Όλοι πια μιλούν για την κλιματική αλλαγή και για την αντιμετώπισή της. Θα έλεγε κανείς ότι είναι μια νέα συνήθεια του συρμού, αν δεν ήταν κάτι πολύ πιο σημαντικό και πολύ πιο σαφές: μια πολύ συγκεκριμένη υποχρέωση, που απορρέει από διεθνείς συνθήκες και δεσμευτικές οδηγίες της ΕΕ. Μέχρι το 2030 οφείλουμε να μειώσουμε τις εκπομπές άνθρακα κατά 55% και ως το 2050 να έχουμε μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα.

Στις αρχές της εβδομάδας που πέρασε, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με συμμετοχή του προέδρου του Αλ. Τσίπρα, παρουσίασε τις θέσεις του για ένα εθνικό σχέδιο ανάκαμψης, όπου μεγάλο και σημαντικό χώρο κατείχε η πολιτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Μεσοβδόμαδα, ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης μίλησε ασυνήθιστα πολλή ώρα στην κοινή συνεδρίαση τεσσάρων κοινοβουλευτικών επιτροπών για το ίδιο θέμα.

 

Ιδεολογική αχρωματοψία

 

Ο κ. Μητσοτάκης φρόντισε να αποϊδεολογικοποιήσει το ζήτημα με τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχουν βαθύτερες διαφορές και το θέμα είναι να κρίνουμε ποιος καταθέτει πιο έγκαιρα και πιο καλά επεξεργασμένες θέσεις, ενώ προσφέρει και εγγυήσεις ότι θα τις κάνει πράξη. Είναι το καλύτερο –για τον ίδιο και την παράταξή του– που θα μπορούσε να κάνει. Μια παράταξη αναθρεμμένη με την πίστη στην πρωτοκαθεδρία της αγοράς, που μπορεί να διορθώνει τα ίδια της τα «λάθη». Δεν χρειάζεται, έτσι, να μπει στον κόπο να κρίνει το πώς φτάσαμε ως εδώ καταστρέφοντας κρίσιμες ισορροπίες του πλανήτη και αν μπορούμε να τις επαναφέρουμε, χωρίς να θίξουμε τις αιτίες που τις απειλούν. Αρκεί να μεταφράσουμε κάποια θέσφατα γραμμένα σε «ξένη» γλώσσα. Έτσι, όλοι θα ακουγόμαστε σαν να μιλάμε την ίδια διάλεκτο, την πράσινη, και θα μπορούμε να συνεννοηθούμε πιο καλά. Τουλάχιστον οι «από πάνω». Οι «από κάτω»; Οι ακροατές; Εκείνοι σίγουρα θα βρεθούν πιο μπερδεμένοι πιστεύοντας ότι πάνω–κάτω όλοι τα ίδια λένε. Την ευθύνη για την απαλλαγή από αυτή την τόσο βολική Βαβέλ της τεχνητής ομογλωσσίας φέρει κατ’ ανάγκην η Αριστερά. Γιατί, αν αφεθεί να επικρατήσει, όχι μόνο θα εμφανιστεί η ΝΔ σαν πρωτοπόρα, που δεν είναι, αλλά δεν θα είναι διακριτή οποιαδήποτε διαφορά της από τη φύσει και θέσει οικολογική Αριστερά.

 

Στην εμπροσθοφυλακή

 

Αυτό χρειάζεται στην Αριστερά όχι μόνο για να μπορεί να ανατρέξει στις εγκληματικές ευθύνες των όψιμα πρασινισμένων νεοφιλελεύθερων για την επιβολή ενός αδηφάγου παραγωγικού και καταναλωτικού μεγεθυντισμού. Καταστροφικού για τους λαούς και τις υποτελείς τάξεις και σωτήριου μόνο για τη μονοπωλιακή υπερσυσσώρευση και τη ληστρική κερδοφορία του κεφαλαίου στις μάχες οπισθοφυλακής.

 Δεν είναι περσινά ξινά σταφύλια μια τέτοια αναδρομή. Είναι υπενθύμιση ότι χωρίς την αμφισβήτηση αυτής της συνθήκης, οι δρόμοι που επιλέγουμε για την αναστροφή της κλιματικής κρίσης, ενδέχεται απλώς να καθυστερούν την κορύφωσή της –σε ένα σημείο, δυστυχώς, χωρίς επιστροφή. Για να γίνει κατανοητή η θεμελιακή διαφορά, η Αριστερά πρέπει να βρεθεί στην εμπροσθοφυλακή του κινήματος. Να μιλήσει με τη μητρική της γλώσσα, που τονίζει τις διαφορές μεταξύ των αναγκών, προσδοκιών και συμφερόντων στο εσωτερικό της κοινωνίας.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της γλώσσας είναι η γραμματική και το συντακτικό του κριτικού και αυτοκριτικού λόγου. Με αυτά τα μέσα θα μπορέσει να κάνει την ουσιαστική επανασύνδεση με τη θεωρητική παράδοσή της, η οποία μπορεί να έδωσε βάρος στην ανάλυση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά δεν την αποσύνδεσε ποτέ από το άλλο σκέλος του ληστρικού ζεύγους, την ανεπανόρθωτη εκμετάλλευση της φύσης.

 

Εναλλακτικό σχέδιο

 

Δεν πρόκειται για ένα ακαδημαϊκό ζήτημα. Αφορά και την κριτική αποτίμηση της συγκεκριμένης πολιτικής πρακτικής της. Όχι μόνο από τη θέση της αντιπολίτευσης, αλλά και από τη θέση της κυβέρνησης. Αν δεν μιλήσει και γι’ αυτά, δεν θα μπορεί να πείσει ότι οι θέσεις της είναι εναλλακτικές της νεοφιλελεύθερης πεπατημένης.

Η θέση της για τη δίκαιη μετάβαση στην απανθρακοποίησης με καταπολέμηση των ανισοτήτων δεν θα ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά από την κυβερνητική επιδίωξη για μια έγκαιρη επίτευξη των ποσοτικών στόχων. Η θέση της για την ανάδειξη της καθαρής ενέργειας σε δημόσιο αγαθό δεν θα ξεχωρίζει από τη θέση τής αποφυγής απλώς κάποιων υπερβολών στην εγκατάσταση των ανεμογεννητριών. Η θέση της για τις ενεργειακές κοινότητες δεν θα κινητοποιεί τη λαϊκή πρωτοβουλία και δεν θα γίνεται αντιληπτή σαν αντίθετη στην πολιτική εξυπηρέτησης των ολιγοπωλιακών ιδιωτικών σχεδίων. Η θέση της για ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής μέσων παραγωγής καθαρής ενέργειας δεν θα υλοποιηθεί ποτέ. Η θέση της για ένα δημοκρατικό και συμμετοχικό σχέδιο στήριξης του δημόσιου και συνεταιριστικού χαρακτήρα της παραγωγής ενέργειας θα εμποδιστεί από τις ιδιοτελείς παρεμβάσεις των πολυεθνικών γιγάντων. Και η θέση της για αλλαγή, εκτός του παραγωγικού, και του καταναλωτικού προτύπου, θα μένει μετέωρη και θα ακούγεται παράταιρη. Σε αντίθεση μ’ αυτούς τους κινδύνους, η αποδέσμευση της αξιωματικής αντιπολίτευσης από μια συντηρητική και φοβική στάση απέναντι στις εξορύξεις θα έρθει σαν αποτέλεσμα της πιο βαθιάς προγραμματικής επεξεργασίας και του συντονισμού της με μια παγκόσμια προοπτική, που η Αριστερά οφείλει να τη φέρει πιο κοντά.

Η υποτίμηση της σημασίας που έχει για τους λαούς –και ιδίως για τις νεότερες γενιές– η ανάληψη πρωτοβουλιών στο πεδίο αυτό, είχε άλλοτε αφήσει περιθώρια για μια δικαιολογημένη κριτική προς την Αριστερά από την πλευρά του οικολογικού κινήματος. Σήμερα δεν υπάρχει δικαιολογία για να επαναληφθεί η ιστορία. Από την επανάληψή της μάλλον η συντηρητική Δεξιά θα επωφεληθεί, χάρη στο φέις κοντρόλ που επιχειρεί, παρά η οικολογική συνιστώσα. Η μάχη αυτή δεν κερδίζεται με μισόλογα, μόνο με διεκδίκηση της ηγεμονίας.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet