Δημήτρης Οικονομίδης «Ιστορίες ανάμεσα», εκδόσεις Τόπος, 2019

 

Ο Δημήτρης Οικονομίδης, με τα τέσσερα αφηγήματά του, υποβάλλει την ένταση ανάμεσα στο χρέος και το κάλεσμα του σώματος, στην αλήθεια και την παραχάραξη αυτής, στην έμπνευση και τη ζωή, στην πραγματικότητα και την αυταπάτη. Οι τίτλοι μονολεκτικοί, χωρίς άρθρο, εστιάζουν στο ουσιαστικό, δίνοντας πρόγευση και αφήνοντας επίγευση, δραστικοί ως προς την αναγνωστική ανταπόκριση. Πλοκή χαλαρή, με αναδρομές και ανάμιξη διαφορετικών χρονικών επιπέδων, μιας και το κύριο μέλημα είναι το βίωμα και ο στοχασμός.

Στο Κλειδί, ένας περιηγητής επιλέγεται ως ο περιούσιος για να μεταφέρει στον επόμενο περιούσιο το κλειδί, το οποίο ανοίγει την πόρτα ενός κάστρου σε μια πεδιάδα. Καμιά άλλη πληροφορία.

Ο αφηγητής από τη στιγμή που του εμπιστεύεται ο προηγούμενος κάτοχός του το κλειδί, αποκτά αποστολή: Όφειλα να το φυλάξω ως κόρη οφθαλμού και να το παραδώσω, όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, στον διάδοχο που θα επέλεγα. Αυτοπροσδιορίζεται ως μαγεμένος. Φορέας υπερβατικής γνώσης και αποκαλυπτικής αλήθειας, φορέας έμπνευσης και καθοδηγητικού οίστρου, εξουσίας και δέκτης σεβασμού; Όπως και αν το προσλάβουμε και αποκωδικοποιήσουμε εμείς, ο ίδιος είναι επιλεγμένος, ξεχωριστός.

Κάποια στιγμή, νιώθει διχασμένος και το εξομολογείται στον αναγνώστη: Δεν νομίζω ότι υπάρχει χειρότερη στιγμή για έναν οδοιπόρο από αυτήν της αμφιβολίας και του δισταγμού.

Με στοχαστική διάθεση και αφηγηματική άνεση, ο Δημήτρης Οικονομίδης με όχημα τη χωροχρονική ασάφεια, την αοριστία του σκοπού, τη μάγευση του ήρωα και αφηγητή παρουσιάζει την περιπέτεια όσων ανέλαβαν μια αποστολή που νοηματοδότησε τη ζωή τους, την υπηρέτησαν με άκρα θρησκευτικότητα, δίχως να έχουν σαφή εικόνα του τι υπερασπίζονται, μέχρι που συνειδητοποίησαν ότι το δέντρο/ «καταφύγιο» ήταν θεόξερο. Πάντα πορεύονταν, ερμήνευαν, ίσως και άκουγαν. Μπήκαν σε καταγώγια, έμαθαν γλώσσες και ανθρώπους. Αλλά με την αίσθηση της αποστολής. Κάποια στιγμή την απεμπόλησαν. Η Ιστορία ανάμεσα έγειρε προς το βίωμα, δίχως αποστολή.

 

Κατασκευή της μνήμης

 

Εφιάλτης είναι η δεύτερη ιστορία. Αφορά στην εκδοτική περιπέτεια ενός ημερολογίου, το οποίο βρέθηκε από έναν σοβιετικό στρατιώτη στο μπούνκερ του Χίτλερ. Σε καιρούς κατοπινούς, μαθαίνει γερμανικά και κατορθώνει να το διαβάσει. Το πλέον σίγουρο είναι ότι ο σύντροφος Κονσταντίν Αλεξέγιαβιτς, σεμνός και φιλήσυχος Σοβιετικός πολίτης, ήρωας του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, ολοκλήρωσε την ανάγνωση του γνωστού μας ημερολογίου περί τα τέλη της δεκαετίας του ΄60. (σελ. 40). Το κληροδοτεί στον γιο του, ο οποίος –καταλαβαίνοντας την αξία του– το «μοσχοπουλά» σε έναν Ανατολικογερμανό δημοσιογραφίζοντα. (σελ. 41).

Ένα νουάρ για την πολιτική διαχείριση της μνήμης, μέσα από αλλεπάλληλα στρώματα. Η αλήθεια καθίσταται θραυσματική, διότι περνά από πολλά φίλτρα, καθώς καταδιώκεται, διότι υποσκάπτει την κυρίαρχη αφήγηση των νικητών.

Φορέα της πολιτικής κριτικής αποτελούν η πλοκή και η ειρωνεία. Το σκηνικό εφιαλτικό, οι περιπέτειες των ανθρώπων δυστοπικές, υποκινούνται και στήνονται από εξουσίες διαφορετικής προέλευσης με έναν στόχο: την κατασκευή της μνήμης κατά τα συμφέροντά τους. Το διήγημα είναι μια Ιστορία ανάμεσα στην αλήθεια και την απόκρυψή της, μια Ιστορία ανάμεσα στις ζωές των πρωταγωνιστών και τους καπηλευτές των ζωών τους. Οι χρονολογίες 1944, 1989, 1994 αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο ξετυλίγονται η Ιστορία και η ιστορία. Ο στόχος σταθερός, διαχρονικός, διακρατικός: να μείνει η Ιστορία έτσι όπως εγράφη από τους νικητές, διότι η αναμόχλευση αυτής τους επιφορτίζει με ευθύνες τραγικές αναφορικά με το τότε και το τώρα.

 

Είδωλο στον καθρέφτη

 

Το τρίτο αφήγημα είναι οι Σελίδες. Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής μας φέρνει αναδρομικά, μέσα σε όνειρο (;) στο κυριακάτικο πρωινό ενός ζευγαριού, κατά το οποίο η Μαρί ανακαλύπτει το χειρόγραφο του Μπερνάρ και λαθραναγιγνώσκει ένα μέρος αυτού.

Μια Ιστορία ανάμεσα σε όλους όσοι συνθέτουν το διανοητικό περιβάλλον του Μπερνάρ. Δυο γυναίκες, μια σχέση φθίνουσα και μια σχέση ανθηρή, καρπερή (δυο παιδιά και ένα χειρόγραφο). Ο αναγνώστης αναρωτιέται εάν ο πρωταγωνιστής είναι ο Ρομπέρ, αυτή η μορφή που στηρίζει τον Μπερνάρ και υποσκάπτει τον ορθολογισμό και την κοινωνική συμβατικότητα της εκδοτικής γαλλικής πραγματικότητας. Το μότο από τον Βασίλη Αλεξάκη: Στη Γαλλία προσέχω τα λόγια μου, τις κινήσεις μου. Ζω προσεκτικά. Παρίσι-Αθήνα, 1988 μάλλον συμπυκνώνει την αίσθηση και του ήρωα-συγγραφέα αλλά και του εν ζωή συγγραφέα. Αφηγηματικά, είναι το πιο περίτεχνο από τα τέσσερα αφηγήματα, καθώς οι χρόνοι εμπλέκονται και εναλλάσσονται, οδηγώντας τον αναγνώστη στην αναζήτηση αναλογιών ή την αίσθηση των ομόκεντρων κύκλων. Το «ανάμεσα» διαπερνά το κείμενο: ανάμεσα στην εποχή της Μαρί και αυτήν της Κατρίν, τον ορθολογισμό και τον ανατολίτικο αισθησιασμό, ενσαρκωμένο από τον Ρομπέρ, το παρελθόν και το παρόν.

Στον Καθρέφτη, μόλις τριών σελίδων, παρακολουθούμε τον ήρωα στο πρωινό του ξύπνημα, ξύρισμα και τη συνειδητοποίηση της απόστασης από τον ίδιο του τον εαυτό. Το είδωλό του ανεξαρτητοποιείται από αυτόν και αποτυπώνει το είναι του πρωταγωνιστή, ενώ ο ίδιος καθυστερεί να ακολουθήσει αυτό που του συμβαίνει. Ο καθρέφτης όμως το υπογραμμίζει αναπόδραστα, ανέκκλητα. Ο πόνος από το κόψιμο του ξυραφιού και η κραυγή «Άουτς» αποτελούν τον καταλύτη της συνειδητοποίησης. Ένα δυνατό κείμενο για όσα δεν θέλουμε να δούμε αλλά τα αποτυπώνουν οι κάθε λογής καθρέφτες μας, ιδιαιτέρως αφού πονέσουμε. Μια Ιστορία ανάμεσα σε αυτό που συνεχώς μας διαφεύγει και αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε και ελέγχουμε.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet