Η πατρότητά του αποδόθηκε στον εθνικιστή πρωθυπουργό της Σλοβενίας, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, το παρέδωσε πριν μερικούς μήνες στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σαν «συμβολή στον προβληματισμό για τα Δυτικά Βαλκάνια». Το πρωθυπουργικό γραφείο το αρνήθηκε, όμως αυτό δεν μειώνει της σημασία του, δεδομένου ότι η Σλοβενία αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Ιούλιο.

Ο λόγος για ένα non paper που δημοσιεύτηκε πριν μερικές εβδομάδες σε σλοβενικό ιστότοπο και κάνει λόγο για «οριστικές λύσεις στα ανοιχτά ζητήματα» των δυτικών Βαλκανίων και ειδικά της Βοσνίας, η διάλυση της οποίας προτείνεται ως λύση στις συνοριακές διαφορές που ταλανίζουν την περιοχή. Με δυο λόγια: η Republika Srpska να ενωθεί με τη Σερβία, οι κροατικές περιοχές να περάσουν στην Κροατία και οι μουσουλμανικές να αποτελέσουν ένα μικρό ανεξάρτητο κράτος. Στην ίδια προοπτική, το Κόσοβο να ενωθεί με την Αλβανία –και, κατά λογική ακολουθία, και το αλβανικό στοιχείο της Βόρειας Μακεδονίας…

Το έγγραφο δεν φαίνεται να τάραξε τη βαλκανική νιρβάνα της ελληνικής διπλωματίας, απασχόλησε όμως –αν και ανώνυμο– την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σοβαρά. Και προκάλεσε δηλώσεις κατά της αλλαγής συνόρων, καθώς διαχέεται η ανησυχία ότι η κατάσταση στα δυτικά Βαλκάνια θα γίνει ανεξέλεγκτη αν η περιοχή δεν αποκτήσει σύντομα προοπτική εντός του ευρύτερου ευρωπαϊκού περιβάλλοντος.

Ενδεχόμενες συνοριακές αλλαγές στην περιοχή θα έχουν δραματικές συνέπειες για ολόκληρη τη Βαλκανική –αλλά και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα έχει την κύρια ευθύνη αν ο εθνικισμός πάρει το πάνω χέρι στα Βαλκάνια.

 

Το ελληνικό και ευρωπαϊκό συμφέρον

 

Τον Μάρτιο του 2020, μετά την άρση των ενστάσεων που προέβαλλε στη βαλκανική διεύρυνση η Γαλλία, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποδέχτηκε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία. Παρέλειψε απλώς να ορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία… Αυτό επέτρεψε στη Βουλγαρία να θέσει, τον περασμένο Νοέμβριο, βέτο στην παραχώρηση ημερομηνίας έναρξης, βάζοντας σαν όρο, μεταξύ άλλων, να αναγνωρίσει η Βόρεια Μακεδονία ότι η γλώσσα της είναι η βουλγαρική.

Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να επισπεύσει την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας για δύο λόγους. Να αναχαιτισθεί ο εθνικισμός που υποβόσκει στην περιοχή είναι ο ένας. Ο άλλος, εξίσου σοβαρός, να αποτραπεί ο ορατός κίνδυνος την παρούσα κυβέρνηση στα Σκόπια να διαδεχθεί ένα εθνικιστικό κυβερνητικό σχήμα που θα αμφισβητήσει τη Συμφωνία των Πρεσπών, επικαλούμενο την απροθυμία της παρούσας κυβέρνησης στην Αθήνα να την επικυρώσει τελεσίδικα με την ψήφιση των τριών εφαρμοστικών πρωτοκόλλων από την ελληνική Βουλή.

Ο κ. Μητσοτάκης γνωρίζει την κρισιμότητα των καιρών, αλλά απωθεί συνειδητά την παραδοχή ότι η Συμφωνία των Πρεσπών επανέφερε την Ελλάδα στον πολιτικό χάρτη των Βαλκανίων σε ρόλο πρωταγωνιστικό. Αυτό το κέρδος για τη χώρα η κυβέρνηση το σπαταλά αναβάλλοντας διαρκώς την επικύρωση των πρωτοκόλλων. Το κάνει όχι μόνο για λόγους εσωκομματικούς, αλλά και διότι η επικύρωση συνιστά πανηγυρική αναγνώριση της ορθής και γενναίας επιλογής της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Μητσοτάκης δεν είναι όμηρος μόνο των συσχετισμών στο κόμμα του, αλλά και του φόβου του ότι κάθε εκ μέρους του παραδοχή έστω μίας επιτυχίας του πολιτικού του αντιπάλου φέρνει ένα βήμα κοντύτερα τη δική του αποκαθήλωση. Δεν είναι ο ηγέτης που απαιτούν οι καιροί.

Δυστυχώς η χώρα δεν έχει βαλκανική στρατηγική, επειδή ο κ. Μητσοτάκης περιβάλλεται, με δική του επιλογή, από ένα επιτελείο του ιδίου αναστήματος.

Δυστυχέστερα, το ίδιο ισχύει σε ό,τι αφορά την έλλειψη στρατηγικής στα ελληνοτουρκικά.

Από την αρχή της θητείας του ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε την αναβλητικότητα σε σχέση με τη Βόρεια Μακεδονία. Το ίδιο επιλέγει στα ελληνοτουρκικά, όπως προκύπτει από τη συνέντευξη του Ν. Δένδια στην Άγκυρα πρόσφατα, που ουσιαστικά δυναμίτισε τις διερευνητικές επαφές και την προσφυγή στη Χάγη, επιλογή που θα έχει επίσης σοβαρές επιπτώσεις.

 

Ο παράγοντας της Τουρκίας

 

Διότι μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να αδρανεί, είτε λόγω εσωκομματικών προβλημάτων ή (και) διότι σχεδιάζει πρόωρες εκλογές, όμως η Τουρκία κινείται. Ως χώρα με πληθυσμό 75 εκατομμυρίων και με παρεμβατικό περιφερειακό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή, συνομιλεί με τους ισχυρούς σε διαφορετική βάση από ό,τι με την Ελλάδα. Δεν θα υποστείλει ποτέ το αναθεωρητικό της δόγμα έναντι της Ελλάδας. Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί με επιμονή συνθήκες διαλόγου με την Άγκυρα στο ανοιχτό διεθνές πεδίο, εκμεταλλευόμενη την ιδιότητά της ως μέλος της ΕΕ.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, έχει ιδιαίτερη σημασία η πρόταση που κατέθεσε ο Αλέξης Τσίπρας στο Φόρουμ των Δελφών, να συνδεθεί η προοπτική αναθεώρησης της τελωνειακής ένωσης ΕΕ–Τουρκίας με την προοπτική προσφυγής στη Χάγη. Να κατοχυρώσει, δηλαδή, η Αθήνα σε διεθνές επίπεδο ότι θα υπάρξει ενεργοποίηση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας μόνο με παράλληλη προσφυγή στη Χάγη, με κεντρικό επίδικο την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ.

Η πρόταση έχει σοβαρή διεκδικητική βάση. Η αναθεώρηση της τελωνειακής ένωσης ενδιαφέρει όλως ιδιαιτέρως τον πρόεδρο Ερντογάν. Η ενεργοποίησή της μπορεί να αποφέρει στην Τουρκία μέχρι και 200 δισ. ευρώ, ανάσα για τη χειμαζόμενη οικονομία της.

Θα αντιμετωπιστεί με τη δέουσα σοβαρότητα, ή θα έχει την τύχη που της επιφυλάχθηκε νωρίτερα, όταν την κατέθεσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ με άρθρο του στο ηλεκτρονικό περιοδικό της Βουλής, το οποίο αποσιωπήθηκε επιμελώς από την κυβέρνηση;

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση θα κληθεί εν καιρώ να εξηγήσει γιατί συνεχίζει να σιωπά μπροστά στην απόλυτη σαφήνεια της πρότασης Τσίπρα:

«Η ΕΕ πρέπει να στηρίξει ένα ισχυρό πλαίσιο ευρωτουρκικού διαλόγου, που να συνδέει την προώθηση μιας ουσιαστικής θετικής ατζέντας με την Τουρκία με τον σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας […] Ένα πλαίσιο που να ενθαρρύνει τη δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ και του πλαισίου Γκουτέρες, με συμμετοχή της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις. Ένα πλαίσιο που να συνδέει τη θέση σε ισχύ της αναθεωρημένης τελωνειακής ένωσης ΕΕ – Τουρκίας με τουρκική υποχρέωση προσφυγής στη Χάγη με την Ελλάδα για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ»…

Για πόσο ακόμη θα μπορεί η χώρα να αντέχει τη συστηματική παρεμπόδιση από την κυβέρνηση κάθε ειλικρινούς προσπάθειας της αντιπολίτευσης να συνεισφέρει, στο μέτρο που της αναλογεί, στο χειρισμό των μεγάλων προκλήσεων;

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet