Oι κρίσεις δεν γνωρίζουν σύνορα. Ακριβώς όπως η τρομοκρατική απειλή πριν μερικά χρόνια, η πανδημία του COVID-19 μπορεί μεν να εκδηλώθηκε σε μια άκρη του κόσμου, η διασπορά της όμως μετατράπηκε εύκολα σε παγκόσμιο φαινόμενο.
Το ίδιο και περισσότερο ισχύει και για τον οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο μιας τέτοιας κρίσης.

Η Αριστερά πρέσβευε ανέκαθεν πως οι άνθρωποι είναι πάνω απ’ τα κέρδη, προτάσσοντας τη Δημόσια Υγεία ως υπέρτατο δημόσιο αγαθό για όλους ανεξαιρέτως. Η σκοπιά αυτή έχει πλήρως επιβεβαιωθεί στις μέρες μας. Το γεγονός πως η ΕΕ απαντά σε μια κρίση, για πρώτη φορά στην ιστορία της, με το Ταμείο Ανάκαμψης –παρά τις επικρίσεις για το ανεπαρκές του μέγεθος και τις επιμέρους πλευρές του– αποτελεί ιστορική τομή.
Η σημασία ενός ισχυρού δημόσιου Συστήματος Υγείας λειτούργησε όλο αυτόν τον καιρό της πανδημίας ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Αποδείχθηκε παγκοσμίως πως μόνον ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα υγείας, χωρίς εισοδηματικούς αποκλεισμούς, μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά απέναντι στις επιδημίες. Το νεοφιλελεύθερο δόγμα ιδιωτικοποίησης των πάντων, των ιδιωτικών συστημάτων υγείας και των υγειονομικών μονάδων, κατέρρευσε στην πράξη μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Στην κατεύθυνση αυτή, το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί έκφραση της αλληλεγγύης που χρειαζόμαστε στην ΕΕ. Και μπορεί να αποτελέσει το προσχέδιο για μια βιώσιμη ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική.

Κάτι τέτοιο βέβαια είναι, ή θα έπρεπε να είναι, το ζητούμενο. Γιατί την ίδια στιγμή, όσο τα κράτη–μέλη καταθέτουν στην Επιτροπή τα εθνικά τους σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, διεξάγονται στο παρασκήνιο συζητήσεις σχετικά με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες και τις μελλοντικές αρμοδιότητες της ΕΕ στον τομέα της δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Το μέλλον της ΕΕ για τη μετά την πανδημία εποχή, βρίσκεται τώρα υπό διαπραγμάτευση.

Εν τω μεταξύ, το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί δραματικά στα επίπεδα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές και περιφερειακές ανισότητες οξύνθηκαν, εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάθηκαν.

 

Αν πρόκειται να διδαχθούμε από το παρελθόν, ένα πράγμα είναι βέβαιο: Δεν χρειαζόμαστε καταστροφικές πολιτικές λιτότητας, αλλά μια βιώσιμη δημοσιονομική πολιτική που να λειτουργεί προς όφελος των πολιτών σε ολόκληρη την ΕΕ.

Στην χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική οδήγησε σε υπερβολικές περικοπές στις κοινωνικές παροχές και στο κοινωνικό κράτος, σε σκληρά μέτρα λιτότητας και σε ιδιωτικοποιήσεις. Αυτό δεν πρέπει να επαναληφθεί, όπως ήδη έχουν αρχίσει να επιζητούν ορισμένα «γεράκια της λιτότητας», πχ ο Σόιμπλε.
Στη Νότια Ευρώπη, στην Ελλάδα, έχουμε ίδιαν πείρα. Άλλωστε εξακολουθούμε να παλεύουμε με τις κοινωνικές συνέπειες αυτών των πολιτικών. Η ανεργία των νέων στις χώρες της Νότιας Ευρώπης είναι διπλάσια του μέσου όρου της ΕΕ –38% στην Ισπανία, 34% στην Ελλάδα και 33% στην Ιταλία. Και οι τελευταίες οικονομικές προβλέψεις της ΕΕ δείχνουν ότι η οικονομική ανάκαμψη κατανέμεται άνισα μεταξύ των κρατών–μελών της ΕΕ. Τα δημόσια συστήματα υγείας έχουν αποδυναμωθεί εξαιρετικά από την ευρωπαϊκή πολιτική λιτότητας σε πολλά κράτη–μέλη.

Η μεγάλη μας ευκαιρία για να πετύχουμε μια αντικατάσταση του υπάρχοντος ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου, από νέους κανόνες, βιώσιμους, κοινωνικά ισορροπημένους και φιλικούς προς τις επενδύσεις, μακριά από καταπιεστικά μνημονιακά δόγματα, είναι τώρα. Τα θέματα είναι πολλά και ανοιχτά: μια αμοιβαιοποίηση του χρέους και νέοι, ρεαλιστικοί κανόνες για το έλλειμμα είναι στο τραπέζι των συζητήσεων. Νέοι στόχοι, επίσης, για πραγματική και εμπροσθοβαρή κοινωνική, οικονομική και περιφερειακή σύγκλιση.
Αν θέλουμε έναν κοινωνικά ισορροπημένο μετασχηματισμό της ηπείρου μας, με περισσότερη ευρωπαϊκή εμβάθυνση και ολοκλήρωση, η έννοια της Ευρωπαϊκής Αλληλεγγύης θα πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό νόημα και το Ταμείο Ανάκαμψης να γίνει μόνιμο, με σημαντικά αυξημένα κονδύλια και υπό τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Για τη χρηματοδότηση της ανάκαμψης, η ΕΕ χρειάζεται περισσότερες αρμοδιότητες δημοσιονομικής πολιτικής με περισσότερους και ισχυρότερους ίδιους πόρους και αυξημένη διεθνή συνεργασία για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Να μη χάσουμε τη μεγάλη εικόνα: οι στρατηγικές μας για την αγορά εργασίας που θα εξασφαλίζουν τη μείωση της ανεργίας, ιδίως των νέων, οφείλουν να είναι στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Στόχος της ευρωπαϊκής ηγεσίας θα πρέπει να είναι η ΕΕ να γίνει δημοσιονομικά αυτάρκης, ώστε να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουμε τις επερχόμενες κρίσεις. Και η ΕΕ θα πρέπει να αναπροσανατολίσει τον εαυτό της και το μέλλον της προς ένα μέλλον που θα βασίζεται πραγματικά στην αλληλεγγύη, τη βιωσιμότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την συμπεριληπτικότητα.

Και επιτέλους: οι συντηρητικοί της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης ας αφήσουν στην άκρη τις νεοφιλελεύθερες πεισματικές εμμονές τους και τις μικροπρεπείς διαμάχες, που τόσο μας έχουν κοστίσει οικονομικά, κοινωνικά και σε επίπεδο σύγκλισης. Η ΕΕ του μέλλοντος, κυρίαρχη οικονομικά, με κοινωνική ατζέντα και ευρωπαϊκή εμβάθυνση, δεν έχει ανάγκη τις μισαλλόδοξες φωνές τους.

Δημήτρης Παπαδημούλης Ο Δημήτρης Παπαδημούλης είναι ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία, αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, συντονιστής της ευρωομάδας της Αριστεράς (GUE/NGL) στην Επιτροπή Προϋπολογισμών και σκιώδης εισηγητής για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, το Ταμείο Ανάκαμψης και τον Προϋπολογισμό της ΕΕ για το έτος 2021. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet