Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Ό,τι μπορεί να συνδεθεί με την άμβλυνση και αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής –ή καλύτερα της περιβαλλοντικής κρίσης– θέτει σοβαρά ερωτήματα για τους τοπικούς πληθυσμούς, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζονται από τα έντονα καιρικά φαινόμενα ή από τις πολιτικές που επιδιώκουν να προωθήσουν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα έντονα καιρικά φαινόμενα έχουν πλέον σοβαρές επιπτώσεις για κατοικημένες περιοχές και για καλλιέργειες και αφήνουν πίσω τους ζημιές που δεν διορθώνονται μέσω κάποιων αποζημιώσεων ή έκτακτων δαπανών: τα έργα προστασίας χωριών και πόλεων είναι πλέον αναγκαία και σε ό,τι αφορά τις καλλιέργειες μένει να διερευνηθούν οι υπάρχουσες δυνατότητες. Η απολιγνιτοποίηση στην Δυτική Μακεδονία και στην Κεντρική Πελοπόννησο είναι μια διαδικασία που αφήνεται στα χέρια ελλήνων και ξένων επενδυτών σε «μεταβατικές» δραστηριότητες με φυσικό αέριο, ή σε μεγάλες εκτάσεις εγκατάστασης φωτοβολταϊκών, χωρίς η μετάβαση σε δραστηριότητες εκτός ενεργειακού τομέα να είναι το μέλημα της κυβέρνησης, αλλά ούτε και των πολιτικών και επιστημονικών ελίτ.

 

Εκτός συζήτησης και σχεδιασμού

 

Ένα σοβαρό θέμα που σπάνια συζητείται είναι τα προβλήματα με ανεπαρκείς υποδομές και ελλειμματική αξιοποίηση φυσικών πόρων σε όλη τη χώρα. Η παρατεταμένη περίοδος διαχείρισης των δημοσίων έργων με τη λογική του νεοφιλελευθερισμού και των πελατειακών σχέσεων, έχει αφήσει πίσω της ημιτελή έργα και ανεπαρκείς υποδομές που μόνο εν μέρει διόρθωσε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Το θέμα των υδάτων είναι –σε όλη τη χώρα– ένα σοβαρό πρόβλημα που οφείλεται σε ανεπαρκή σχεδιασμό σε περιοχές όπου υπάρχουν διαθέσιμες πηγές ή σε διαιώνιση εκκρεμοτήτων, όπως η υπόθεση του Αχελώου ή σε πολλαπλά φράγματα που έχουν παραληφθεί, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν ολοκληρωθεί, ή γίνονται σοβαρά σφάλματα κατά την τρέχουσα διαχείρισή τους. Εμφανίζονται έτσι φαινόμενα ερήμωσης που οφείλονται στο συνδυασμό αυτών των ελλείψεων με επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να είχε αφιερώσει πόρους και ανθρώπινο δυναμικό για την καταγραφή των σοβαρών ελλειμμάτων που έχει αφήσει η νεοφιλελεύθερη διαχείριση των δημοσίων έργων και των υποδομών.

Αλλά και η ίδια η παραγωγική διαδικασία, σχετικά με την υλική παραγωγή ή την προσφορά υπηρεσιών, απαιτεί μια ανασυγκρότηση που έχει προβληθεί κατά κόρον ως γενική ιδέα, αλλά δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια να σχεδιαστεί. Η πανδημία αποτέλεσε μια νέα ευκαιρία για να γίνει αντιληπτό πόσο ευάλωτες είναι οι τουριστικές περιοχές. Η εγκατάλειψη της υλικής παραγωγής σε αυτές τις περιοχές και η αδυναμία στη συνέχεια να αξιοποιηθεί η ζήτηση προϊόντων διατροφής για την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής σε τοπικό επίπεδο, είναι γνωστά θέματα, που σήμερα θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν σοβαρά, σε συνδυασμό με την εξεύρεση υποκατάστατων της τουριστικής δραστηριότητας για την απασχόληση των τοπικών πληθυσμών. Η ιδέα όλα να επανέλθουν στην προηγούμενη «κανονικότητα» πρέπει να αμφισβητηθεί. Στην πραγματικότητα δεν πρέπει να συζητηθεί το μέλλον της τοπικής παραγωγής μόνο στις τουριστικές περιοχές, γιατί ακόμα και το γνωστό brain drain, που όπως ξέρουμε δεν αφορά μόνο νέους πτυχιούχους, αλλά και έμπειρα στελέχη, είναι μια από τις πλευρές των παραγωγικών δυνατοτήτων που δεν αξιοποιούνται.

 

Περί «ανασυγκρότησης»

 

Επειδή έχει χρησιμοποιηθεί στη δημόσια συζήτηση η διατύπωση «ανασυγκρότηση του ελληνικού αστισμού» σχετικά με τη σημερινή διακυβέρνηση, ας σημειωθεί ότι ο καπιταλισμός των ημετέρων και των εκβιαζόμενων φτωχών είναι αυτός που ξέρει καλύτερα ο ελληνικός αστισμός, και δεν προβληματίζεται από την ύπαρξη της εκτεταμένης φτώχειας –που βλέπουμε να διευρύνεται και με την ευκαιρία της «πράσινης ανάπτυξης»– αλλά μόνο από τη δυνατότητα της Αριστεράς να την εκφράσει. Η ιστορική περίοδος από την οποία εμπνέεται ο ελληνικός αστισμός είναι στην πραγματικότητα η δεκαετία του ’50, κατά την οποία αξιοποιήθηκε η ήττα της αριστεράς, ροκανίστηκε το σχέδιο Μάρσαλ και δεν είχε να παρουσιάσει αξιόλογες επιδόσεις για την οικονομία, και ενώ δεν νοιάστηκε για την εκτεταμένη φτώχεια στις συνθήκες παραγωγικής και κοινωνικής αποσταθεροποίησης της υπαίθρου. Η σημερινή «ανασυγκρότηση», με την προσπάθεια να σβηστούν οι λίγες ανατροπές της μεταπολίτευσης, δεν σκοπεύει να ξεπεράσει την επιδίωξη της αξιοποίησης μιας γενικευμένης παρακμής.

Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει η κυβέρνηση τις πολιτικές για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης, εντάσσεται στο καθεστώς με το οποίο διαχειρίζεται τις υποδομές, τους φυσικούς πόρους και τις οικονομικές δραστηριότητες. Για να αμφισβητηθεί το καθεστώς αυτό είναι αναγκαίο να περιγραφεί και να υλοποιηθεί η αντικατάστασή του από ένα άλλο καθεστώς, ικανό να δώσει λύσεις σε όλα τα επίπεδα, στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και της χώρας συνολικά. Είναι δυνατόν να υιοθετηθούν δύο βασικές κατευθύνσεις αξιοποίησης των γνωσιακών δυνατοτήτων της κοινωνίας, δηλαδή του ανθρώπινου δυναμικού της. Η μια κατεύθυνση είναι η συγκρότηση στις τοπικές κοινωνίες έγκυρων επιστημονικά ομάδων ικανών να αξιολογήσουν τα προβλήματα και να προσφέρουν αναπτυξιακά σχέδια για την αντιμετώπισή τους. Η δεύτερη κατεύθυνση είναι να συγκροτηθούν, πάλι σε τοπικό επίπεδο, πολιτικά όργανα εκπροσώπησης των κοινωνικών τάξεων και κινημάτων, με στόχο να υιοθετούν τον αναπτυξιακό σχεδιασμό και να παρακολουθούν την υλοποίησή του σε όλα τα επίπεδα. Μόνο αν εμπλακούν άμεσα οι τοπικοί πληθυσμοί στην επίλυση περιβαλλοντικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, θα βρεθούν λύσεις αποδεκτές και βιώσιμες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet