Ποια θα είναι η επόμενη μέρα στην αγορά εργασίας; Τι εργαλεία απέμειναν για να προστατευτούν οι εργαζόμενοι; Υπάρχουν περιθώρια ο νέος εργατικός νόμος να μην εφαρμοστεί; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν από τη στιγμή δημοσίευσης του (αντ)εργατικού νόμου και τα συζητάμε εκτενώς με τον εργατολόγο Διονύση Τεμπονέρα.

 

 

Από το βράδυ της Τετάρτης το αντεργατικό νομοσχέδιο αποτελεί νόμο του κράτους. Όλα τελείωσαν ή υπάρχουν ακόμα περιθώρια για να μείνει αυτός ο νόμος στα χαρτιά;

Οι περισσότερες διατάξεις του νόμου αυτού είναι άμεσης ισχύος. Υπάρχει, βέβαια, η ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία προβλέπεται να εφαρμοστεί πιλοτικά, σε ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, από το πρώτο εξάμηνο του 2022 και ύστερα, με την γενική  εφαρμογή του μέτρου να παραμένει άγνωστο πότε θα ολοκληρωθεί. Και αυτή είναι η πρώτη μεγάλη αντίφαση του κ. Χατζηδάκη. Πως η ψηφιακή κάρτα θα ελέγξει τα ζητήματα απορρύθμισης στο ωράριο εργασίας, στη διευθέτηση του χρόνου,  της τηλεργασίας, όταν τα σχετικά συστήματα δεν είναι ακόμα έτοιμα;

 

Καταρρίπτεται από την επόμενη κιόλας μέρας, δηλαδή, το επιχείρημα περί «θετικών ρυθμίσεων» του νομοσχεδίου…

Αρκεί να αναλογιστούμε μόνο πως η ψηφιακή κάρτα ισχύει από το 2011 και δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Από εκεί και πέρα, πολλές από τις διατάξεις άμεσης εφαρμογής θα «σπάσουν» στην πράξη, όπως το ζήτημα των παράνομων απεργιών, το θέμα του μητρώου των συνδικαλιστικών οργανώσεων κ.λπ.

 

Η ένσταση αντισυνταγματικότητας του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ απορρίφθηκε. Υπάρχουν περιθώρια προσφυγής στα δικαστήρια;

Παρότι απορρίφθηκε, λόγω της δεδηλωμένης πλειοψηφίας εντός του κοινοβουλίου, παραμένει, ωστόσο, πολύ σημαντική κίνηση. Είναι πολύ σύνηθες τα δικαστήρια να κάνουν «χρήση» των ενστάσεων αντισυνταγματικότητας που υποβλήθηκαν στη Βουλή, προκειμένου να κριθεί μια διάταξη ως αντισυνταγματική. Αντίστοιχη κίνηση, θυμίζω, είχε γίνει όταν είχε καταργηθεί το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία. Το ΣτΕ  έκρινε αντισυνταγματική τη συγκεκριμένη ρύθμιση, πατώντας και στην αίτηση αντισυνταγματικότητας που κατατέθηκε στη Βουλή και στη συνέχεια η ρύθμιση αποκαταστάθηκε προσωρινά.

Από εκεί και πέρα, ακολουθούν παρεμβάσεις και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αναμένεται τα συνδικάτα να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια επί  των άρθρων του νέου νόμου, και θα ακολουθήσει προσφυγή στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, κυρίως για το Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων και το δικαίωμα στην απεργία (προσωπικό ασφαλείας, αστική ευθύνη των συνδικαλιστών και το δικαίωμα κάλυψης της απεργίας από δευτεροβάθμιο ή τριτοβάθμιο όργανο). Πέραν του εθνικού επιπέδου, υπάρχουν τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα. Θα υπάρξουν πρωτοβουλίες από συνδικάτα και από κόμματα προς την Επιτροπή Αναφορών του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως είχε γίνει και παλιότερα, και προς το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO). Σε αυτή την κατεύθυνση βοηθά ιδιαίτερα η έκθεση της επιστημονικής επιτροπής της Βουλής, η οποία ήταν καταπέλτης, αφού σε πολλά ζητήματα εκφράζει την πλήρη αντίθεσή της και σε άλλα τον «έντονο προβληματισμό» της, για διατάξεις του νομοσχεδίου.

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που τα αρμόδια δικαστήρια έκριναν τα τελευταία αρκετά χρόνια παράνομη και καταχρηστική μια απεργία. Πώς να υπάρξει εμπιστοσύνη σήμερα στα αρμόδια δικαστήρια;

Είναι βέβαιο ότι τα δικαστήρια έχουν συρρικνώσει εξαιρετικά το απεργιακό δικαίωμα, με μια σειρά αποφάσεων όλα τα προηγούμενα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η στάση της νομολογίας δεν αναμένεται να αλλάξει άμεσα. Παρόλα αυτά, η νομολογία είναι μεταβαλλόμενη και αποτυπώνει πάντα ένα συσχετισμό που υπάρχει στην κοινωνία και το κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, οφείλουν όλοι οι φορείς να εξαντλήσουν τα  εσωτερικά ένδικα μέσα, για να μπορέσουν να προσφύγουν και στα ευρωπαϊκά δικαστήρια.

 

Ο νόμος μπορεί να καταργηθεί από μια επόμενη κυβέρνηση, που θα είναι πρόθυμη να το κάνει;

Ο νόμος αυτός δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Συνεχίζει την υποτίμηση της λαϊκής περιουσίας και του λαϊκού εισοδήματος, και συνδυάζεται με τον πτωχευτικό νόμο και με το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, το οποίο ακολουθεί. Η κυβέρνηση προσπαθεί σε νομικό, ιδεολογικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο να δημιουργήσει τετελεσμένα, που από μια επόμενη κυβέρνηση θα είναι δύσκολο να αναθεωρηθούν. Και αυτό δεν το λέω μόνο γιατί το νομοσχέδιο αυτό μπήκε από το παράθυρο στα προαπαιτούμενα του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και γιατί θεωρείται συνέχεια μιας εργασιακής μεταρρύθμισης, στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής εποπτείας. Το στοίχημα για τα ζητήματα της εργασίας είναι να καταψηφιστούν οι ρυθμίσεις αυτές, στη συνείδηση της κοινωνίας και να μετατραπούν σε αίτημα στήριξης και όχι απορρύθμισης των αντίστοιχων δικαιωμάτων. Αν μια κοινωνία δεν πειστεί για την συγκεκριμένη αναγκαιότητα, θα είναι δύσκολο για οποιαδήποτε κυβέρνηση να επιχειρήσει τις απαιτούμενες αλλαγές.

 

Ποιες είναι οι αναμενόμενες συνέπειες στην αγορά εργασίας;

Θα δημιουργηθούν παγιωμένες καταστάσεις, που θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να αλλάξουν. Την Δευτέρα ανακοινώθηκε ότι τα σούπερ μάρκετ θα δουλεύουν από τις 7 το πρωί έως τις 10:30 το βράδυ. Και εδώ δημιουργείται ένα τετελεσμένο. Έρχεται η επιχείρηση να προλάβει την αλλαγή της εργατικής νομοθεσίας ώστε η δεκάωρη εργασία να εμφανίζεται πια ως αναγκαιότητα. Έχουμε και παραδείγματα στην αντίθετη κατεύθυνση, μη προσαρμογής. Μια εργαζόμενη μητέρα, εφόσον μπει στη διευθέτηση εργασίας και δουλεύει δεκάωρο, 8.00-18.00, από Δευτέρα έως Πέμπτη, δεν θα μπορεί να πάει να πάρει τα παιδιά της από το σχολείο, που κλείνει στις 16.00, το αργότερο(ολοήμερα). Δεν υπάρχει καμία πρόνοια για αυτά τα προβλήματα που ανακύπτουν. Στην Σουηδία, την Νορβηγία ή την Δανία σε μεγάλες επιχειρήσεις,  έχουν οι ίδιες βρεφονηπιακούς σταθμούς στους χώρους δουλειάς. Σε άλλες χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) δίνουν πολύμηνες άδειες επιδόματα, για να πληρωθούν οι νταντάδες ή οι βρεφονηπιακοί σταθμοί είναι δωρεάν. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι όταν πειράζεις το ωράριο, πειράζεις θεσμούς. Αν οι θεσμοί δεν είναι συγχρονισμένοι με τις υπόλοιπες δομές, δημιουργούνται πολλά προβλήματα.

 

Ο νόμος αυτός θα συναντήσει εμπόδια στους μαζικούς χώρους. Η πλειονότητα, ωστόσο, των εργαζομένων δουλεύει σε μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις. Αυτοί πώς θα προστατευτούν;

Αρμόδιοι για αυτό είναι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, εισήγαγε την Επιθεώρηση Εργασίας σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Οι περισσότερες επιχειρήσεις, με λίγους εργαζόμενους, έχουν ταυτόχρονα λόγω υπερχρέωσης να αντιμετωπίσουν και τον πτωχευτικό νόμο. Το πρώτο που θα κάνουν είναι να «απεγκλωβιστούν» από το εργατικό δυναμικό και αυτό αυτόματα σημαίνει ένταση της παραβατικότητας και της εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Σε αυτό το περιβάλλον, που θα έπρεπε οι μηχανισμοί να λειτουργούν προς όφελος του εργαζομένου,  η κυβέρνηση μετατρέπει το ΣΕΠΕ σε ανεξάρτητη αρχή, χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη και πρόνοια για ενίσχυση προσωπικού, υλικοτεχνικά μέσα, διαλειτουργικότητα των  συστημάτων. Παρότι ο κ. Χατζηδάκης τα εξήγγειλε, τίποτα δεν νομοθετήθηκε. Η Επιθεώρηση μπαίνει σε αχαρτογράφητα νερά και δημιουργείται μια έντονη αβεβαιότητα, η οποία θα έχει αμέσως αντανάκλαση στην εποπτεία της αγοράς εργασίας.

 

Ποιος είναι ο μεγάλος χαμένος από αυτό το νόμο;

Η Ελλάδα μετατρέπεται σε μια ειδική οικονομική ζώνη, όπου η λειτουργία των συνδικάτων και των ΣΣΕ θα είναι ντε φάκτο απαγορευμένη. Μια καμαριέρα, για παράδειγμα, σήμερα, από τη στιγμή που υπάρχει κλαδική σύμβαση των ξενοδοχοϋπαλλήλων, αμείβεται με 800 ευρώ, αντί των 650 ευρώ. Ακόμα και αν δεν έχει ασχοληθεί ποτέ με τον συνδικαλισμό ή δεν έχει πλησιάσει ποτέ το συνδικάτο της, θα αμείβεται με όσα ορίζει η κλαδική σύμβαση. Αυτή η συνθήκη θα πάψει να υπάρχει. Περιοχή χωρίς συνδικάτα και συλλογικές συμβάσεις σημαίνει αυτόματα μείωση των μισθών, μείωση στην ποιότητα της προστασίας της  εργασίας, δηλαδή στους όρους υγείας και ασφάλειας, και επομένως βίαιη υποτίμηση της εργατικής δύναμης και ταυτόχρονα οριζόντια μείωση των μισθών. Θα έχουμε μια πλήρη «βαλκανοποίηση» της εργασίας το αμέσως επόμενο διάστημα, ενδεχομένως πολύ πιο απότομη και σκληρή από αυτή που ζήσαμε την περίοδο των μνημονίων. Έτσι πήρε το θάρρος η κ. Κεραμέως να ασκήσει αγωγή κατά τριτοβάθμιας οργάνωσης, της ΑΔΕΔΥ, και  του ΕΚΑ για την απεργία της Τετάρτης. Αυτό υπό άλλες συνθήκες θα ήταν αδιανόητο.

 

Ακούγεται πολύ συχνά ότι ο νόμος δεν άλλαξε την εργασιακή ζούγκλα, που βιώνουν ούτως ή άλλως οι εργαζόμενοι, την κανονικοποίησε.

Δεν στέκει λογικά μια τέτοια σκέψη. Και οι κλοπές είναι παράνομες αλλά γίνονται. Θα νομιμοποιήσουμε τις κλοπές; Όταν όλος ο πλανήτης κινείται στην κατεύθυνση προστασίας του κοινωνικού κράτους και των εργαζομένων, για λόγους όχι ανατροπής του υπάρχοντος συστήματος, αλλά αναπαραγωγής του, η Ελλάδα διάλεξε την αντιπέρα όχθη. Είναι δεδομένο πως υπάρχει έντονη παραβατικότητα στην αγορά εργασίας. Το ζει όλο το πρεκαριάτο, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που ζουν στην επισφάλεια. Αν κάποιος εργαζόμενος λέει ότι δεν τον απασχολεί η νέα αυτή συνθήκη, θα πρέπει να τον πείσουμε για τη σημασία του συνδικάτου και να τον φέρουμε σε επαφή με το σωματείο του. Αλίμονο αν καταργήσουμε θεσμούς. Τα συνδικάτα και οι συλλογικές συμβάσεις είναι θεσμοί συμμετοχικής δημοκρατίας. Για αυτό και κατοχυρώνονται συνταγματικά. Το ότι ο εργαζόμενος θα δουλεύει «ήλιο με ήλιο» και  με απλήρωτες υπερωρίες, μας γυρίζει στην εποχή που ο σκλάβος δεν παρείχε εργασία για να  έχει την αξίωση να πληρωθεί, αλλά για να έχει το δικαίωμα να ζήσει.  Θα ζήσουμε μια σύγχρονη μορφή δουλείας. Γιατί αυτό νομοθετείται τελικά: Η δουλειά, χωρίς μισθό.

Ιωάννα Δρόσου, Νίκος Γιαννόπουλος Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Εργασία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet