Είναι η 13η πρόεδρος από το 1924, η 9η πρόεδρος μετά τη Μεταπολίτευση το 1974 και η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Δημοκρατίας στην ιστορία της Ελλάδας. Όταν στις 15 Ιανουαρίου 2020, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρότεινε την Κατερίνα Σακελλαροπούλου για το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της χώρας, η συγκεκριμένη πρόταση ήχησε θετικά στα αυτιά πολλών. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε, στις 22 Ιανουαρίου, συγκέντρωσε –ως η μοναδική υποψηφιότητα– 261 ψήφους και την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020 ορκιζόταν πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η θητεία της, με δεδομένη την υψηλή αποδοχή στο πρόσωπό της, ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς. Παρά τη φήμη που θέλει δικαστικούς σε ανώτατα αξιώματα να μην μπορούν να ξεφύγουν εύκολα από αγκυλώσεις και στερεότυπα του χώρου τους, η κ. Σακελλαροπούλου δημιουργούσε, βάσιμα ή μη, προσδοκίες. Και όχι μόνο γιατί ήταν γυναίκα –όσο κι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης εργαλειοποίησε στο έπακρο τη γυναικεία της υπόσταση (το επιχείρημα αυτό, άλλωστε, έχει καταρριφθεί ήδη από την εποχή της Θάτσερ).

Ωστόσο, εδώ και μερικές μέρες, και συγκεκριμένα μετά την επίσκεψή της στον Έβρο και τη φωτογράφισή της μπροστά στο φράχτη, η πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει αρχίσει να συζητιέται πολύ. Και όχι για τους σωστούς λόγους.

Δεν είναι μόνο ο βαθύς συμβολισμός που μια τέτοια φωτογραφία εμπεριέχει –φωτογραφία που ήρθε λίγες μόλις μέρες μετά τις καταγγελίες διεθνών οργανισμών, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, για παράνομες επαναπροωθήσεις μεταναστών, αλλά και τις εκκρεμείς καταγγελίες 101 βουλευτών στο Ευρωκοινοβούλιο για νεκρούς πρόσφυγες από ελληνικά πυρά στα περσινά γεγονότα του Έβρου.

Δεν είναι μόνο ότι μας υποχρέωσε σε συνειρμούς, φέρνοντας στο νου τις αντίστοιχες φωτογραφίες του Ντόναλντ Τραμπ (μπροστά στο φράχτη στα σύνορα ΗΠΑ–Μεξικού) και του Αντώνη Σαμαρά (λίγα χρόνια πριν, και πάλι στον Έβρο).

Είναι το ότι δείχνει συνειδητά να αγνοεί πως τα «τείχη» αυτά δεν χτίστηκαν τόσο για να κρατήσουν έξω τους «ανεπιθύμητους ξένους», όσο για να χαϊδέψουν με το συμβολισμό τους τα αυτιά ενός ακροδεξιού φοβικού ακροατηρίου. Δείχνει να «ξεπλένει», με τον τρόπο της, την αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης, υπό το πρόσχημα της υπεράσπισης «του διεθνούς δικαίου και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας», διολισθαίνοντας έτσι στο μεγαλύτερο ατόπημα στο οποίο μπορεί να υποπέσει ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας: να λειτουργεί όχι ως πρόεδρος όλου του ελληνικού λαού, όχι ως πρόεδρος που εγγυάται τις ελευθερίες και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όλων όσοι βρίσκονται επί ελληνικού εδάφους, αλλά μόνο ως πρόεδρος της παράταξης η οποία την πρότεινε.

Σαφώς, όπως απορρέει από το Σύνταγμα, η εξουσία του ύπατου αξιώματος είναι συμβολική. Αλλά η διαχείριση των συμβόλων, που απαιτεί μαεστρία, είναι ίσως ένας από τους πιο ισχυρούς μηχανισμούς εξουσίας. Ξεχωριστό παράδειγμα επιτυχούς διαχείρισης αυτών των συμβολισμών αποτελεί αναμφίβολα ο Κωστής Στεφανόπουλος. Ο συντηρητικών καταβολών πρόεδρος, που τον Απρίλη του 1998 –σε μια ιστορικής σημασίας κίνηση– επισκέφθηκε το χωριό Μπελογιάννης, 53 χιλιόμετρα έξω από τη Βουδαπέστη, και ζήτησε συγγνώμη εκ μέρους της πατρίδας η οποία, όπως είπε, «άνοιξε την αγκαλιά της» στις δύο περίπου εκατοντάδες των άλλοτε μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού –ιδεολογικών του, δηλαδή, αντιπάλων– και στις οικογένειές τους που ζούσαν εκεί. Και μέσα σε χειροκροτήματα, μπροστά σε δακρυσμένα μάτια, εξαιρετικά συγκινημένος και ο ίδιος, δήλωσε: «Ήρθε η ώρα να κλείσουν όλες οι πληγές. Όχι με τη λήθη της Ιστορίας, αλλά με τη γνώση για όσα ζήσαμε».

Δυστυχώς, η ένοικος του προεδρικού μεγάρου δεν έχει πείσει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ότι είναι σε θέση να διαχειριστεί –και να εκμεταλλευτεί, προς όφελος όλων– τη δύναμη αυτών των συμβολισμών. Μια δικαστής που προσπαθεί να δείξει ένα ανθρώπινο, δημοκρατικό, προοδευτικό πρόσωπο, φαίνεται να μην μπορεί να υπερβεί την «υποχρέωση» που αισθάνεται έναντι αυτών που την πρότειναν για το αξίωμα. Προκειμένου να μη δυσαρεστήσει την κυβέρνηση της ΝΔ, επιλέγει την ενασχόληση με θέματα «ανώδυνα», αλλά και «δημοφιλή» στην κοινή γνώμη, σιωπώντας, σε βαθμό παρεξηγήσεως, για άλλα στα οποία ο λόγος της θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Εκτός –πράγμα ακόμη πιο ανησυχητικό– αν μπροστά στη γοητεία του προεδρικού θώκου έχει πλήρως ενσωματώσει μια συγκεκριμένης απεύθυνσης ατζέντα. Που τη θέλει να φωτογραφίζεται μπροστά σε φράχτες, να σιωπά μπροστά σε πολυήμερες απεργίες πείνας, να σβήνει με τρόπο αυταρχικό –όχι από τον προσωπικό της λογαριασμό, αλλά από τους λογαριασμούς της προεδρίας της Δημοκρατίας στο διαδίκτυο– τα σχόλια χιλιάδων πολιτών που ζητούσαν εφαρμογή του νόμου.

Είναι δικαίωμα της κυρίας προέδρου να επιλέξει τους δικούς της συμβολισμούς. Με διευρυμένη πλειοψηφία αναδείχθηκε, η ίδια αποφασίζει πώς θα υπηρετήσει το ύπατο αξίωμα. Είναι, όμως, και δικαίωμα όλων να την κρίνουμε. Γιατί όπως επικροτούμε την απόφασή της να επισκεφθεί την οικογένεια της δολοφονημένης Ελένης Τοπαλούδη, όπως την υπερασπιζόμαστε στο «σπάσιμο» του πρωτοκόλλου σε σχέση με τον σύντροφό της, όπως προσπερνάμε την υπερέκθεση της γλυκύτατης γάτας Καλυψώς στα ΜΜΕ και χαμογελάμε με την εικόνα της, άλλο τόσο λυπόμαστε, οργιζόμαστε, ντρεπόμαστε με τη φωτογραφία στο φράχτη που θα στιγματίζει τη θητεία της.

Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου έχει ευθύνες. Είναι η πρώτη πολίτισσα της χώρας και η πρώτη γυναίκα στην ελληνική ιστορία που έγινε αρχηγός του κράτους και αρχηγός του στρατεύματος. Θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα για πολλές γυναίκες, μεγαλύτερες, αλλά κυρίως νεώτερες. Παράδειγμα ουσίας και όχι τύποις. Μένει να αποδειχθεί αν επιθυμεί να ανταποκριθεί στην πρόκληση.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet