Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Μεσαία τάξη είναι όσοι/ες μπορούν να κάνουν σχέδια ζωής και να απολαμβάνουν έναν εξατομικευμένο καταναλωτικό ευδαιμονισμό, γιατί διαθέτουν σε οικογενειακό επίπεδο1 ένα επαρκές μείγμα κεφαλαίων2: οικονομικό (επιχειρήσεις, ακίνητα, χρήματα), ιδεολογικό (πτυχία, γλωσσομάθεια, και λοιπά γνωσιακά προσόντα), πολιτικό (στενή σχέση με το κράτος, πολιτική δικτύωση). Η αύξηση της ιδιοκατοίκησης και η εμπέδωση της μικροϊδιοκτησίας, η γενίκευση της πανεπιστημιακής μόρφωσης, καθώς και ο εκδημοκρατισμός της δημόσιας ζωής, επαύξησε το μείγμα κεφαλαίων της μεγάλης πλειοψηφίας των ελληνικών οικογενειών, κατά τις δεκαετίες πριν την οικονομική κρίση. Επομένως, η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας μπορούσε να διεκδικήσει τη συμμετοχή της στη μεσαία τάξη, στη βάση κάποιου διαφορετικού μείγματος κεφαλαίων. Μορφωμένοι/ες χωρίς περιουσία, ιδιοκτήτες/τριες και επιχειρηματίες με ή χωρίς μόρφωση, με ή χωρίς πολιτικές διασυνδέσεις, δημόσιοι υπάλληλοι με εξασφαλισμένη σταδιοδρομία, όλοι και όλες μπορούσαν να αλληλοαναγνωρίζονται ως μέρη ενός όλου, που λόγω του όγκου του έτεινε να ταυτίζεται με τον μέσο άνθρωπο, την κοινωνία. Το σημαίνον «λαός» μπορούσε πλέον να σταθεί στην πολιτική αγορά μόνο ως μετωνυμία της «μεσαίας τάξης».

Ακόμα και στα χρόνια της κρίσης, ακόμα και μετά τη φτωχοποίηση λόγω παρατεταμένης λιτότητας, όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν έπαψαν να ταυτίζονται με τη «θέση τους στην κοινωνία», τα επαγγελματικά τους προσόντα, το πολιτιστικό τους κεφάλαιο, τις προσδοκίες τους, τις αναμνήσεις τους, ακόμα και τα ρούχα της ντουλάπας τους. Γι’ αυτό και, παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της πάλαι ποτέ μεσαίας τάξης εξέπεσε οικονομικά, συνεχίζει να απαντά στις έρευνες ότι ανήκει στη μεσαία τάξη. Ακόμα και το νεανικό πρεκαριάτο, καθότι πιο μορφωμένο τόσο από την προηγούμενη γενιά όσο (πολύ συχνά) και από τους κατά καιρούς εργοδότες τους, δεν νιώθουν «λαός» ή «λαϊκά στρώματα». Δεν έλειψαν φυσικά τέτοιες ταυτίσεις, αλλά ούτε είναι πλειοψηφικές ούτε είναι αυτο-κατηγοριοποιήσεις, είναι κυρίως ταμπέλες που μας κολλάνε άλλοι.

 

Βίαιο τέλος

 

Η κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει το ανάμεικτο κεφάλαιο που προστάτευσε τις ελληνικές οικογένειες από την εξαθλίωση με την οποία απειλήθηκαν στη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης. Η ΝΔ θεωρεί αυτό το ανάμεικτο κεφάλαιο ως αρχαϊσμό, αλλά κυρίως ως εμπόδιο στην πλήρη μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας σε μια κοινωνία όπου η πλειονότητα των πολιτών δεν θα έχουν καμία άλλη επιλογή από το να πουλούν στους μεγάλους επιχειρηματίες όσο όσο την εργατική τους δύναμη. Επιδιώκει, δηλαδή, να δώσει ένα βίαιο τέλος στην ύπαρξη διευρυμένης μεσαίας τάξης στην Ελλάδα, ώστε να αποκτήσει η χώρα πιο ευκρινή ταξικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και επιτίθεται συστηματικά στις βάσεις αυτής της διευρυμένης μεσαίας τάξης, που διατηρούν την κοινωνική συνοχή: τη μικρομεσαία επιχείρηση και την πρώτη κατοικία, το δημόσιο πανεπιστήμιο και τα δημόσια αγαθά, τους φορείς συλλογικής διαπραγμάτευσης (συνδικάτα, κινήματα, Αριστερά) και στα κοινωνικά δικαιώματα.

Είναι αλήθεια ότι για όλα αυτά μιλά συχνά ο ΣΥΡΙΖΑ και ο πρόεδρός του. Πιστεύω, όμως, ότι μπορούν να αποδειχθούν καίριες ορισμένες τροποποιήσεις και να αποφευχθούν επικοινωνιακά λάθη.

 

Τρεις τροποποιήσεις

 

Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ κακώς έχει αποδεχθεί ότι επιτέθηκε στη μεσαία τάξη, διότι οι βάσεις αναπαραγωγής της μεσαίας τάξης δεν ήταν μόνο η χαμηλή φορολογία ή η φοροδιαφυγή (όχι πως δεν ήταν και αυτά). Είναι και η διευθέτηση των χρεών της μικρομεσαίας επιχείρησης, αλλά κυρίως η προστασία της πρώτης κατοικίας, του δημόσιου πανεπιστημίου και των δημόσιων αγαθών, των κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και της δυνατότητας συλλογικής διαπραγμάτευσης. Και σε όλα αυτά επιτίθεται με σφοδρότητα η ΝΔ, όχι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πάψει να παλινωδεί μεταξύ του «λαού» και των «εργαζομένων», από τη μία, και της «μεσαίας τάξης» και της «μικρομεσαίας επιχείρησης», από την άλλη, διότι μιλάμε για έναν ενιαίο χώρο, που τον ενοποιούν η οικονομική πολυσθένεια ως στρατηγική, η οικογένεια ως τόπος συγκέντρωσης ενός μεικτού κεφαλαίου, και οι προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο.

Τρίτον, δεδομένων όλων των παραπάνω, η επίκληση σε αρνητικές ταυτότητες, όπως «πληττόμενοι», «άνεργοι», «φτωχοποιημένοι», «που έχουν πληρώσει το μάρμαρο», «που υπέφεραν», κ.ο.κ., συνιστά μεγάλο λάθος. Σε κανέναν και καμία δεν αρέσει να τους ταυτίζουν με τις χειρότερες εμπειρίες τους και να τους στερούν τη δυνατότητα να αναγνωρίζονται από τους άλλους για τις καλύτερες πλευρές τους. Ταυτιζόμαστε με το επάγγελμα μας, τα προσόντα μας, τις σπουδές μας, τις προοπτικές μας, ή ό,τι μας ενώνει με τους πολλούς (ομάδες, έθνη, τοπικές ταυτότητες, κ.λπ.), αλλά όχι με ό,τι μας αποσπά αρνητικά από το μέσο όρο. Κανείς δεν αντλεί ικανοποίηση από την ταύτιση με τη μιζέρια όλων των παραπάνω εγκλήσεων.

Αυτές οι τρεις τροποποιήσεις στον πολιτικό λόγο είναι, θεωρώ, σημαντικές προϋποθέσεις ενός προγραμματικού λόγου που θα στηρίξει τη διευρυμένη μεσαία τάξη και, κατ’ επέκταση, την κοινωνική συνοχή και τη δυνατότητα κοινωνικής κινητικότητας, απαραίτητα εχέγγυα για την αποφυγή της υποταγής της κοινωνίας σε μια τάξη πλουσίων. Αλλά γι’ αυτό έχουμε μιλήσει σε προηγούμενο σημείωμα.

 

Σημειώσεις

1. Πολύ σωστά ο Παναγής Παναγιωτόπουλος σημειώνει στο νέο του βιβλίο, Περιπέτειες της μεσαίας τάξης. Κοινωνιολογικές καταγραφές στην Ελλάδα της ύστερης μεταπολίτευσης (Επίκεντρο, 2021), ότι η μεσοαστικοποίηση αφορούσε τις οικογένειες και όχι τα άτομα, και ότι η εξατομίκευση συντελέστηκε στο πλαίσιο της οικογένειας και με οικογενειακούς πόρους.

2. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς πρώτος έχει εισηγηθεί την έννοια της οικονομικής «πολυσθένειας» μέσω της οποίας οι ελληνικές οικογένειες κατάφεραν και να επιβιώνουν, αλλά και να ενορχηστρώνουν την κοινωνική στους άνοδο.

Δημήτρης Παπανικολόπουλος Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet