«Γιατί ασχολείστε με τον ΣΥΡΙΖΑ;», ρωτούν –υποτίθεται– αρθρογράφο της «Καθημερινής» οι γνωστοί του, κι εκείνος απαντά: «Αν το κόμμα αυτό ήταν στο 10% ουδείς θα ασχολείτο μαζί του(…) Είναι υπό προϋποθέσεις κυβέρνηση εν αναμονή». Στην ερώτηση και στην απάντηση αυτή βρίσκεται όλη η ουσία για την ανησυχία τής καθ’ ημάς Δεξιάς και του σύνθετου συστήματος που τη στηρίζει για την «τύχη» του ΣΥΡΙΖΑ.

Το πραγματικό υποκείμενο ερώτημα είναι γιατί δεν γίνεται ο ΣΥΡΙΖΑ «κόμμα του 10%». Φαίνεται ότι το επιτελείο των εραστών τής «κανονικότητας» δεν έχει ακόμα απαντήσει στο δίλημμα αν, για να το πετύχουν, πρέπει να τον φέρουν στα νερά τους ή να τον αντιμετωπίσουν σαν απόβλητο. Εκεί που συνιστούν στον ΣΥΡΙΖΑ και παθιάζονται να τον πείσουν να «ωριμάσει», για να αποτελέσει τον έτερο πόλο ενός ακίνδυνου δικομματισμού, αγανακτούν και του επιτίθενται με μεγάλη σφοδρότητα σε κάθε ευκαιρία ως εχθρό της «κανονικότητάς» τους.

 

Η αμφισβήτηση ανοίγει δρόμους

 

Θα πρέπει να ανησύχησε πολλούς η παρουσία των πανό του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες κινητοποιήσεις για το αντεργατικό νομοσχέδιο Χατζηδάκη –Μητσοτάκη. Τι δουλειά έχει στο πεζοδρόμιο ή, ακόμα χειρότερα, στο δρόμο η –ενδεχομένως– αυριανή κυβέρνηση; Εξ ου και η πολύπλευρη και συντονισμένη επίθεση με αφορμή τα περί κανονικότητας και Αριστεράς της Έφης Αχτσιόγλου. Επίθεση που αποκαλύπτει, εκτός των άλλων, πώς εννοούν την «κανονικότητά» τους: σαν μια αδιατάρακτη πορεία τού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού προς την αιωνιότητα, μέσα σε νεκρική σιγή, χωρίς την παραμικρή φωνή αμφισβήτησης του φάσματος «ελευθερίας και ευημερίας», τις οποίες υποτίθεται ότι αντιστρατεύεται η Αριστερά, γιατί δεν της προσφέρουν «ευκαιρίες».

Πρόκειται καταφανώς για μια εκπληκτική αντιστροφή της ιστορικής και της τρέχουσας πραγματικότητας. Οι περίοδοι –σχετικής πάντοτε– ελευθερίας και ευημερίας, τουλάχιστον στην Ευρώπη τον περασμένο αιώνα και στις αρχές του τρέχοντος, υπήρξαν μάλλον περιορισμένες, αν όχι εξαιρέσεις, στα «κενά» που άφηναν οι κρίσεις και οι πόλεμοι. Και έχουν συνδεθεί αποδεδειγμένα με την ανάπτυξη του εργατικού και άλλων κοινωνικών κινημάτων, με την ενίσχυση της Αριστεράς. Το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, συνέβαινε και συμβαίνει: η ενίσχυση των κινημάτων και της Αριστεράς ενισχύει τις ελευθερίες και την ευημερία –και το αντίστροφο. Και γι’ αυτό τους ανησυχεί η διατήρηση και των δύο στο προσκήνιο.

 

Η ελληνική εξαίρεση

 

Το κακό γι’ αυτούς είναι πως στην Ελλάδα –και σε ορισμένες άλλες χώρες της Ευρώπης– η ιδεολογική παράδοση άνευ όρων του μεγαλύτερου μέρους της σοσιαλδημοκρατίας στο νεοφιλελευθερισμό δεν συμπαρέσυρε την Αριστερά. Η επιρροή της Αριστεράς στο άλλοτε κοινό τής σοσιαλδημοκρατίας και του δημοκρατικού κέντρου αντικατέστησε τη –χαμένη πια– κατά καιρούς επιρροή και των δύο στο κοινό της Αριστεράς. Έτσι, δεν έμεινε χώρος για λύσεις που επιχειρήθηκαν με τη δημιουργία διάδοχων σχημάτων, όπως το Ποτάμι ή οι Σιουνταντάνος. Αυτές οι εξαιρέσεις, όπως και οι εξαιρέσεις μιας σοσιαλδημοκρατίας που κοιτάζει, με μισό μάτι έστω, προς τα αριστερά της, θεωρούνται άκρως επικίνδυνες για ένα σύστημα όπου η υπόσχεση «ελευθερίας» προϋποθέτει την απαγόρευση ακόμη και εναλλακτικών σκέψεων και η επαγγελία της «ευημερίας» στηρίζεται στην αδιάκοπη διεύρυνση των ανισοτήτων, στην καταλήστευση της εργασίας και στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Η παραμικρή υπόμνηση εκ μέρους της Αριστεράς ότι κανονικότητα δεν υπάρχει περίπτωση να είναι η αιωνιότητα οποιουδήποτε ληστρικού για τον άνθρωπο και τη φύση συστήματος, θεωρείται και αντιμετωπίζεται σαν υπαρξιακός κίνδυνος από τους υποστηρικτές της. Δεν μας επιτρέπουν να αναρωτηθούμε καν μήπως ο κόσμος μας δεν είναι ο καλύτερος δυνατός των κόσμων, και, συνεπώς, κάθε διατάραξη των ισορροπιών του μπορεί να είναι πρόξενος προόδου και όχι δεινών.

 

Η μη κανονικότητα του ΣΥΡΙΖΑ

 

Για κακή τους τύχη, η εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα δεν απέτρεψε μόνο την επικίνδυνη στροφή τής ριζοσπαστικοποίησης προς τα ακροδεξιά. Επέτρεψε και τη συνάντηση διαφορετικών ρευμάτων της Αριστεράς, που δεν αποδέχονται μοιρολατρικά την τύχη τους, έστω κι αν δεν συμφωνούν πλήρως ως προς τον τρόπο που αυτή η «τύχη», παράλληλα με την τύχη των από κάτω, μπορεί να αλλάξει. Τα ίδια τα ιδρυτικά συνθετικά υλικά του ΣΥΡΙΖΑ εμπεριείχαν αυτή την ελπιδοφόρα συνάντηση και αυτή την εκ γενετής σύνθεση. Η δοκιμασία τής ανάληψης της κυβέρνησης υπό το κράτος μνημονίου μπορεί να άλλαξε τους εσωτερικούς συσχετισμούς, δεν εξαφάνισε όμως τα χαρακτηριστικά του ως κόμματος που δεν κατατάσσεται ούτε στη συνθηκολογημένη σοσιαλδημοκρατία, ούτε στην παραδοσιακή Αριστερά, και γι’ αυτό αξιολογείται σαν απειλή για την «κανονικότητα».

Το στοιχείο αυτό, άλλωστε, είναι που δυσκολεύει φίλους και εχθρούς να αποφασίσουν πώς να το αντιμετωπίζουν: υπερτονίζοντας το δέλεαρ (ή τον κίνδυνο) της αποδοχής μιας «κανονικότητας», ή απειλώντας με (ή απαιτώντας) τον αποκλεισμό του από την κυβέρνηση; Όποια απάντηση κι αν δοθεί, παραμένει γεγονός αυτή η μη κανονική ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμά της στην ισχυρή επιρροή του στην κοινωνία, παρά τα πλήγματα που έχει δεχτεί. Αυτή αποτελεί τη βαλβίδα αντεπιστροφής στο 10% που εύχονται οι αντίπαλοί του. Η δυνατότητα διεκδίκησης της κυβέρνησης χωρίς την κατάθεση διαπιστευτηρίων που ζητούν οι… κληρονομικώ δικαίω νομείς της, διαμορφώνει την ελκτική για ευρύτερα λαϊκά στρώματα φυσιογνωμία του. Γιατί και τον μετριοπαθή αντίπαλο της Δεξιάς ικανοποιεί και το ριζοσπαστικό κοινωνικό αίτημα διατηρεί ισχυρό. Αυτό το στοιχείο χρειάζεται να ενισχυθεί. Είναι βέβαιο ότι έτσι θα ανησυχούν όλο και περισσότερο όσοι αναγκάζονται να «ασχολούνται με τον ΣΥΡΙΖΑ». Και θα παραμένει όνειρο ο στόχος τους να τον συρρικνώσουν στο 10%.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet