Φέτος είναι η επέτειος των 150 ετών από την παρισινή Κομμούνα (18 Μαρτίου-28 Μάϊου 1871), αυτήν την κατά τον Μαρξ εργατική «έφοδο στον ουρανό». Στον έντυπο ή ηλεκτρονικό Τύπο της Ελλάδας, της Ευρώπης, αλλά και όλου του κόσμου έχουν γραφτεί άρθρα, καθώς και σημαντικά αφιερώματα που αναφέρονται τόσο στην εξιστόρηση των γεγονότων, όσο και σε ορισμένα χαρακτηριστικά της. Στην «Εποχή» έγραψαν γι’ αυτήν ο Μπάμπης Κοβάνης (7/3/2021) και ο Στράτος Κερσανίδης (14/3/2021).

Από τα αφιερώματα στον ελληνικό χώρο ξεχωρίζει αυτό του καλού ηλεκτρονικού περιοδικού marginalia, με τίτλο «Η Παρισινή Κομμούνα την εποχή των πολλαπλών κρίσεων» (https://marginalia.gr/arthro/i-parisini-kommoyna-tin-epochi-ton-pollaplon-kriseon/). Στο αφιέρωμα υπάρχουν δεκαεπτά (!) συνεργασίες υψηλής ποιότητας, στις οποίες περιλαμβάνονται ένα σκίτσο του Τάσου Αναστασίου και μεταφράσεις ορισμένων σημαντικών άρθρων και συνεντεύξεων που δημοσιεύτηκαν σε έντυπα του εξωτερικού.

Ανακαλύψαμε το συγκεκριμένο πολύτιμο αφιέρωμα όταν είχαμε ήδη ολοκληρώσει την μετάφραση ενός μεγάλου μέρους του άρθρου του ιταλού ιστορικού Μαρσέλο Μούστο “The Paris Commune Is Still a Beacon for Radical Change” [Η Παρισινή Κομμούνα εξακολουθεί να είναι ένας φάρος ριζοσπαστικής αλλαγής»], που είχε δημοσιευτεί στο γνωστό περιοδικό Jacobin, στις 18/3/2021(https://www.jacobinmag.com/2021/03/paris-commune-radical-change-history-revolution). Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο άρθρο περιέχεται ολόκληρο στο αφιέρωμα του marginalia, σε μετάφραση Ηρακλή Οικονόμου και επιμέλεια Αντώνη Γαζάκη (https://marginalia.gr/arthro/i-parisini-kommoyna-exakoloythei-na-einai-enas-faros-rizospastikis-allagis/),

θεωρήσαμε ότι η χρήση της μεταγενέστερης δικής μας μετάφρασης θα ήταν αντίθετη στην αριστερή αλληλεγγύη και δεοντολογία. Ζητήσαμε, λοιπόν, από το περιοδικό την άδεια να χρησιμοποιήσουμε τη δική τους μετάφραση, η οποία μας παραχωρήθηκε ευχαρίστως. Δυστυχώς, ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει να δημοσιεύσουμε το πλήρες κείμενο του Μούστο. Οι ενδιαφερόμενοι/ες μπορούν να το αναζητήσουν είτε στην προαναφερθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση, είτε και στον ιστότοπο της «Εποχής» (epohi.gr).

 

Χ. Γο.

 

 

Δύο από τα πρώτα διατάγματα έκτακτης ανάγκης [της Κομμούνας] για την ανάσχεση της ανεξέλεγκτης φτώχειας ήταν το πάγωμα της καταβολής των ενοικίων (ειπώθηκε ότι «η ιδιοκτησία πρέπει να συμμετάσχει στο μερίδιο των θυσιών που της αναλογεί») και της πώλησης αντικειμένων αξίας κάτω των είκοσι φράγκων σε ενεχυροδανειστήρια. Εννέα συλλογικές επιτροπές επρόκειτο, επίσης, να αντικαταστήσουν τα υπουργεία Πολέμου, Οικονομικών, Γενικής Ασφάλειας, Παιδείας, Διαβίωσης, Εργασίας και Εμπορίου, Εξωτερικών Σχέσεων και Δημοσίων Υπηρεσιών. Λίγο αργότερα, διορίστηκε ένας αντιπρόσωπος για να ηγηθεί καθενός από αυτά τα υπουργεία.

 

Ο μετασχηματισμός της πολιτικής εξουσίας

 

Στις 19 Απριλίου, τρεις ημέρες μετά από τις εκλογές για την πλήρωση τριάντα μίας θέσεων που έμειναν σχεδόν αμέσως κενές, η Κομμούνα υιοθέτησε την Διακήρυξη προς τον Γαλλικό Λαό, που προέβλεπε μια «απόλυτη εγγύηση της ατομικής ελευθερίας, της ελευθερίας της συνείδησης και της ελευθερίας της εργασίας», καθώς και «τη μόνιμη παρέμβαση των πολιτών στις κοινοτικές υποθέσεις». Η σύγκρουση ανάμεσα στο Παρίσι και τις Βερσαλλίες, διαβεβαίωνε η διακήρυξη, «δεν μπορεί να τερματιστεί με απατηλούς συμβιβασμούς» –ο λαός είχε το δικαίωμα και την «υποχρέωση να αγωνιστεί και να νικήσει!».

Ακόμα πιο σημαντικό από αυτό το κείμενο –μια κάπως διφορούμενη σύνθεση για να αποφευχθούν οι εντάσεις μεταξύ των διαφόρων πολιτικών τάσεων– ήταν οι συγκεκριμένες δράσεις μέσω των οποίων οι Κομμουνάροι αγωνίστηκαν για τον πλήρη μετασχηματισμό της πολιτικής εξουσίας. Μια σειρά μεταρρυθμίσεων αφορούσε όχι μόνο τις λεπτομέρειες αλλά και τη φύση της πολιτικής διοίκησης.

Η Κομμούνα προέβλεπε την ανακλητότητα των εκλεγμένων αντιπροσώπων και τον έλεγχο της δράσης τους μέσω δεσμευτικών διαταγμάτων (αν και αυτό δεν ήταν σε καμία περίπτωση αρκετό για να διευθετήσει το πολύπλοκο ζήτημα της πολιτικής εκπροσώπησης). Οι δικαστικές αρχές και τα άλλα δημόσια αξιώματα, που επίσης υπόκειντο σε μόνιμο έλεγχο και πιθανή ανάκληση, δεν θα ανατίθεντο αυθαίρετα, όπως στο παρελθόν, αλλά θα αποφασίζονταν μετά από ανοικτό διαγωνισμό ή εκλογές.

Ο σαφής στόχος ήταν να αποτραπεί η μετατροπή της δημόσιας σφαίρας σε χώρο των επαγγελματιών πολιτικών. Οι πολιτικές αποφάσεις δεν ανατίθεντο σε μικρές ομάδες λειτουργών, αλλά έπρεπε να λαμβάνονται από τον λαό. Ο στρατός και η αστυνομία δεν θα αποτελούσαν πλέον θεσμούς αποκομμένους από το σώμα της κοινωνίας. Ο διαχωρισμός μεταξύ κράτους και εκκλησίας ήταν επίσης εκ των ων ουκ άνευ.

Το όραμα όμως της πολιτικής αλλαγής πήγαινε ακόμη πιο βαθιά. Η μεταφορά της εξουσίας στα χέρια του λαού ήταν απαραίτητη για να μειωθεί δραστικά η γραφειοκρατία. Η κοινωνική σφαίρα θα έπρεπε να υπερισχύει της πολιτικής –όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Ανρί ντε Σαιν-Σιμόν– έτσι ώστε η πολιτική να μην αποτελεί πλέον μια εξειδικευμένη λειτουργία, αλλά να ενσωματωθεί σταδιακά στη δραστηριότητα της κοινωνίας των πολιτών. Το κοινωνικό σώμα θα έπαιρνε έτσι πίσω λειτουργίες που είχαν μεταφερθεί στο κράτος.

Η ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος ταξικής κυριαρχίας δεν αρκούσε –έπρεπε να υπάρξει και ένα τέλος στην ταξική κυριαρχία ως τέτοια. Όλα αυτά θα εκπλήρωναν το όραμα της Κομμούνας για τη δημοκρατία ως μια ένωση ελεύθερων, πραγματικά δημοκρατικών οργανώσεων που θα προωθούσε τη χειραφέτηση όλων των συνιστωσών της. Θα κατέληγε, δηλαδή, στην αυτοδιοίκηση των παραγωγών.

 

Προτεραιότητα στις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις

 

Η Κομμούνα θεωρούσε ότι η κοινωνική μεταρρύθμιση ήταν ακόμη πιο κρίσιμη από την πολιτική αλλαγή. Ήταν ο λόγος ύπαρξής της, το βαρόμετρο της πίστης της στις ιδρυτικές της αρχές και το βασικό στοιχείο που τη διαφοροποιούσε από τις προηγούμενες επαναστάσεις του 1789 και του 1848. Η Κομμούνα ψήφισε μια σειρά μέτρων με σαφή ταξική χροιά.

Οι προθεσμίες για την αποπληρωμή χρεών μετατέθηκαν κατά τρία χρόνια, χωρίς καμία πρόσθετη επιβάρυνση από τόκους. Οι εξώσεις για μη καταβολή ενοικίου ανεστάλησαν και ένα διάταγμα επέτρεψε την επίταξη κενών κατοικιών για ανθρώπους που δεν είχαν στέγη. Σχεδιάστηκε η μείωση της εργάσιμης ημέρας (από τις δέκα ώρες στις οκτώ ώρες που προβλέπονταν για το μέλλον), η διαδεδομένη πρακτική της επιβολής προστίμων στους εργαζομένους απλώς και μόνο ως μέτρο μείωσης των μισθών απαγορεύτηκε επί ποινή κυρώσεων και οι κατώτατοι μισθοί καθορίστηκαν σε αξιοπρεπή επίπεδα.

Έγινε ό,τι ήταν δυνατόν για να αυξηθούν οι προμήθειες τροφίμων και να μειωθούν οι τιμές. Απαγορεύτηκε η νυχτερινή εργασία στα αρτοποιεία και άνοιξαν πολλά δημοτικά κρεοπωλεία. Επεκτάθηκε η κοινωνική πρόνοια στα ασθενέστερα τμήματα του πληθυσμού (για παράδειγμα, ιδρύθηκαν τράπεζες τροφίμων για εγκαταλελειμμένες γυναίκες και παιδιά) και διεξήχθησαν συζητήσεις για τον τρόπο τερματισμού των διακρίσεων μεταξύ νόμιμων και νόθων παιδιών.

Όλοι οι Κομμουνάροι πίστευαν ειλικρινά ότι η εκπαίδευση ήταν απαραίτητος παράγοντας για την ατομική χειραφέτηση και για κάθε σοβαρή κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Η φοίτηση στα σχολεία θα γινόταν δωρεάν και υποχρεωτική τόσο για τα κορίτσια όσο και για τα αγόρια, με τη θρησκευτικά εμπνευσμένη διδασκαλία να δίνει τη θέση της στην κοσμική διδασκαλία με ορθολογικές, επιστημονικές κατευθύνσεις. Ειδικά θεσπισμένες επιτροπές και οι σελίδες του Τύπου παρουσίαζαν πολλά πειστικά επιχειρήματα υπέρ της επένδυσης στην εκπαίδευση των γυναικών. Για να γίνει μια πραγματική «δημόσια υπηρεσία», η εκπαίδευση έπρεπε να προσφέρει ίσες ευκαιρίες στα «παιδιά και των δύο φύλων».

Επιπλέον, θα απαγορεύονταν οι «διακρίσεις λόγω φυλής, εθνικότητας, θρησκείας ή κοινωνικής θέσης». Οι πρώτες πρακτικές πρωτοβουλίες διαδέχθηκαν αυτές τις προόδους στη θεωρία, και σε περισσότερες από μία συνοικίες χιλιάδες παιδιά της εργατικής τάξης μπήκαν για πρώτη φορά σε σχολικά κτίρια και έλαβαν δωρεάν διδακτικό υλικό.

Η Κομμούνα υιοθέτησε επίσης μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, καθόρισε ότι τα εργαστήρια που άφησαν πίσω τους εργοδότες που είχαν εγκαταλείψει την πόλη, με εγγυήσεις αποζημίωσης κατά την επιστροφή τους, θα έπρεπε να παραδοθούν σε συνεταιριστικές ενώσεις εργαζομένων. Τα θέατρα και τα μουσεία –ανοιχτά για όλους χωρίς χρέωση– κολεκτιβοποιήθηκαν και τέθηκαν υπό τη διαχείριση της Ομοσπονδίας Καλλιτεχνών, της οποίας προήδρευε ο ζωγράφος και ακούραστος αγωνιστής Γκυστάβ Κουρμπέ. Περίπου τριακόσιοι γλύπτες, αρχιτέκτονες, λιθογράφοι και ζωγράφοι (ανάμεσά τους και ο Εντουάρ Μανέ) συμμετείχαν σε αυτό το σώμα –ένα παράδειγμα που υιοθετήθηκε με την ίδρυση μιας άλλης «Καλλιτεχνικής Ομοσπονδίας» που συγκέντρωνε ηθοποιούς και ανθρώπους από τον κόσμο της όπερας.

Όλες αυτές οι δράσεις και οι διατάξεις εισήχθησαν σε διάστημα μόλις πενήντα τεσσάρων ημερών, σε μια πόλη που εξακολουθούσε να ταλανίζεται από τις συνέπειες του γαλλοπρωσικού πολέμου. Η Κομμούνα μπόρεσε να επιτελέσει το έργο της στη σύντομη περίοδο από τις 29 Μαρτίου μέχρι τις 21 Μαΐου, εν μέσω ηρωικής αντίστασης στις επιθέσεις των Βερσαλιανών που απαιτούσε επίσης μεγάλη δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας και οικονομικών πόρων. Καθώς η Κομμούνα δεν είχε στη διάθεσή της μέσα καταναγκασμού, πολλά από τα διατάγματά της δεν εφαρμόστηκαν ομοιόμορφα στην τεράστια έκταση της πόλης. Ωστόσο, επέδειξε μια αξιοσημείωτη ορμή για την αναδιαμόρφωση της κοινωνίας και έδειξε τον δρόμο για δυνητικές αλλαγές.

 

Συλλογικός και φεμινιστικός αγώνας

 

Η Κομμούνα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από τις δράσεις που ενέκρινε η νομοθετική της συνέλευση. Φιλοδοξούσε ακόμη και να επανασχεδιάσει τον αστικό χώρο. Η φιλοδοξία αυτή φάνηκε από την απόφαση να κατεδαφιστεί η στήλη Βαντόμ, που θεωρείτο μνημείο βαρβαρότητας και καταδικαστέο σύμβολο του πολέμου, και να εκκοσμικευτούν ορισμένοι χώροι λατρείας παραδίδοντάς τους στην κοινότητα προς χρήση.

Χάρη σε ένα εξαιρετικό επίπεδο μαζικής συμμετοχής και σε ένα σταθερό πνεύμα αμοιβαίας βοήθειας, η Κομμούνα άντεξε για όσο διάστημα άντεξε. Αξιοσημείωτο ρόλο έπαιξαν οι επαναστατικές λέσχες που δημιουργήθηκαν σχεδόν σε κάθε δημοτικό διαμέρισμα. Υπήρχαν τουλάχιστον είκοσι οκτώ από αυτές, αντιπροσωπεύοντας ένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα αυθόρμητης κινητοποίησης.

Ανοιχτές κάθε βράδυ, προσέφεραν στους πολίτες την ευκαιρία να συναντιούνται μετά τη δουλειά για να συζητήσουν ελεύθερα την κοινωνική και πολιτική κατάσταση, να ελέγξουν τι είχαν πετύχει οι εκπρόσωποί τους και να προτείνουν εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των καθημερινών προβλημάτων. Ήταν οριζόντιες ενώσεις, οι οποίες ευνοούσαν τη διαμόρφωση και την έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, καθώς και τη δημιουργία γνήσιων χώρων αδελφοσύνης και συναδέλφωσης, όπου ο καθένας μπορούσε να εισπνεύσει τον μεθυστικό αέρα του να είναι κύριος της μοίρας του.

Αυτή η χειραφετητική πορεία δεν είχε χώρο για εθνικές διακρίσεις. Η ιδιότητα του πολίτη της Κομμούνας επεκτάθηκε σε όλους όσοι αγωνίστηκαν για την ανάπτυξή της και οι ξένοι απολάμβαναν τα ίδια κοινωνικά δικαιώματα με τους Γάλλους. Η αρχή της ισότητας ήταν εμφανής στον εξέχοντα ρόλο που διαδραμάτισαν οι τρεις χιλιάδες αλλοδαποί που δραστηριοποιήθηκαν στην Κομμούνα. Ο Λέο Φράνκελ, ένας ούγγρος μέλος της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων, όχι μόνο εκλέχθηκε στο συμβούλιο της Κομμούνας αλλά διετέλεσε και υπουργός Εργασίας της –μία από τις βασικές θέσεις της. Ομοίως, οι Πολωνοί Γιαρόσλαφ Νταμπρόφσκι και Βάλερι Βρομπλέφσκι υπήρξαν διακεκριμένοι στρατηγοί στην ηγεσία της Εθνοφρουράς.

Οι γυναίκες, αν και εξακολουθούσαν να μην έχουν δικαίωμα ψήφου ή συμμετοχής στο Συμβούλιο της Κομμούνας, έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στην αμφισβήτηση της κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Σε πολλές περιπτώσεις, υπερέβησαν τους κανόνες της αστικής κοινωνίας και διεκδίκησαν μια νέα ταυτότητα, σε αντίθεση με τις αξίες της πατριαρχικής οικογένειας, πηγαίνοντας πέρα από την οικιακή ιδιωτικότητα και συμμετέχοντας στη δημόσια σφαίρα.

Η Ένωση Γυναικών για την Υπεράσπιση του Παρισιού και τη Φροντίδα των Τραυματιών, η προέλευση της οποίας οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην ακούραστη δραστηριότητα του μέλους της Α΄ Διεθνούς Ελισάβετ Ντμίτριεφ, συμμετείχε κεντρικά στον προσδιορισμό των στρατηγικών κοινωνικών μαχών. Οι γυναίκες πέτυχαν το κλείσιμο των αδειοδοτημένων οίκων ανοχής, κέρδισαν την ισοτιμία γυναικών και ανδρών εκπαιδευτικών, επινόησαν το σύνθημα «ίση αμοιβή για ίση εργασία», απαίτησαν ίσα δικαιώματα εντός του γάμου και την αναγνώριση των ελεύθερων συνδικάτων, και προώθησαν αποκλειστικά γυναικεία τμήματα στα εργατικά συνδικάτα.

Όταν η στρατιωτική κατάσταση επιδεινώθηκε στα μέσα Μαΐου, με τους Βερσαλλιώτες στις πύλες του Παρισιού, οι γυναίκες πήραν τα όπλα και συγκρότησαν ένα δικό τους τάγμα. Πολλές θα άφηναν την τελευταία τους πνοή στα οδοφράγματα. Η αστική προπαγάνδα τούς επιτέθηκε με άγριο τρόπο, βαφτίζοντάς τες les pétroleuses (πυρπολήτριες) και κατηγορώντας τες ότι έβαλαν φωτιά στην πόλη κατά τη διάρκεια των οδομαχιών.

 

Συγκεντρωτισμός ή αποκέντρωση;

 

Η γνήσια δημοκρατία που επεδίωκαν να εγκαθιδρύσουν οι Κομμουνάροι ήταν ένα φιλόδοξο και δύσκολο εγχείρημα. Η λαϊκή κυριαρχία απαιτούσε τη συμμετοχή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού πολιτών. Από τα τέλη Μαρτίου και μετά, το Παρίσι πλημμύρισε με κεντρικές επιτροπές, τοπικές υποεπιτροπές, επαναστατικές λέσχες και τάγματα στρατιωτών, που πλαισίωναν το ήδη πολύπλοκο δυοπώλιο του Συμβουλίου της Κομμούνας και της κεντρικής επιτροπής της Εθνοφρουράς.

Η τελευταία είχε διατηρήσει τον στρατιωτικό έλεγχο, λειτουργώντας συχνά ως μια αντίρροπή προς το συμβούλιο δύναμη. Αν και η άμεση συμμετοχή του πληθυσμού αποτελούσε μια ζωτική εγγύηση της δημοκρατίας, οι πολλαπλές εξουσίες που προέκυψαν έκαναν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ιδιαίτερα δύσκολη και αυτό σήμαινε ότι η εφαρμογή των διαταγμάτων έγινε μια βασανιστική υπόθεση.

Το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και των τοπικών φορέων οδήγησε σε αρκετές χαοτικές, ενίοτε παραλυτικές, καταστάσεις. Η λεπτή ισορροπία χάλασε εντελώς όταν, αντιμέτωπος με την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης του πολέμου, την απειθαρχία εντός της Εθνοφρουράς και την αυξανόμενη αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, ο Ζυλ Μιότ πρότεινε τη δημιουργία πενταμελούς Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας, κατά το πρότυπο του δικτατορικού μοντέλου του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου το 1793.

Το μέτρο εγκρίθηκε την 1η Μαΐου, με πλειοψηφία σαράντα πέντε έναντι είκοσι τριών. Αποδείχθηκε ένα δραματικό λάθος, το οποίο σηματοδότησε την αρχή του τέλους για το νέο πολιτικό πείραμα και δίχασε την Κομμούνα σε δύο αντιμαχόμενα μπλοκ.

Το πρώτο από αυτά, αποτελούμενο από νεο-Ιακωβίνους και Μπλανκιστές, έτεινε προς τη συγκέντρωση της εξουσίας και, τελικά, προς την υπεροχή της πολιτικής έναντι της κοινωνικής διάστασης. Το δεύτερο, που περιελάμβανε την πλειονότητα των μελών της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων, θεωρούσε την κοινωνική σφαίρα σημαντικότερη από την πολιτική. Πίστευαν ότι η διάκριση των εξουσιών ήταν απαραίτητη και επέμεναν ότι η δημοκρατία δεν πρέπει ποτέ να θέτει υπό αμφισβήτηση τις πολιτικές ελευθερίες.

Συντονισμένο από τον ακούραστο Εζέν Βαρλίν, το δεύτερο αυτό μπλοκ απέρριψε σφοδρά την αυταρχική παρέκκλιση και δεν έλαβε μέρος στις εκλογές της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας. Κατά την άποψή του, η συγκέντρωση των εξουσιών στα χέρια λίγων ατόμων θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις θεμελιώδεις παραδοχές της Κομμούνας, καθώς οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί της δεν κατείχαν την κυριαρχία –η οποία ανήκε στον λαό– και δεν είχαν το δικαίωμα να την παραχωρήσουν σε ένα συγκεκριμένο όργανο.

Στις 21 Μαΐου, όταν η μειοψηφία πήρε και πάλι μέρος σε μια συνεδρίαση του Συμβουλίου της Κομμούνας, έγινε μια νέα προσπάθεια να υφανθεί η ενότητα στις τάξεις της. Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά.

 

Η παρακαταθήκη

 

Παρά τη βάναυση συντριβή της από τα στρατεύματα των Βερσαλλιών και την καταστολή που επικράτησε σε όλη την Ευρώπη για την αποφυγή παρόμοιων επαναστατικών εγχειρημάτων, η εξέγερση στο Παρίσι έδωσε δύναμη στους αγώνες των εργαζομένων και τους ώθησε σε πιο ριζοσπαστικές κατευθύνσεις. Την επομένη της ήττας της, ο Εζέν Ποτιέ έγραψε αυτό που έμελλε να γίνει ο πιο διάσημος ύμνος του εργατικού κινήματος: «Στον αγώνα ενωμένοι / Κι ας μη λείψει κανείς / Ω! Νάτη, μας προσμένει / Στον κόσμο η Διεθνής!»

Το Παρίσι είχε δείξει ότι ο στόχος έπρεπε να είναι η οικοδόμηση μιας κοινωνίας ριζικά διαφορετικής από τον καπιταλισμό. Η Κομμούνα δεν έπαψε να ενσαρκώνει την ιδέα της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής και την πρακτική εφαρμογή της. Έγινε συνώνυμη με την ίδια την έννοια της επανάστασης, με μια οντολογική εμπειρία της εργατικής τάξης.

Η Παρισινή Κομμούνα άλλαξε τη συνείδηση των εργατών και τη συλλογική τους αντίληψη. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά, η κόκκινη σημαία της συνεχίζει να κυματίζει και να μας υπενθυμίζει ότι μια εναλλακτική λύση είναι πάντα δυνατή. Ζήτω η Κομμούνα!

Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet