Αυτή τη φορά οι Ευρωπαίοι δήλωσαν ικανοποιημένοι από τη γρήγορη και ομόθυμη αντίδρασή τους. Δεν υπήρξε κανένα βέτο από την Ουγγαρία ή κάποια άλλη «άτακτη» χώρα και οι κυρώσεις εναντίον της Λευκορωσίας αποφασίστηκαν άμεσα και χωρίς παρενθέσεις. To ερώτημα είναι βεβαίως, πόσο αυτές οι κυρώσεις πράγματι θα πονέσουν το καθεστώς Λουκασένκα ή αν στο τέλος θα πλήξουν περισσότερο τους πολίτες της χώρας. Και φυσικά πάντα θα πλανάται η ανησυχία, αν τελικά μια τέτοια αντιμετώπιση απλώς στέλνει την ηγεσία του Μινσκ ακόμη πιο στενά στην αγκαλιά της Μόσχας. Θα πει κανείς ότι στην παρούσα φάση δεν υπήρχε άλλος τρόπος αντίδρασης, ειδικά από τη στιγμή που η πρόκληση ήταν τόσο εντυπωσιακή.

Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Η διπλωματία των κυρώσεων σε μεγάλο βαθμό είναι διπλωματία των εντυπώσεων. Το πρόβλημα της είναι ότι αποτελεί πάντα ένα μέτρο αντίδρασης και όχι δράσης. Μια πρακτική που τρέχει πίσω από τις εξελίξεις αντί να τις προκαλεί ή να τις αποτρέπει, ανάλογα με την εκάστοτε στόχευση. Οι κυρώσεις είναι ένα «ύστατο μέσο», όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει.

Κάποιοι μάλιστα λένε ότι οι κυρώσεις δεν είναι καν διπλωματία. Δεν αποτελούν στρατηγική, αλλά προσπαθούν να συγκαλύψουν την έλλειψή της. Οι απελάσεις διπλωματών, η διακοπή διαβουλεύσεων, η παύση προγραμμάτων συνεργασίας δημιουργούν απλώς κενά, τα οποία συχνά αναγκάζονται να καλύψουν στη συνέχεια αυτοί που τα αποφάσισαν από θέσεις χειρότερες των προηγούμενων. Η προϊστορία της επιβολής και άρσης κυρώσεων απέναντι στη Λευκορωσία αυτό ακριβώς αποδεικνύει.

Το θέμα δεν είναι λοιπόν αν η ΕΕ έδειξε στον Λουκασένκα και ίσως και στον Πούτιν το... μπόι της. Το ζητούμενο εκτός των άλλων είναι αν έχει κάποιο συνολικό σχέδιο για το μέλλον της Λευκορωσίας, κυρίως όμως για τις σχέσεις με τη Μόσχα, με την οποία είναι υποχρεωμένη να μιλήσει για μια σειρά ζητήματα. Από τη Συρία μέχρι την Ουκρανία και από τις κυβερνοεπιθέσεις μέχρι τα ενεργειακά και τα κλιματικά ζητήματα, που δεν καταλαβαίνουν ούτε από σύνορα, ούτε από... απελάσεις.

Αφήνουμε στην άκρη ότι υπάρχει και ένα θέμα πολιτικής αξιοπιστίας, όταν για «παρόμοιες προκλήσεις» επιλέγονται διαφορετικής έντασης και ποιότητας απαντήσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το γεγονός ότι η ΕΕ ολοένα και συχνότερα δείχνει να καταφεύγει στο εργαλείο των κυρώσεων αποδεικνύει την αδυναμία της να αποκτήσει μια κοινή εξωτερική πολιτική που θα προβλέπει, θα επηρεάζει, θα δημιουργεί εξελίξεις. Αυτό είναι το πρόβλημα, αλλά είναι τόσο καυτό που κανείς Ευρωπαίος ηγέτης δεν δείχνει πρόθυμος να το κατονομάσει και να προτείνει «αντίδοτο».

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet