Ο Διόνυσος καταφθάνει στη Θήβα, την πατρίδα της μητέρας του, έχοντας μαζί του τις πιστές του ακολούθους, για να επιβάλει τη δική του θρησκεία και να τιμωρήσει όλους όσοι είναι εμπόδιο στο δρόμο του, τολμώντας να τον αμφισβητήσουν. Διαβρώνει ακόμα και την ιερή σχέση μάνας-γιού, εμφυσώντας τη θεϊκή του Μανία στις γυναίκες της Θήβας. Με τη βίαιη επιβολή της νέας θρησκείας, επιφέρεται η ισοπέδωση του Βασιλικού Οίκου της πόλης των Θηβών. Οι εναπομείναντες ήρωες της τραγωδίας αναγκάζονται να πάρουν τον δρόμο της εξορίας.

Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη, ένα από τα κορυφαία κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας θα παρουσιαστούν σε επιλεγμένους σταθμούς στην Ελλάδα από τον Ιούλιο και στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου στις 13, 14 & 15 Αυγούστου, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη με τους Άκη Σακελλαρίου, Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, Ιωάννα Παππά, Δημήτρη Πετρόπουλο, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Κωνσταντίνο Ασπιώτη και έναν επταμελή χορό.

 

 

Έχοντας ως αφετηρία το σήμερα, η σκηνοθέτρια Νικαίτη Κοντούρη εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο το έργο περιγράφει το τέλος της λογικής: «Είμαστε σε μια περίοδο που δεν είμαστε αισιόδοξοι. Μιλάμε για ένα τέλος εποχής που ο καθένας το αντιλαμβάνεται με το δικό του τρόπο σε σχέση με το σπίτι του, τα οικονομικά του, τους στόχους του. Αν έχει παιδιά βλέπει ότι δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη ελπίδα. Ότι γίνονται κάποιες προσπάθειες ατελέσφορες και όλο και κάτι συμβαίνει και πάμε προς μπρος-πίσω συνεχώς. Αυτό που αρχίζει να μας προβληματίζει, ειδικά εμάς που είμαστε στο χώρο του θεάτρου, είναι ότι βιώσαμε σκληρή καραντίνα, έκλεισαν τα θέατρα. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα και τώρα τα θέατρα που θα ανοίξουν το καλοκαίρι, δεν ξέρουμε αν θα έχουν συνέχεια και τον χειμώνα. Αυτό είναι τρομακτικό. Είναι σαν να ανοίγουν τα μπουμπούκια ενός λουλουδιού, μοσχοβολάει ο τόπος και μαραίνονται και δεν βγαίνουν άλλα και μένεις με αυτή την πίκρα.

Όμως παράλληλα με αυτούς τους προβληματισμούς βλέπω μια τρομερή αγριάδα στην κοινωνία. Έχουν αγριέψει οι άνθρωποι. Πριν από λίγες μέρες, στο τριπλό θανατικό της Κέρκυρας ένα από τα θύματα ήταν μία από τις καλύτερες παιδικές μου φίλες. Το έμαθα πολύ αργά το βράδυ. Δε με συγκλόνισε απλώς. Ακούγοντάς το είπα "Οι καημένοι οι άνθρωποι πώς έχουν γίνει έτσι; Πώς έχουν γίνει far west;" Δηλαδή, έχουμε μια διαφωνία, ένα γινάτι και καθαρίζουμε ο ένας τον άλλο. Με προβληματίζει πάρα πολύ η αξία της ανθρώπινης ζωής. Χάσαμε πολλά μέσα στα χρόνια. Δώσαμε τα πάντα στα παιδιά μας και είναι σε ένα αδιέξοδο. Οι ίδιοι είμαστε σε ένα αδιέξοδο. Τι είναι αυτό που συμβαίνει και θυμώνει τόσο πολύ τους ανθρώπους; Είχαμε καλομάθει; Θεωρούσαμε δεδομένα κάποια πράγματα και μια οικονομική κρίση, ο κορονοϊός, μας έφερε προ των ευθυνών μας και δεν υπήρχαν εναλλακτικές; Έρχομαι λοιπόν μετά από αυτό τον προβληματισμό στις "Βάκχες". Αυτό το έργο μιλάει για το τέλος της λογικής στα σπίτια μας, τα μίντια… Το τέλος της λογικής σημαίνει το μη σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την απαξίωση του ανθρώπου. Το ένα φέρνει το άλλο. Μία χιονοστιβάδα που όλοι μπαίνουμε μέσα».

 

Οι Θήβες ως παραβολή

 

Οι «Βάκχες» γράφτηκαν το 406-405 π.Χ., ενώ ο Ευριπίδης βρισκόταν αυτοεξόριστος στο παλάτι του Αρχέλαου στη Μακεδονία. Η οπτική της σκηνοθέτριας αναζητά «μαζί με αυτόν τον εξαιρετικό θίασο, για ποιο λόγο ο Ευριπίδης έγραψε αυτό το έργο λίγο πριν τη δύση της ζωής του. Δεν ήταν ευχαριστημένος από την Αθήνα που δεν δεχόταν τα έργα του για αυτό πήγε στον τύραννο της Μακεδονίας και εκεί έγραψε τις Βάκχες. Όμως, το μυαλό του συγγραφέα ήταν πάντα στην Αθήνα. Οπότε αρχίσαμε να ψάχνουμε, επειδή οι Θήβες είναι η πρόφαση, ο ποιητικός τόπος όπου τελείται αυτή η τελετουργία της μύησης στη θρησκεία του Διονύσου η οποία σε οδηγεί στα άκρα. Οι Θήβες χρησιμοποιούνται σαν παραβολή στο έργο, ουσιαστικά απευθύνεται στους Αθηναίους, οι οποίοι έχουν χάσει όλο τον ανθό σε έναν ατελείωτο Πελοποννησιακό Πόλεμο. Στην Αθήνα έχουν μείνει ελάχιστοι. Μετά από τη μεγάλη δόξα, η Αθήνα βιώνει μια τεράστια πτώση. Η αλαζονεία των Αθηναίων μειώνεται στο έπακρο και εισβάλλουν νέες θρησκείες, δηλαδή καινούριοι προφήτες που διεκδικούν την πίστη και τη σωτηρία του κόσμου. Έτσι πιστεύουμε ότι γράφονται οι Βάκχες και με αυτόν τον τρόπο τις διαβάζουμε. Το ανθρώπινο σώμα ξεπερνά τα όριά του, η ανθρώπινη φωνή ξεπερνά την κραυγή και γίνεται πανανθρώπινη, ο πόνος γίνεται πανανθρώπινος και η λογική παύει να υφίσταται. Αυτή είναι και η οπτική στο έργο. Το πάσχον σώμα είναι το ζητούμενο και η βαθιά εσωτερική κραυγή, που επιτρέπει σε μια μάνα ελέω θεού να διαμελίσει το ίδιο της το παιδί είναι ο άλλος πόλος που διερευνούμε», επισημαίνει η Ν. Κοντούρη.

Η σκηνοθέτρια χαρακτηρίζει το έργο ως «τελετουργία της συγκίνησης, του συναισθήματος, του μένους και του παραλόγου. Είναι το μένος, η μανία, οι ακραίες συμπεριφορές στις οποίες οδηγούνται οι άνθρωποι όταν πιστεύουν τυφλά σε έναν προφήτη και είναι κυρίως ένα πολύ μεγάλο μάθημα για αυτούς που θέλουν να φύγουν από το οικογενειακό δράμα και να μπουν πιο βαθιά στο τι συμβαίνει στο πολίτευμα. Μια τέτοια εποχή επιτρέπει τους τυράννους και οι τύραννοι είναι συνάμα και προφήτες. Θέλουν να χειριστούν τα μελλούμενα. Το έργο του Ευριπίδη βρίθει συμβόλων, θεωρείται κινούμενη άμμος. Είναι ένα έργο που πραγματικά σου αποκαλύπτει κάτι και νιώθεις ότι σου κρύβει κι άλλα πράγματα. Αλλά επειδή ποτέ δεν μπορείς να καταπιαστείς με όλα, έχεις από τη μία την ιστορία, όπως εξελίσσεται, και επιλέγεις τους τρόπους που θα την αφηγηθείς για μπορεί να είναι συναρπαστική. Το έργο αυτό είναι η επιτομή της θεατρικής πράξης» εξηγεί η σκηνοθέτρια.

Σε ένα αβέβαιο μέλλον, όπου όλα είναι ρευστά, οι «Βάκχες» αποτελούν μία παράσταση, που θα μας προβληματίσει για την εξέλιξη της δικής μας ιστορίας που γράφεται τώρα.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet