Νίκος Παναγιωτόπουλος «Οι αφανείς. Κοινωνιολογία των λαϊκών τάξεων στην Ελλάδα», εκδόσεις Πεδίο, 2021

 

Νίκος Παναγιωτόπουλος (διεύθυνση) «Οι πολίτες μιλούν για την Ελλάδα», εκδόσεις Πεδίο, 2021

 

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είναι ένας κοινωνιολόγος του οποίου η προτεραιότητα είναι η έρευνα πεδίου με την ανάδειξη, στις αληθινές τους διαστάσεις, πτυχών της κοινωνικής πραγματικότητας που παραμένουν αθέατες ή μεταμφιεσμένες σε απρόσωπους αριθμούς. Προτεραιότητά του είναι επίσης η ανάδειξη της κρίσης στην οποία έχει περιπέσει η –συκοφαντημένη, επίσης– επιστήμη της κοινωνιολογίας στην Ελλάδα, και η ανάδειξη νέων, σωστά καταρτισμένων ερευνητών.

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, άλλοτε μαθητής και συνεργάτης του Πιερ Μπουρντιέ, σήμερα καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει στις αποσκευές του, μεταξύ άλλων, και ένα πολυσύνθετο συγγραφικό έργο. Συγγραφικό έργο ευρύ, ευαίσθητο, καίριο, που ανιχνεύει τα κοινωνικά δρώμενα προσεγγίζοντας με σεβασμό τις τάξεις εκείνες που κατά κανόνα βρίσκονται στο περιθώριο, ώστε να φωτίσει την κατά κανόνα ζοφερή πραγματικότητά τους.

Επειδή μάλιστα αυτό το έκανε πάντα, ήταν έτοιμος και με το ξέσπασμα της κρίσης να δημιουργήσει, με τη βοήθεια των φοιτητών του, ένα εκτεταμένο ερευνητικό δίκτυο και να γίνει ο μόνος ίσως κοινωνικός επιστήμονας που έχει παράξει τόσο ευρύ και τόσο κρίσιμο ερευνητικό υλικό για την τρομερή δεκαετία που ξεκίνησε από το 2010 και, παρά την επιμονή του ημερολογίου, δεν εννοεί να τελειώσει.

Για του λόγου το αληθές να θυμίσουμε παλιότερα βιβλία του όπως «Η οδύνη των ανέργων» (Πολύτροπον, 2005), «Οι απόκληροι. Τα ιδρύματα αγωγής ανηλίκων» (Καρδαμίτσας, 1998), «Η απομάγευση του κόσμου» (Πολύτροπον, 2008) ενώ με το ξέσπασμα της κρίσης ανανέωσε τη σχετική έρευνα και την πήγε πολύ παραπέρα, δημοσιεύοντας το βιβλίο «Η βία της ανεργίας» (Αλεξάνδρεια, 2013) και ιδίως το τρίτομο συλλογικό έργο «Mirrors» (Αλεξάνδρεια, 2016). Σε αυτό, ο ένας τόμος λεγόταν «Η οικονομία της αθλιότητας», περιείχε δεκάδες συνεντεύξεις πολιτών και είχε ως επιστημονικούς υπεύθυνους τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και τον καθηγητή Κοινωνιολογίας στο St. Gallen της Ελβετίας Φραντς Σουλτχάις (αντιπρόεδρο και πρόεδρο, αντιστοίχως, του ιδρύματος Μπουρντιέ). Ο δεύτερος τόμος (τίτλος: «Η αθλιότητα της οικονομίας») είχε την υπογραφή του Φραντς Σουλτχάις και της Κριστίνα Σουλτς (Επίκουρης Καθηγήτριας Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης) που με την ίδια μέθοδο των συνεντεύξεων αποκάλυπτε την αθέατη πραγματικότητα του γερμανικού «θαύματος», τις επιπτώσεις δηλαδή της πολιτικής «Ατζέντα 2010», της πολιτικής λιτότητας που εγκαινίασε ο σοσιαλδημοκράτης Γκέρχαρντ Σρέντερ το 2003. Όσο για τον τρίτο τόμο, αυτός ήταν ένα μικρό βιβλίο με τίτλο «Διάλογοι», στο οποίο η εικαστικός Βένια Δημητρακοπούλου, παίρνοντας αφορμή από αυτό το ερευνητικό υλικό, εξερευνούσε τις αντιθέσεις αυτών των ανθρώπινων υπάρξεων, δημιουργώντας το εικαστικό έργο «Mirrors».

 

Νέο εκδοτικό μπαράζ

 

Σήμερα ο Νίκος Παναγιωτόπουλος επανέρχεται με ένα νέο εκδοτικό μπαράζ. Σε ένα μικρό τόμο 100 σελίδων με τίτλο «Περί αυτονομίας» (Καρδαμίτσας, 2021), ψηλαφεί τα της κρίσης της ελληνικής κοινωνιολογίας που πλέον «είναι καιρός να διατυπωθεί δημοσίως». Επίσης συγκέντρωσε και εξέδωσε στον ίδιο εκδοτικό οίκο κριτικά κείμενα δημοσιευμένα σε διάσπαρτες πηγές («Κοινωνιολογικοί Λόγοι Δράσης», Καρδαμίτσας 2020).

Σε ένα άλλο μικρό βιβλίο 100 σελίδων, μικρού σχήματος, παίρνει αφορμή από το ελληνικό «MeToo» και συμμετέχει στη σχετική συζήτηση υπενθυμίζοντας βασικά κοινωνιολογικά πορίσματα στο πεδίο της συμβολικής κυριαρχίας («η δε γυνή ίνα…», Πατάκης 2021).

Εκείνο όμως για το οποίο θα μιλήσουμε εκτενέστερα εδώ είναι ένα νέο ογκώδες, δίτομο ερευνητικό κοινωνιολογικό έργο. Ο ένας τόμος αφορά σε μια νέα ομάδα συνεντεύξεων με γενικό τίτλο «Οι πολίτες μιλούν για την Ελλάδα». Ο δεύτερος τόμος λέγεται «Οι αφανείς. Κοινωνιολογία των λαϊκών τάξεων στην Ελλάδα». Και οι δύο τόμοι κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Πεδίο τον Μάρτιο του 2021.

 

Η δεκαετία που άλλαξε τη ζωή μας

 

Το «Οι πολίτες μιλούν για την Ελλάδα» αποτελεί επί της ουσίας το τρίτο μέρος μιας τριλογίας που ξεκίνησε με την «Απομάγευση του κόσμου» και συνεχίστηκε με την «Οικονομία της αθλιότητας» στο «Mirrors». Αποτελεί ταυτόχρονα το τέλος ενός δεκαπενταετούς ερευνητικού κύκλου σε μια προσπάθεια αφενός διερεύνησης των κοινωνικών διαδικασιών σε συνθήκες κρίσης, αφετέρου θεμελίωσης μιας «αυτόνομης και ισχυρά επιστημονικής δημόσιας κοινωνιολογίας». Το τρίτο αυτό μέρος της τριλογίας διερευνά, δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, το πώς βλέπουν το παρόν και το μέλλον διάφορα κοινωνικά υποκείμενα από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η δυσκολία της επιβίωσης είναι διάχυτη, η απαισιοδοξία για το μέλλον επίσης, φαίνεται όμως να υπάρχουν ακόμα αποθέματα αντοχών. «Αργεί η κοινωνία να αλλάξει, αλλά την επομένη θα ‘ναι ένα μέτρο πιο μπροστά από εκεί που είμαστε τώρα», λέει στη Δανάη Σαραντοπούλου μια κυρία 55χρονη που διατηρεί εναλλακτικό θεατράκι στο Μαρούσι. Συνεχίζει όμως: «Μερικές φορές πιάνω τον εαυτό μου και λέω “δεν τον αντέχω αυτό τον κόσμο”, όχι την προσωπική μου ζωή, αυτό τον κόσμο. Δεν γίνεται να είναι τόσο κατάφωρη η αδικία παντού και ο κόσμος… Μας λυπάμαι βαθιά, τον κόσμο, και μέσα στην υγειονομική κρίση, και τους φόβους του κόσμου. Όλους τους λυπάμαι!».

Και μια άλλη κυρία, που δουλεύει ταξί στην Άνδρο, μισό μισό με τον σύζυγό της, και που έχει και μερικά ζώα που βοηθούν την οικογενειακή κατανάλωση, λέει στη Φωτεινή Κρεατσούλα ότι για να μπορέσει να σπουδάσει τα τρία παιδιά της οδηγήθηκε σε στερήσεις. «Τα τελευταία χρόνια και τα προσωπικά μου έξοδα μείωσα και τα ρούχα μου και τα παπούτσια μου (…). Εντάξει, εγώ ήμουνα, και δεν ήμουνα ποτέ του κομμωτηρίου δηλαδή όπως πάνε άλλες μια φορά τη βδομάδα, να ‘χω το μαλλί στην τσίτα. Αλλά οκέι, δεν θα σκεφτόμουνα δηλαδή, α, μ’ άρεσε αυτό να το πάρω… Βγαίναμε πρώτα απ’ όλα. Βγαίναμε. Δεν υπήρχε Σάββατο βράδυ που να μη βγούμε, να πάμε σε μια ταβέρνα, να φας, να πας να πιεις ένα ποτό, είχαμε μεγάλο κύκλο σε γιορτές, ανταλλάσσαμε τραπεζώματα. Αυτά… κοπήκανε! Και δεν τα ‘κοψα μόνο εγώ. Γενικά όλη η παρέα μας! Αυτή η δεκαετία δηλαδή ήτανε μία δεκαετία που άλλαξε η ζωή ολωνών μας!».

 

Ο «πολιτισμός της φτώχειας»

 

Ο τόμος «Οι αφανείς» ξεκινάει με μία συγκλονιστική συνέντευξη και ανάλυση της ζωής ενός λαϊκού ζευγαριού ηλικιωμένων προερχόμενων από πάμφτωχες αγροτικές οικογένειες. Το ζευγάρι έζησε την ενήλικη ζωή του σε μια παραδοσιακά αριστερή λαϊκή συνοικία, ο σύζυγος δούλεψε σε διάφορες δουλειές και κυρίως ως οδηγός. Η συνέντευξη γίνεται με τη σύζυγο, Φανή, σε δύο φάσεις: μία το 2013 και μία το 2017 όταν πια ο σύζυγος δεν ζει. Στην πρώτη φάση ζουν με μία σύνταξη 680 ευρώ με την οποία βοηθούν και την κόρη τους. Δύο λίστες με τα μηνιαία έξοδα, αναλυτικά (και συστηματικά) καταγραμμένα από τη Φανή, δίνουν τις λεπτομέρειες αυτής της ζωής. Χαρακτηριστικά τα έξοδα για βενζίνη είναι μόλις 10 ευρώ το μήνα αφού τον σκαραβαίο του ’69 τον χρησιμοποιούν μόνο για να πηγαίνουν στην κόρη τους.

Ο Μπουρντιέ, γράφει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, μιλούσε για «προσαρμογή στην ανάγκη, επομένως αποδοχή του αναγκαίου, παραίτηση στο αναπόφευκτο», βαθιά διάθεση που, ωστόσο, «όπως έχει δείξει η ιστορία των κινημάτων και των επαναστάσεων, υπό όρους, δεν είναι καθόλου ασύμβατη με μια επαναστατική πρόθεση». Η Φανή λέει «μπορεί να πήγαμε με τον ρυθμό χελώνας όλη τη ζωή μας, αλλά δεν πέσαμε κάτω ποτέ», λέει επίσης «δεν ξεφεύγω, σπρώχνω τις μέρες, αρχίζω να χαλάω μετά τις 15 του μήνα, για να φεύγουν οι μέρες, και έρχεται ο άλλος ο μήνας και η σύνταξη (…). Αν και ντρέπομαι θα σου το πω, έχω ν’ ανοίξω το θερμοσίφωνα χρόνια. Ζεσταίνω νερό τον χειμώνα στη σόμπα και πλένομαι με το μπρίκι, όπως παλιά δηλαδή (…). Με 10 ευρώ παίρνω μισό κιλό κιμά και τρία τέταρτα κρέας, τα κάνω κομμάτια σαν το καρύδι και κάνω μερίδες και τρώμε, και τρώμε κρέας…». Είναι ο «πολιτισμός της φτώχειας» του ’50 και του ’60 για τον οποίο μιλάει και ο Πέτρος Μάρκαρης, και που έχει αναδυθεί και πάλι στην επιφάνεια, για ορισμένα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας που, όπως λέει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος σε σχέση με το συγκεκριμένο ζευγάρι, «εξαιτίας μιας σειράς κοινωνικών ατυχημάτων παρέμεινε, τηρουμένων των αναλογιών, στις ίδιες σχεδόν ταξικές συνθήκες μέσα στις οποίες αποφάσισε να συγκροτηθεί ως τέτοιο».

 

Δράματα πίσω από αριθμούς

 

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, στο βιβλίο αυτό, μιλάει για την υποταγή του κυριαρχούμενου και το ότι είναι τόσο πιο δύσκολο να μην περιπέσει κανείς σε αυτήν όσο μεγαλύτερη είναι η αβεβαιότητα και η δυσκολία του επιούσιου, έτσι ώστε το παραμικρό ρίσκο να είναι εκτός του ορίζοντά του. Μιλάει για τη σημασία του παραδείγματος και την καθόλου ουδέτερη ουδετερότητα των επιστημονικών γενικεύσεων, όταν γίνονται για να αποκρύψουν δράματα πίσω από αριθμούς. Χρησιμοποιεί όμως και τους αριθμούς. Έχει παραρτήματα με πλήθος κοινωνικών στοιχείων από το ’60 μέχρι σήμερα: για την κοινωνική σύνθεση διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων, για τις ομάδες επαγγελμάτων και πώς διαφοροποιούνται στο χρόνο, για το μορφωτικό επίπεδο των λαϊκών τάξεων, για καταγωγές και τροχιές και πολλά άλλα. Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καλύπτει πρωτογενής έρευνα χιλίων συνεντεύξεων στην πόλη της Ελευσίνας, όπου κυριαρχούν τα λεγόμενα χειρωνακτικά επαγγέλματα και τα επαγγέλματα χαμηλής ειδίκευσης υπηρεσιών.

Δεν επιτρέπει εδώ ο χώρος να επεκταθούμε. Ένα όμως είναι βέβαιο: ότι οι τόμοι αυτοί πρωτογενούς κοινωνιολογικής έρευνας με επίκεντρο τον λαϊκό άνθρωπο, οι απαιτητικοί αυτοί τόμοι, θα αποτελούν και σήμερα και αύριο βιβλία στα οποία θα σκύβουμε για να βρούμε τι συνέβη αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα, για την ακρίβεια τι συνέβη πραγματικά.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet