Χάλιντ Χαλίφα «Ο θάνατος είναι ζόρικη δουλειά», μετάφραση: Αγγελική Σιγούρου, εκδόσεις Καστανιώτη, 2020

 

Γεννημένος κοντά στο μαρτυρικό Χαλέπι το 1964, ο Χάλιντ Χαλίφα, με δίπλωμα Νομικής που δουλεύει ως σεναριογράφος, είναι μόνιμα πλέον εγκατεστημένος στη Δαμασκό, την οποία συνειδητά αρνείται να εγκαταλείψει. Το βιβλίο του «Ο θάνατος είναι ζόρικη δουλειά» αφηγείται την οδύσσεια μιας οικογένειας για να καταφέρει να θάψει τον πατέρα. Για τον συγγραφέα, που θεωρείται εκ των σημαντικότερων του αραβόφωνου κόσμου, ενώ έχει υποστεί απαγορεύσεις από το απολυταρχικό καθεστώς Άσαντ, ο εμφύλιος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής του.

Ετοιμοθάνατος στο κρεβάτι του νοσοκομείου ο υπέργηρος αντικαθεστωτικός καθηγητής Αμπντελατίφ απαιτεί απ’ τον μικρότερο γιο του Μπούλμπουλ να τον θάψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Αναμπίγια, κοντά στο Χαλέπι. Με δυσκολία ο τελευταίος πείθει τον μεγαλύτερο αδελφό του Χουσέιν και την αδερφή τους Φάτιμα να μεταφέρουν όλοι μαζί τη σορό του στην ύστατη κατοικία του, εκεί που είναι θαμμένα και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Βεβαίως, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο μιας και πρέπει να διασχίσουν την περιοχή όπου συγκρούονται μεταξύ τους ο κρατικός στρατός, το ISIS και οι δυνάμεις του Ελεύθερου Συριακού Στρατού – και οι Κούρδοι. Και ούτως, ο Χαλίφα τους βάζει σε ένα παλιό βανάκι να διασχίζουν την εμπόλεμη περιοχή. Ο θανών πατέρας τοποθετείται σε κολώνες πάγου, ώστε να διατηρηθεί μέχρι την ταφή. Από εδώ και πέρα αρχίζει μια πραγματική κάθοδος στην κόλαση: μπροστά τους υπάρχουν δεκάδες οδοφράγματα που πρέπει να προσπεράσουν, ένθα οι αντιμαχόμενες παρατάξεις σφάζονται μεταξύ τους, καθώς στην ουσία δεν ξέρεις σε ποιον αφιονισμένο φανατικό πάνω θα πέσεις. Τούτη η πορεία, ή καλύτερα, πένθιμη τελετή, αποτελεί αφορμή για τον συγγραφέα να μιλήσει σχετικά με την τεράστια τραγωδία που συνέβη στην Συρία λίγα χρόνια πριν και μέσα από την οικογένεια να ανοίξει το πλάνο πάνω στην ίδια την πατρίδα του. Σε έναν τόπο όπου «…τους τελευταίους μήνες κανείς δεν ρωτούσε πια πως και γιατί πέθαινε κάποιος. Τα αίτια ήταν γνωστά: βομβαρδισμοί, βασανιστήρια στα κρατητήρια, απαγωγές και λύτρα, ελεύθεροι σκοπευτές και μάχες. Ενώ ο θάνατος κάποιου από θλίψη ή επειδή τον πρόδωσε το σώμα του ήταν κάτι σπάνιο εκείνον τον καιρό. Ο θάνατος που δεν προκαλούσε θυμό, δεν λογαριαζότανε πλέον για θάνατος». 

 

Όταν η τραγωδία γίνεται καθημερινότητα

 

 

Ύστερα από έντονες συζητήσεις τα αδέλφια, λοιπόν, αποφασίζουν την επικίνδυνη έξοδο, αλλά σύντομα οι αρχές συλλαμβάνουν το πτώμα καθώς πρόκειται για καταζητούμενο! Τους λένε πως ο άνθρωπος σήμερα δεν είναι παρά ένα μάτσο χαρτιά – χωρίς υπόσταση. Με ένα γερό μπαχτσίσι συνεχίζουν τον δρόμο τους. Το «παράλογο γίνεται κοινότοπο και η τραγωδία καθημερινότητα», γράφει ο Χαλίφα και εμείς θυμόμαστε τον αυστριακό συγγραφέα Χέρμαν Μπροχ στους μνημειώδεις «Υπνοβάτες», που θεωρεί τον πόλεμο ως μια διαδικασία αποσύνθεσης των αξιών, όταν όλοι οι φραγμοί του πολιτισμού αναστέλλονται, καθώς επικρατούν τα ένστικτα της επιβίωσης. Ο συγγραφέας δεν εστιάζει στο ιστορικό του εμφυλίου, δεν αναφέρεται άμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις και ποιος έχει δίκιο ή άδικο, αλλά στην ουσία, στην απώλεια κάθε ανθρωπιάς και αμέτρητων αθώων ανθρώπων. Όμως, η πορεία αυτή αποτελεί επώδυνη δοκιμασία για τα τρία αδέλφια, για τους σκελετούς που κρύβουν στην ντουλάπα – τους αποτυχημένους γάμους και τις ψυχρές σχέσεις μεταξύ τους, κυρίως δε, με τον δεσποτικό πατέρα τους. Αλλιώς ονειρεύθηκαν τη ζωή τους, όμως, κατέληξαν ναυάγια εγκλωβισμένοι στο ασφυκτικό οικογενειακό κλίμα που επικρατεί στην αραβική κοινωνία τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Λέιλα, η αδελφή του πατέρα τους: η μόνη από τα κορίτσια του χωριού με απολυτήριο γυμνασίου και με προοπτική να φύγει μακριά από εκείνη τη «φυλακή» για να συνεχίσει τις σπουδές της. Η οικογένειά της την ανάγκασε με το ζόρι να παντρευτεί για οικονομική αποκατάσταση. Έτσι και αυτή, την ημέρα του γάμου της, «…φόρεσε το λευκό της φουστάνι, ανέβηκε στη στέγη του σπιτιού και τράβηξε πάνω τη σκάλα που οδηγούσε προς τη στέγη. Τα είχε όλα προετοιμάσει από την προηγούμενη, το μπουκάλι με την κηροζίνη και τα σπίρτα. Κοίταξε από ψηλά τους καλεσμένους στην αυλή του σπιτιού και την ώρα που η γιορτή βρισκόταν στο ζενίθ της, έβαλε φωτιά στο σώμα της κι άρχισε να γελάει δυνατά. Κι έσβησε, ανάμεσα στους σαστισμένους άντρες και τα κλάματα των νεαρών κοριτσιών, που δεν πίστευαν πως έχαναν την επιστήθια φίλη τους για πάντα». Πίστευε πως θα γινόταν φλόγα που θα έκαιγε και θα φώτιζε το δρόμο των άλλων γυναικών. Εντούτοις, μετά την αυτοκτονία της Λέιλα τίποτε απολύτως δεν άλλαξε προς το καλύτερο.

 

Ταξίδι χρέους και αυτογνωσίας

 

Παγιδευμένοι στον αιματοβαμμένο λαβύρινθο του εμφυλίου βρίσκονται, κυριολεκτικά, στο έλεος κάθε οπλισμένης ομάδας όπου δεν ξέρει κανείς σε τι θεό πιστεύει και τι διαθέσεις έχει. Βεβαίως, το κουφάρι του πατέρα τους αποτελεί αξιόπιστο διαβατήριο, αλλά και αυτό δεν φτάνει μερικές φορές: ο μικρότερος των αδελφιών πέφτει θύμα ισλαμικής φράξιας, συλλαμβάνεται βιαίως και υποβάλλεται σε θρησκευτική διαπαιδαγώγηση. Πάλι το λάδωμα βοηθά στην ταχύρρυθμη περάτωση των μαθημάτων και ούτως η ομάδα συνεχίζει τον δρόμο για τον προορισμό της με καθυστέρηση αρκετών ημερών. Στην φοβερή μοναξιά τους οι δυο άνδρες ανασκαλεύουν το παρελθόν τους, έρχονται σε σύγκρουση και πιάνονται στα χέρια μπροστά στην εμβρόντητη αδελφή τους. Ταξίδι στην εκπλήρωση μιας απαίτησης, αλλά και ταξίδι αυτογνωσίας. Και ενώ πορεύονται με το σαράβαλο, οι σφαίρες σφυρίζουν και οι οβίδες σκάνε δίπλα τους, καθώς το σώμα του τεθνεώτος αρχίζει να σαπίζει και η βρώμα είναι αποπνικτική, δέχονται επίθεση κοπαδιού πεινασμένων σκυλιών που οσμίζονται ανθρώπινη σάρκα. Συνεχίζουν έμπλεοι τρόμου αφού: «…διέσχισαν πενήντα χιλιόμετρα μέσα σε τέσσερις ώρες. Οι πράκτορες των προηγούμενων τριών οδοφραγμάτων ήταν επιεικείς μαζί τους όταν είδαν το τουμπανιασμένο πτώμα. […] Στο δρόμο, τα ίχνη της μάχης ήταν ολοφάνερα: κατεστραμμένα τανκς, καμένα αυτοκίνητα, απομεινάρια ξεραμένου αίματος. Τα σπίτια δίπλα στο δρόμο ήταν γκρεμισμένα και εγκαταλειμμένα, και από μακριά διακρίνονταν άλλα σπίτια, καμένα. Στους μικρούς δρόμους των χωριών κυκλοφορούσαν ελάχιστοι άνθρωποι και ζώα. Τα πάντα έμοιαζαν εγκαταλειμμένα κι η αραιή, πρωινή κίνηση στους δρόμους μύριζε θάνατο κι εξορία».

Ως εξαιρετικός αφηγητής - παραμυθάς, ο Χαλίφα δημιουργεί ένα μυθιστόρημα εμποτισμένο στο μαύρο χιούμορ, διατηρώντας άσβεστη τη Μνήμη. Το κείμενο αποφεύγει δεξιοτεχνικά το μελό, καθώς λειτουργεί δημοσιογραφικά, καταγράφοντας ρεαλιστικά τα άγρια γεγονότα, χωρίς φαινομενικά να παίρνει θέση. Είναι ο ωμός, ο κυνικός τρόπος περιγραφής των καταστάσεων που αναδεικνύει τη βαθιά οδύνη και αποστροφή του συγγραφέα για τον εμφύλιο σπαραγμό. Ένα εκπληκτικό βιβλίο για τη συμφορά του πολέμου, αλλά και ένα βιβλίο εσωτερικού στοχασμού για τη μετάλλαξη του χαρακτήρα των ανθρώπων σε καιρούς απίστευτης αιματοχυσίας.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet