Ψάχνουν και ψάχνονται. Οι ιθύνοντες του ποδοσφαίρου στην Ευρώπη προσπαθούν αγωνιωδώς να απαλλαγούν από το άγχος της πανδημίας. Μάταια όμως. Το κακό δείχνει ακατανίκητο. Οι διάφορες κοσμητικές εγχειρήσεις, που επιχειρούν κατά καιρούς, απλώς το επιτείνουν. Απόδειξη, το τρέχον ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, που αποτελεί κακέκτυπο των προηγούμενων. Με μόνο λίγους θεατές στο γήπεδο, παραμένει άψυχο και άνευρο. Οι θεατές του «home office», δηλαδή της τηλεόρασης, που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τους οπαδούς στις κερκίδες, δεν έχουν εφευρεθεί ακόμη. Ανίκανοι να κανονίσουν τα του «γηπέδου» τους, οι ιθύνοντες άγονται και φέρονται από τα κυβερνητικά μέτρα περιορισμού, που συνήθως προξενούν περισσότερη ζημιά από όφελος. Με αυτό θέτουν σε κίνδυνο και τη σπουδαιότερη αποστολή τους: τη λειτουργία του ποδοσφαίρου σαν του κυριότερου θεσμού κοινωνικοποίησης του ανδρικού πληθυσμού.

Η μπάλα δεν είναι μόνο κλοτσοσκούφι, αγώνας για την επιβολή της μιας ομάδας επί της άλλης. Είναι και τέχνη. Το κλασικό καλλιτεχνικό έργο, σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένιαμιν, περιβάλλεται από μια «αύρα», το κεντρικό χαρακτηριστικό της οποίας: η μοναδικότητα «στο εδώ και τώρα», του προσδίδει αυθεντικότητα. Έτσι γεννιέται η αντίληψη μιας «μακρινής οπτασίας» που βρίσκεται κοντά μας, δίπλα μας. Αυτό ισχύει και για το ποδόσφαιρο. Κανένα ποδοσφαιρικό ματς δεν είναι ίδιο με το άλλο –παρόλο που το «έργο» επαναλαμβάνεται καθημερινά κατά χιλιάδες σε όλα τα μήκη και τα πλάτης της γης και αναπαράγεται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από την τηλεόραση. Με φόντο το πράσινο γκαζόν εξελίσσονται στο γήπεδο χορογραφίες απαράμιλλης ομορφιάς και ανεπανάληπτου περιεχομένου.

 

Η κοινωνική λειτουργία του ποδοσφαίρου

 

Η «αύρα» αυτή δεν είναι βέβαια άσπιλη και αμόλυντη. Η αλλοίωσή της αρχίζει ήδη από τη στιγμή που το κέντρο βάρους του ματς μετατίθεται από το καλλιτεχνικό στο αθλητικό του μέρος, από το παιχνίδι στο σπορ. Και παίρνει ενδημική μορφή στο σημερινό επαγγελματικό ποδόσφαιρο, το οποίο λειτουργεί σήμερα υπό τις γνωστές μαφιόζικες καπιταλιστικές συνθήκες.

Η βασική λειτουργία, όμως, που επιτελεί το ποδόσφαιρο είναι η κοινωνική. Η μπάλα, σύμφωνα με τον Πιέρ Μπουρντιέ, ανήκει στα «σοβαρά παιχνίδια». Σαν τέτοιο ήταν τα τελευταία 100 χρόνια το κυριότερο μέσο της «κατασκευής του αντρικού φύλου», το γήπεδο και η προέκτασή του στα μέσα ενημέρωσης είναι «αρένα ανδρισμού» –με πολύ μεγαλύτερη απήχηση από την παρόμοια «κατήχηση» στα σχολεία ή στην οικογένεια. Η «σοβαρότητά» του συνίσταται στο ότι διδάσκει έμπρακτα τις δυο πιο βασικές «αρετές» κάθε ανταγωνιστικής κοινωνίας: αφενός την αλληλεγγύη στο εσωτερικό της ομάδας (και κατ΄ επέκταση στον κύκλο των οπαδών), και αφετέρου την επιθετικότητα έναντι της αντίπαλης ομάδας. Οι «αρετές» αυτές αποτελούν στη συνέχεια όχι μόνο τα καλύτερα εφόδια για την απρόσκοπτη ένταξη των αντρών στην ανταγωνιστική οικονομία, αλλά και για τη διαιώνιση της αντρικής πρωτοκαθεδρίας –παρά το «ξήλωμα» της σε άλλους σημαντικούς κοινωνικούς τομείς. Ειρήσθω εν παρόδω: Σε ένα βίντεο μια ελβετίδας καλλιτέχνιδας, που κυκλοφόρησε παλιότερα, τα μέλη της Εθνικής Ελβετίας κατέβηκαν στο γήπεδο φορώντας κοστούμια και κρατώντας λάπτοπ στα χέρια τους. Πολλοί που το είδαν δήλωσαν ότι δεν βρήκαν τίποτα το αφύσικο σε αυτό το παιχνίδι τους.

 

Διακρίσεις και ηγεμονικός ανδρισμός

 

Το ποδόσφαιρο, λέγεται, είναι δημοκρατικό, επειδή κατεδαφίζει τα τείχη ανάμεσα στις τάξεις και τις (οπαδικές) «φυλές» των αντρών. Υπάρχουν, όμως, και εξαιρέσεις με δομικό χαρακτήρα. Σε αυτές ανήκουν και οι διακρίσεις κατά των ομοφύλων. Μπορεί σήμερα να έχουν καταργηθεί οι περισσότεροι νόμοι εναντίον τους και να έχει ανοίξει ο δρόμος για την αναρρίχηση τους και στα πιο υψηλά πολιτειακά αξιώματα –στη μπάλα όχι, σε αυτήν συνεχίζει να δεσπόζει ο νόμος της καταφρόνιας και του αποκλεισμού τους. Όχι περίεργο έτσι, ότι οι κοινωνιολόγοι μιλούν για έναν «ηγεμονικό ανδρισμό», που αποτελεί το σήμα κατατεθέν αυτής της καθόλου μικρής «κοινωνίας του ποδοσφαίρου».

Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, το ενδιαφέρον που δείχνουν οι πολιτικοί γι’ αυτό το χώρο. Κι αυτό, καταρχάς, στην «άμορφη» κατάστασή του, ως παραγωγού «αντρών», που μπορούν να ενταχθούν «οργανικά» στο κυρίαρχο αξιακό και παραγωγικό σύστημα ύστερα, στο πιο «εξειδικευμένο» τμήμα του, ως προμηθευτή διακεκριμένων προσωπικοτήτων του «ηγεμονικού αντρισμού», που φροντίζουν για την αναπαραγωγή του αντίστοιχου ανδροκεντρικού συστήματος και τέλος, ως χώρου εύκολης στρατολόγησης ψηφοφόρων από το πλήθος των οπαδών μέσω νομικών και πολιτικών παρεμβάσεων, καθώς και του προσεταιρισμού των ιδιοκτητών των ΠΑΕ. Για τους τελευταίους πάλι, τα ποδοσφαιρικά σωματεία είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος διεύρυνσης της ιδιωτικής εξουσίας τους στον πολιτικό τομέα. Τρανά παραδείγματα στην Ελλάδα: ο Γιάννης Αλαφούζος (Ολυμπιακός), καταδικασμένος για λαθρεμπόριο πετρελαίου, και ο Βαγγέλης Μαρινάκης, κατηγορούμενος από τη δικαιοσύνη για παρόμοιο έγκλημα.

Προς επεξήγηση: Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο είναι ένας επικερδής κλάδος. Το μέγεθός του όμως –που υπερεκτιμάται από τα μέσα ενημέρωσης, ίσως λόγω των αστρονομικών αμοιβών μερικών εκατοντάδων άσσων– είναι σχεδόν αμελητέο σε σύγκριση με άλλους οικονομικούς κλάδους. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, ο τζίρος του δεν ξεπερνά εκείνον της βιομηχανίας επίπλων. Εκείνο που μετρά ασύγκριτα περισσότερο είναι το ιδεολογικό του κεφάλαιο, όπως αυτό εκφράζεται, μ.α., στις μεγαλόστομες δηλώσεις διάφορων πολιτικών. Παράδειγμα–μήτρα για τέτοιες «μπαρούφες»: «Ο Ολυμπιακός είναι μια ιδέα» του δημοσιογράφου και πρώην υπουργού Άμυνας της Νέας Δημοκρατίας, Πάνου Παναγιωτόπουλου.

 

Μια ευχάριστη αχρήστευση

 

Όλα αυτά –κοινωνικοποίηση των αντρών εις βάρος των γυναικών, ηγεμονικός αντρισμός, εκμετάλλευση της μπάλας από την πολιτική και τους μεγαλοεπιχειρηματίες, ιδεολογικό κεφάλαιο– ατονούν, λοιπόν, τώρα επικίνδυνα την εποχή της πανδημίας. Έχοντας κατεβάσει όσο ποτέ άλλοτε στροφές, το ποδόσφαιρο παύει να αποφέρει χρηματικό και «κοινωνικό» μέρισμα. Ο εθισμός των αντρών στον αντρισμό στερεύει επίσης έτσι και μαζί του ο συνακόλουθος πολιτικός έλεγχος. Και κυρίως: παρόλο που δεν αμφισβητείται από κανέναν (ούτε καν από το μεγαλύτερο κομμάτι της Αριστεράς, βλέπε την παραφορά πολλών εκπροσώπων για τις «ομάδες τους» και το ματσιστικό λεξιλόγιό τους!), ο αντρικός ηγεμονισμός κινδυνεύει να πάει από αχρηστία.

Κινδυνεύει, όμως, να πάει και το ποδόσφαιρο την εποχή της πανδημίας; Φυσικά όχι. Ο έστω και «σακατεμένος» σωτήρας–άγγελός του είναι το παιχνίδι. Κι αυτό με ένα «μαγικό» τρόπο: στο γήπεδο, το πόδι, που κατά γενική άποψη δεν κάνει για τίποτα, «βάζει τα γυαλιά στο χέρι», που κάνει για όλα. Στον αγώνα, έχει γραφτεί, «το πόδι κερδίζει το πάνω χέρι έναντι του χεριού». Με αυτό αναβιώνει και τη μνήμη για τον θεμελιακό ρόλο του στον «ορθό βηματισμό», τη λογική, στον εξανθρωπισμό του ανθρώπου.

Ο κίνδυνος για μια μόνιμη δυσφήμηση του δεν προέρχεται, λοιπόν, από την πανδημία, αλλά από τον ανδρισμό στις διάφορες εκφάνσεις του. Αυτό δεν αποτελεί, όμως, μοίρα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, όπου οι γυναίκες συμμετέχουν περισσότερο στο άθλημα από τους άντρες, δεν υπάρχει ούτε ίχνος «ηγεμονικής γυναικοσύνης» –το παιχνίδι, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, παίζεται ουδέτερα από άποψη φύλου.

Πέρα από τη μόνιμη, υπάρχει βέβαια και η επίκαιρη δυσφήμηση, που στο πλαίσιο του τρέχοντος Γιούρο φέρει τη σφραγίδα του Λευτέρη Αυγενάκη. Ο υφυπουργός Αθλητισμού ζήτησε ως γνωστό από τους διοργανωτές του πρωταθλήματος, η Εθνική της Βόρειας Μακεδονίας να προσθέσει στο το ακρωνύμιο της το γράμμα Ν (Νord, Βόρεια). Επιβεβαιώνοντας έτσι τη μεγάλη αλήθεια, ότι σε κάθε Γιούρο υπάρχει πάντα ένας ανυπόφορος γκρινιάρης, που είναι συνήθως η τελευταία ομάδα στη βαθμολογία. Μόνο που αυτή καθορίζεται στο τέλος της διοργάνωσης. Ο Αυγενάκης, που κατά τα άλλα δεν βάζει ποτέ στο στόμα του την ονομασία Βόρεια Μακεδονία και δεν θέλει επίσης να την επικυρώσει στη Βουλή, έχει το προνόμιο να επιλεγεί ως τέτοιος ήδη στην αρχή της.

Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet