«Ας είμαστε προετοιμασμένοι για το απρόβλεπτο», μας προέτρεπε στο προηγούμενο φύλλο της Εποχής, ο αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Πολυμέρης Βόγλης εκτιμώντας πως «είμαστε στο μεσοδιάστημα. Επικρατεί η αγωνία, το άγχος για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, για το τι επιφυλάσσει η δήθεν κανονικότητα. Επικρατεί ένα μούδιασμα. Το πότε και πώς θα εκδηλωθεί αυτή η δυσαρέσκεια, είναι κάτι που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει». Δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς, με δεδομένο ότι οι πρωτόγνωρες συνθήκες που διαμόρφωσε η πανδημία – και το αχαρτογράφητο, ακόμη, αποτύπωμά τους πάνω μας - καθιστούν παρακινδυνευμένες οποιεσδήποτε προβλέψεις.

 

Τις τελευταίες μέρες κυριάρχησαν στη δημόσια σφαίρα οι εξελίξεις στο θέατρο Εμπρός. Η αυταρχική, αλαζονική, αλλά και ανόητη συνάμα, επίδειξη ισχύος της κυβέρνησης απέναντι σε έναν πνεύμονα πολιτισμού και ένα ιδιότυπο μπρα ντε φερ μεταξύ κυβερνώντων και κινήματος, με το δεύτερο –προς το παρόν, τουλάχιστον– να νικά.

Θα μπορούσαν οι εξελίξεις αυτές, ή άλλες παρόμοιες, να εμπίπτουν στη σφαίρα του απρόβλεπτου; Ενδεχομένως ναι. Όπως θα μπορούσαν να εμπίπτουν και οι κινητοποιήσεις μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών με αφορμή την ίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας. Ή οι κινητοποιήσεις ενάντια στον νόμο για την απαγόρευση των διαδηλώσεων.

Το αν οι εξελίξεις αυτές ήταν/είναι από μόνες τους ικανές να δρομολογήσουν ευρύτερες ανακατατάξεις, είναι ένα ζήτημα πολυπαραγοντικό το οποίο χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης. Αυτό που έχει σημασία όμως να καταδειχθεί είναι ότι και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, κάτω από την ισχυρότατη λαϊκή πίεση, η κυβέρνηση έκανε πίσω. Και το σφράγισμα του θεάτρου δεν πέρασε, και η πανεπιστημιακή αστυνομία δεν έκανε την εμφάνισή της στο χρόνο που ο νόμος προέβλεπε, και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ασκείται κανονικά (παρά τη δυσανεξία που προκαλεί στο Μέγαρο Μαξίμου). Κάτι που δείχνει πως κάτω από τη δήθεν ατάραχη επιφάνεια μιας επίπλαστης και κατασκευασμένης κανονικότητας, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος –με αξιοσημείωτη την παρουσία της νεολαίας– που ανησυχεί και αντιδρά. Ένας κόσμος που αναζητά οξυγόνο και διέξοδο και που είναι υποχρέωση της Αριστεράς να του τα προσφέρει.

Και αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχοντας στις αποσκευές του 4½ χρόνια κυβερνητικής θητείας –με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που αυτό συνεπάγεται ως προς την έξωθεν εικόνα του– και φέροντας σήμερα την ιδιότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης –με όλη την επιδραστικότητα που η ιδιότητα αυτή εμπεριέχει– οφείλει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τον δρόμο. Σήμερα, με την κυβέρνηση της ΝΔ να περνάει σαν οδοστρωτήρας πάνω από τα κάθε λογής δικαιώματα, οφείλει να ξαναπιάσει το νήμα των κινητοποιήσεων. Χωρίς φόβο αλλά με ειλικρινή διάθεση απολογισμού των πεπραγμένων του. Με σθεναρή υπεράσπιση των επιτευγμάτων του αλλά και αναγνώριση των λαθών, των ολιγωριών αλλά και των όσων υποχρεώθηκε –λόγω μνημονίου– να εφαρμόσει. Και κυρίως χωρίς την επίδοση… διαπιστευτηρίων προς όλους όσοι διακαώς επιθυμούν να τον εντάξουν στο συστημικό κάδρο.   

Αναμφίβολα τα κόμματα, από τη γέννησή τους και διαχρονικά, είναι φορείς διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας. Το ζήτημα είναι πώς αντιλαμβάνεσαι ως πολιτικός χώρος τη σχέση σου με τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες που θέλεις να εκπροσωπείς και αν εξακολουθείς να πιστεύεις πως ο δρόμος είναι μέσο για την πολιτική σύγκρουση που μετατρέπει τον λαϊκό παράγοντα σε ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων. Αν εξακολουθείς να πιστεύεις πως οι κινηματικές διεργασίες διευρύνουν τα όρια του εφικτού για μια αριστερή κυβέρνηση που θέλει να βρίσκεται στο πλάι της κοινωνικής πλειοψηφίας και αν τα κινήματα και οι αγώνες, η ανασυγκρότηση του εργατικού και του νεολαιίστικου κινήματος, η αμφισβήτηση εν τέλει των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων πολιτικών  διά της σύγκρουσης – σε συνδυασμό με την ιδεολογική ηγεμονία - αποτελούν βασικό παράγοντα για τη δεύτερη φορά Αριστερά.

Έχοντας απέναντι μια σκληρή, νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση όπως αυτή της ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να ανταποκριθεί στην πρόκληση: να «παντρέψει» την κυβερνητική εμπειρία με όλα όσο τον έκαναν εξαρχής να ξεχωρίσει. Να συμβάλει, στο βαθμό που του αντιστοιχεί, με τα αριστερά, ριζοσπαστικά του χαρακτηριστικά –εμπλουτισμένα πια με πολύτιμη γνώση αν και λαβωμένα από τη διαχείριση μνημονιακών πολιτικών– στην αναγέννηση του «από τα κάτω» κινήματος. Είναι εύκολος αυτός ο στόχος; Όχι. Οφείλει ωστόσο να βγει ξανά στον δρόμο. Με αυτοπεποίθηση αλλά όχι με αλαζονεία, δεκτικός στην κριτική αλλά όχι απολογητικός, με ξεκάθαρο και όχι θολό ιδεολογικό στίγμα. Θα πρέπει στο μίγμα του πολιτικού του αφηγήματος να μην κυριαρχεί ο καθωσπρεπισμός και η θεσμολαγνεία, ούτε να υποκύπτει στις εκ του πονηρού παραινέσεις περί δήθεν «σοβαρού κόμματος που δεν έχει καμιά δουλειά με τους «περιθωριακούς» του δρόμου».

Η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι κινηματικής αδράνειας. Παρά τις δεδομένες δυσκολίες, έχει ιστορική υποχρέωση ως κόμμα της Αριστεράς να ενθαρρύνει, να καλύπτει και να δίνει κουράγιο στον κόσμο να κατεβαίνει στον δρόμο. Ειδικά σήμερα που ο διάχυτος φόβος και η τάση συντηρητικοποίησης της κοινωνίας μεγιστοποιεί τις πιθανότητες να παγιωθεί ως κανονικότητα στη συνείδηση των πολιτών η δυστοπική πραγματικότητα της ΝΔ, είναι χρέος της Αριστεράς να βρίσκεται δίπλα τους, στον δρόμο. Να δείχνει πως δεν ξεχνά ότι η ροή της Ιστορίας αλλάζει μέσα από τους αγώνες του λαού και της νεολαίας. Κι εκεί έξω υπάρχει μια πολύχρωμη νέα γενιά που έχει ανάγκη να δώσει το δικό της περιεχόμενο στη σχέση της με την πολιτική, Χαμένοι θα είναι μόνο όσοι δεν καταφέρουν να την ακούσουν.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet