Μετά από επτά χρόνια, η Μίλαν κατάφερε τη περασμένη Κυριακή να κερδίσει και πάλι το εισιτήριο για το Champions League. Βέβαια, η «άσπονδη» συμπολίτισσα Ίντερ πήρε μετά από 11 χρόνια το σκουντέτο, όμως οι ροσονέρι («κοκκινόμαυροι») κατάφεραν να βρεθούν και πάλι στη κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση της Ευρώπης. Ο Αντόνιο Νέγκρι, ο ιταλός φιλόσοφος, δηλωμένος οπαδός της Μίλαν έχει κάθε λόγο να δηλώνει ικανοποιημένος. «Αγαπώ την Μίλαν γιατί είναι η ομάδα του πατέρα μου και των παιδιών μου. Συμμετείχα στη δημιουργία των Brigate Rossonere («Κοκκινόμαυρες Ταξιαρχίες»), οι οποίες δεν είχαν να κάνουν με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ήταν παλιότερα, στα χρόνια του ’60. Ήμασταν αριστεροί και συγκεντρωνόμαστε στη νότια άκρη του γηπέδου. Έχω τρία παιδιά και όλα είναι οπαδοί της Μίλαν. Πάντως, το ποδόσφαιρο δεν είναι τίποτα παρά ένα παιγνίδι», θα δηλώσει ο Νέγκρι τον Ιούνιο του 2006, μιλώντας στον Ρενό Ντελί και τον Ρίκο Ριτζιτέλι, στη γαλλική «Λιμπερασιόν». Στη συνέντευξη, ο ιταλός φιλόσοφος μίλησε για το ποδόσφαιρο, τον φροντισμό και την ταξική πάλη. Το δόγμα του: Ζήτω η επανάσταση και οι Ατζούρι (οι μπλέ)! «Είμαι σκλάβος του πάθους μου. Είναι όπως όταν έχεις μια φίλη που είναι πόρνη: την αγαπάς ανεξάρτητα απ’ αυτό. Παλιότερα, οι άνθρωποι στα δεξιά ή στα αριστερά, θα υποστήριζαν Ίντερ και Μίλαν, αντίστοιχα. Αυτό πήγαινε παράλληλα, με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Είναι πιο μπερδεμένα, σήμερα», τόνισε χαρακτηριστικά.

 «Το μεγάλο πλεονέκτημα (του ποδοσφαίρου) έγκειται στην ικανότητά του να κάνει τους ανθρώπους να μιλούν ο ένας με τον άλλο, παρόλο που σαν άθλημα είναι βαρετό. Όπως το σινεμά, το θέατρο, ή η όπερα», θα τονίσει ο Νέγκρι που συνεχίζοντας αναφέρει: «Από την άλλη, έχει το ίδιο μελοδραματικό συναίσθημα όπως η όπερα. Μ’ έναν χαρακτήρα τον προπονητή, ο οποίος έχει έναν θεμελιώδη ρόλο. Από τον χαρακτήρα αυτόν ήταν που γεννήθηκε η αγάπη μου για το ποδόσφαιρο. Είχα μια μεγάλη εμπειρία. Ήταν από το Νερέο Ρόκκο, τον εφευρέτη του ιταλικού κατενάτσιο. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, κοουτσάριζε την Τριέστε και μετά την Πάντοβα. Στην Πάντοβα, με μια μέτρια ομάδα, ανέπτυξε ένα αμυντικό παιχνίδι αλά Ιταλικά, το ιταλικό παιχνίδι  που ήταν βαρετό, σκληρό και βίαιο. Αργότερα, πήρε το ίδιο στυλ παιχνιδιού στην Μίλαν και ο Τζιάνι Μπρέρα, σοσιαλιστής και προοδευτικός δημοσιογράφος της «Ιλ Τζιόρνο», στη διάρκεια της δεκαετίας του ΄60, το θεωρητικοποίησε και είδε σ’ αυτό ένα συγκεκριμένο εθνικό χαρακτηριστικό. Ο Τζιάνι Μπρέρα συνήθιζε να λέει ότι το κατενάτσιο σχετίζεται με τον χαρακτήρα των Ιταλών, ένα σκληρό/άγριο χαρακτήρα, του χωριάτη, από το χώμα, το έδαφος. Το κατενάτσιο εγκατέστησε την αναλογία του ράγκμπι στο ποδόσφαιρο. Ήταν η ταξική πάλη.  Ο ένας είναι αδύναμος και πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ακριβώς το αντίθετο, από αυτό που έλεγε ο Σεγκίν. Το κατενάτσιο γεννήθηκε στην Βενετία, τη δεκαετία του ΄50, όταν οι άνθρωποι αναγκάζονταν να ξενιτευτούν, επειδή δεν είχαν τίποτα να φάνε. Ήταν η μεγάλη μετανάστευση των οικοδόμων ή των παγωτατζήδων στο Βέλγιο, την Ελβετία, στη συνοριακή γραμμή του Ρήνου. Το κατενάτσιο αντιστοιχεί στη φύση εκείνων των βόρειων περιοχών, δυνατοί μετανάστες, σκληροί, άγριοι γιατί ήταν πεινασμένοι».

 

Για την Σκουάντρα Ατζούρα

 

Στη συνέχεια, οι δημοσιογράφοι αναρωτήθηκαν αν ο Νέγκρι υποστήριζε την Εθνική Ιταλίας, όταν την δεκαετία του ΄60 και του ΄70 ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: «Ήμουν οπαδός της ιταλικής ομάδας όταν κέρδισε το 1982. Ήταν την περίοδο που ήμουν στη φυλακή. Ήταν η μόνη φορά που αγκαλιαστήκαμε με τους δεσμοφύλακες. Μας επέτρεπαν να έχουμε σχεδόν τους μισούς φυλακισμένους στο ίδιο κελί για να παρακολουθήσουμε το ματς. Και όταν το παιχνίδι τελείωσε, άνοιξαν τις πόρτες και αγκαλιαστήκαμε. Ήταν λιγάκι διφορούμενη στιγμή (γέλια).Το ποδόσφαιρο έχει μια λογική πολύ διαφορετική από την υπόλοιπη κοινωνία. Είναι πραγματικά επικίνδυνο να σκέφτεσαι ότι μπορεί να είναι ένα στοιχείο μυθοποίησης των κοινωνικών σχέσεων. Σε τελική ανάλυση, η χαρά που παράγει μια νίκη…αλλά για τους τιφόζι δεν είναι απλά ένα παιχνίδι. Στην Ιταλία, ένα αθλητικό γεγονός πυροδότησε, το 1948, μια ολόκληρη εθνική ρητορική. Ο Μπαρτάλι (διάσημος Ιταλός ποδηλάτης) κέρδισε τον Γύρο της Γαλλίας. Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν μια απειλή επειδή ο Τολιάτι, ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (PCI) τραυματίστηκε σε μια πολιτική επίθεση (δολοφονική απόπειρα). Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, τηλεφώνησε στο Μπαρτάλι και του ζήτησε να νικήσει. Και αυτή η νίκη χρησίμευσε για να δώσει έμφαση στο στοιχείο της εθνικής ενότητας, απέναντι στο στοιχείο της σκληρής σύγκρουσης στη χώρα, έπειτα από τη φασιστική απόπειρα στον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος».


*Ολόκληρη τη συνέντευξη του Αντόνιο Νέγκρι μπορείτε να την διαβάσετε στο libcom.org/library/negri-football-class-struggle

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet