστασίας των σχέσεων εργασίας (διατάξεις που δυσχεραίνουν τη συνδικαλιστική δράση). Αυτό το μοντέλο αδιαφορεί για τη δίκαιη βιωσιμότητα και δυστυχώς οδηγεί την ελληνική οικονομία σε έναν εξαρχής υπονομευμένο ανταγωνισμό με όρους χαμηλών μισθών και επισφαλούς εργασίας. Σήμερα ο επιθετικός νεοφιλελευθερισμός δεν αποτελεί την mainstream επιλογή ούτε για τις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Οι πιο εξωστρεφείς και ισχυρές οικονομίες επιλέγουν επεκτατικές πολιτικές για να βγουν από την κρίση. Ενδεικτικά η κυβέρνηση Μπάιντεν προχωρά σε προγράμματα ενίσχυσης της εργασίας συνολικής δαπάνης 2,8 τρισ.

 

Θα παρατηρηθεί αύξηση της υποδηλωμένης εργασίας ή της μαύρης εργασίας; Όπως προβλέπεται δίνεται η δυνατότητα επιπλέον εργασίας από μερικώς απασχολούμενους ακόμα και σε χρόνο που δεν είναι συνεχόμενος σε σχέση με το ωράριό τους.

Από την αρχή της πανδημίας είδαμε τη στρατηγική της κυβέρνησης να ξεδιπλώνεται, με την αποχώρηση των ελεγκτικών μηχανισμών από το ρόλο τους. Τον τελευταίο ενάμισι χρόνο η Επιθεώρηση Εργασίας είναι απούσα. Δεν βάζει πρόστιμα, ούτε κάνει μαζικούς ελέγχους, με αποτέλεσμα να έχουμε μεγάλη αύξηση της υποδηλωμένης εργασίας. Να θυμίσω δε πως στην αρχή της πανδημίας είχε το δικαίωμα ο εργοδότης να δηλώνει τροποποίηση ωραρίου στο τέλος του μήνα. Κάθε μέτρο εκσυγχρονισμού, όπως είναι το ψηφιακό ωράριο, αν δεν συνοδεύεται με ενεργοποίηση ελεγκτικών μηχανισμών δεν θα μπορέσει να αποδώσει και ενδέχεται να γυρίσει μπούμερανγκ. Μέχρι τώρα αν δουλεύει κάποιος υπερωριακά και δεν πληρώνεται υπερωρίες, έχει πέντε χρόνια προθεσμία να καταθέσει αγωγή και να διεκδικήσει στα δικαστήρια τα δεδουλευμένα. Πλέον, αν συναινεί στο να αποστέλλονται μη ακριβή στοιχεία στην ψηφιακή κάρτα, δεν θα μπορεί στο μέλλον να ισχυριστεί ότι απασχολήθηκε υπερωριακά. Είναι το άλφα και το ωμέγα το κράτος να έχει σοβαρούς και αξιόπιστους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Το πρώτο μέλημα της πολιτείας, αν αυτή πράγματι επιθυμεί να εφαρμόσει τις βέλτιστες πρακτικές, πρέπει να είναι ο έλεγχος της υποδηλωμένης και αδήλωτης εργασίας. Στις χώρες που αποτελούν σοβαρά παραδείγματα δεν υφίσταται υποδηλωμένη εργασία ούτε απλήρωτη υπερωρία. Στην Ελλάδα έχουμε μια χαμηλής ποιότητας εργασιακή κουλτούρα, παρότι είχαμε ένα πολύ προοδευτικό εργατικό δίκαιο. Επίσης προκύπτει από όλες τις αξιόπιστες έρευνες οι Έλληνες δουλεύουν πολλές περισσότερες ώρες από το μέσο ευρωπαϊκό όρο και ότι υποαμείβονται.

 

Μία ακόμα διάταξη προβλέπει τη συμφιλίωση ενώπιον του ΟΜΕΔ, καταργώντας δε το δεύτερο βαθμό διαιτησίας. Η διάταξη αυτή αντιμετωπίζει ως ισοδύναμους τον εργοδότη και τον εργαζόμενο και έρχεται αντί της Επιθεώρησης Εργασίας;

Είναι όμως μια εξέλιξη που συρρικνώνει το ρόλο, που μπορεί να έχει στις συλλογικές διαφορές η Επιθεώρηση Εργασίας, και επομένως και το υπουργείο Εργασίας, αφού δίνει τη δυνατότητα εξεύρεσης λύσεων μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών στον ΟΜΕΔ, που έχει μια αρνητική νομολογιακή πρακτική, σε σχέση με τους εργαζομένους.

 

Όσον αφορά τις διατάξεις που περιορίζουν το δικαίωμα στο συνδικαλισμό, τι προβλέπεται; Ποια η λογική;

Έρχεται ως συνέχεια του προηγούμενου νόμου, όπου θεσπίστηκε η υπερίσχυση των επιχειρησιακών έναντι των συλλογικών συμβάσεων. Σήμερα μειώνεται το εύρος του πεδίου διεκδικήσεων των συνδικάτων. Με την εξ αποστάσεως ψηφοφορία για κήρυξη απεργιακών κινητοποιήσεων αφαιρείται η ζωντάνια της γενικής συνέλευσης των εργαζομένων και περιορίζεται η υποχρέωση λογοδοσίας για την ψήφο κάποιου σχετικά με την κήρυξη απεργίας. Έτσι, θα μπορεί ο καθένας, που είναι μέλος της γενικής συνέλευσης, χωρίς να χρειαστεί να τοποθετηθεί, να εξηγήσει την ψήφο του, να καταψηφίσει την κήρυξη απεργίας. Διευκολύνεται, έτσι, για μια ακόμα φορά ο εργοδότης, να αποκτήσει προσβάσεις εντός του σωματείου και να επηρεάζει τις αποφάσεις του.

 

Υπονοήσατε πως το νομοσχέδιο αυτό έρχεται ως συνέχεια των προηγούμενων. Διακρίνετε μια μεθοδικότητα στο ξήλωμα των εργασιακών δικαιωμάτων και στην απορρύθμιση;

Ήδη από τον Αύγουστο του 2019, ένα μήνα από την εκλογή της, η κυβέρνηση κατάργησε δύο βασικά μέτρα της προηγούμενης κυβέρνησης: την υποχρέωση αιτιολόγησης της απόλυσης και τις διατάξεις για την προστασία των εργολαβικών εργαζομένων. Επίσης, διακόπηκε η διαδικασία αύξησης του κατώτατου μισθού και μειώθηκαν τα πρόστιμα που προβλέπονται για εργοδοτικές παραβάσεις. Επομένως, το νομοσχέδιο είναι συνέχεια μιας πολιτικής που ήδη ξεδιπλώνεται. Ενδεχομένως να είχε έρθει νωρίτερα, αν δεν είχε έρθει η πανδημία. Αλλά το ότι υπάρχει πανδημία, λειτουργεί ως μια ευκαιρία για την κυβέρνηση, να το φέρει σε ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί τις κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς η κοινωνία είναι κουρασμένη ψυχολογικά και πιεσμένη οικονομικά.

 

Η διάταξη που προβλέπει απαλλαγή από την υποχρέωση επαναπρόσληψης, σε περίπτωση δικαστικής δικαίωσης, με χορήγηση επιπλέον αποζημίωσης, τι μήνυμα στέλνει;

Μέχρι τώρα, όταν ένα δικαστήριο κρίνει μια απόλυση άκυρη, υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλλει τους μισθούς υπερημερίας από την ημέρα που απολύθηκε, μέχρι την ημέρα δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης, καθώς και να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο. Τώρα, αν υπάρχουν βάσιμοι οικονομοτεχνικοί λόγοι, κάτι που οι περισσότερες επιχειρήσεις μπορούν να επικαλεστούν λόγω της πανδημικής κρίσης, η επιχείρηση δεν θα υποχρεούται να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, αλλά θα καταβάλει μια επιπλέον αποζημίωση. Αυτό συνεπάγεται απελευθέρωση των απολύσεων. Για ποιο λόγο ο εργαζόμενος να μπει σε ένα δικαστικό αγώνα, αν γνωρίζει ότι έχει απωλέσει κάθε πιθανότητα επανάκτησης της θέσης εργασίας;

 

Αν το νομοσχέδιο περάσει, υπάρχουν δικλείδες για να μην εφαρμοστεί;

Προφανώς κάθε κυβέρνηση –η ίδια ή άλλη– μπορεί με επόμενο νόμο να καταργήσει προηγούμενο νόμο. Το προβληματικό στην περίπτωση μας είναι ότι η κυβέρνηση έχει συνδέσει την συγκεκριμένη πολιτική επιλογή απορρύθμισης της αγοράς εργασίας με την εκταμίευση των ποσών από το Ταμείο Ανάκαμψης, εγκλωβίζοντας και επόμενες κυβερνήσεις στην εφαρμογή αυτών των μέτρων ή στην επαναδιαπραγμάτευση του προγράμματος με ενδεχόμενες συνέπειες. Οι επιλογές της χώρας έπρεπε να είναι σε άλλη κατεύθυνση. Επιβάλλεται αφενός μια δέσμη επιθετικών μέτρων στήριξης της εργασίας, αφετέρου η στοιχειώδης δικαιοπολιτική αντιμετώπιση των καινοφανών ζητημάτων, που οι νέες τεχνολογίες προκαλούν στο συναλλακτικό και εργασιακό βίο. Σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία, το κράτος επιδοτεί πιλοτικό πρόγραμμα ενίσχυσης των επιχειρήσεων, ώστε αυτές να εφαρμόσουν τετραήμερη εργασία χωρίς μείωση αποδοχών. Αυτό το παράδειγμα θα πρέπει να ακολουθήσει και η Ελλάδα. Η πιλοτική εφαρμογή του 35ωρου θα ήταν μια προσπάθεια με ρεαλιστικούς όρους. Απαιτούνται, επίσης, παρεμβάσεις στο δίκαιο του χρόνου εργασίας και της άδειας, θεσμικές τομές στο δίκαιο της προστασίας του εργαζόμενου από τις νέες τεχνολογίες και των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του εντός και εκτός της εργασίας. Οι πόροι, που θα χρηματοδοτήσουν το Ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, πρέπει να διατεθούν μέσα από ένα συνεκτικό σχέδιο που θα πυροδοτεί την αναγκαία αλλαγή αναπτυξιακού υποδείγματος με στόχο την δημιουργία θέσεων εργασίας που θα επιταχύνουν τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας. Εκεί θα κριθεί το στοίχημα της προόδου ως άμεσα συνυφασμένο με τη μείωση των ανισοτήτων και την παροχή ευκαιριών για κοινωνική κινητικότητα μέσω της εργασίας και της μόρφωσης.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet