«Οι ΗΠΑ επιστρέφουν στην Ευρώπη». Ήταν ο πιο πολυφορεμένος τίτλος της εβδομάδας στον παγκόσμιο Τύπο. Το ταξίδι Μπάιντεν κάλυψε πραγματικά όλο το φάσμα της εξωτερικής πολιτικής της πάλαι ποτέ «υπερδύναμης» από το ρόλο της χώρας του στο G7, την ηγεμονία της στο ΝΑΤΟ, την εμπορική της σχέση με την ΕΕ. Ο αμερικανός πρόεδρος με βροντερή φωνή υπενθύμισε ότι «οι ΗΠΑ είναι εδώ». Σε πρώτη ανάγνωση αυτό θεωρήθηκε σαν μια μεγάλη «αναστροφή», συγκρινόμενη με τις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ πριν από τέσσερα χρόνια για την αποχώρησή τους από την ήπειρό μας. Σε δεύτερη ανάγνωση προέκυψε ωστόσο το «γιατί;».

 

Οι αναζητήσεις της ευρωατλαντικής συμμαχίας

 

Σε όλες τις συναντήσεις ήταν σαφές ότι οι ΗΠΑ αισθάνονται την ανάγκη να περιορίσουν τα όποια φλερτ της Ευρώπης και κυρίως των σημαντικότερων χωρών της με νέους παίκτες. Κυρίως με την Ρωσία και την Κίνα. Η ανάγκη αυτή ταυτίζεται και με το υπαρξιακό ερώτημα, που για μια ακόμα φορά βρίσκεται υποχρεωμένη να θέσει στον εαυτό της η ευρωατλαντική συμμαχία. Στις αρχές του 21ου αιώνα, με αφορμή την 11η Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ανανέωσαν την εντολή προς τον εαυτό τους, την διεύρυναν με την «ελευθερία» να επεμβαίνουν σε τρίτες χώρες, να κάνουν εισβολές, να διεξάγουν προληπτικούς πολέμους. Το πού οδήγησε αυτό όλοι το γνωρίζουν. Η άτακτη αποχώρηση από το Αφγανιστάν, η διάλυση μιας σειράς κρατών (Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Υεμένη) δείχνουν πόσο άστοχη ήταν αυτή η επιλογή. Η επιμονή του Τραμπ να αποχωρήσουν οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ από τα τέσσερα σημεία του πλανήτη δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας ψυχικής του αστάθειας. Είχε ρεαλιστική βάση.

Στη νέα της «μεταρρυθμιστική ατζέντα» με προοπτική το 2030 η ευρωατλαντική συμμαχία αναζητά εν ολίγοις ένα νέο εχθρό. Ένα νέο πιστοποιητικό για τη σκοπιμότητα της ύπαρξής της. Η παγκοσμιότητα προβλημάτων όπως η κλιματική αλλαγή, που αναδείχθηκαν ακόμα πιο ανάγλυφα εξαιτίας της πανδημίας, προφανώς δεν αρκεί ως δικαιολογία, παρά τις σχετικές εξαγγελίες, που επιχειρήθηκε να αποκτήσουν θετικό πρόσημο. Τα συμφέροντα των πολυεθνικών του φαρμάκου είναι πολύ μεγάλα για να πιστέψει κανείς ότι υπάρχει πραγματικά προοπτική άρσης των πατεντών για το εμβόλιο. Οι «νέοι» στόχοι για το κλίμα είναι πρακτικά μια αναδιατύπωση, έστω επικαιροποίηση παλιών εξαγγελιών και σκοντάφτουν σε σταθερά αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα.

Χρειάζεται λοιπόν μια απειλή για να λειτουργήσει ως συγκολλητική ουσία. Άλλωστε, αυτό ήταν από την πρώτη στιγμή το κύριο συστατικό επιβίωσης του ευρωατλαντισμού. Οι αυταρχικές ηγεσίες σε Μόσχα και Πεκίνο δίνουν μιας πρώτης τάξης αφορμή να αξιοποιηθούν ως τέτοιες απειλές ή έστω προκλήσεις. Το νέο ψυχροπολεμικό σκηνικό μπορεί να στηθεί. Υπό την προϋπόθεση ότι κανείς δεν θα θέσει δυσάρεστες ερωτήσεις.

 

Διαφορά προσέγγισης

 

Οι Ευρωπαίοι δεν έχουν απαραίτητα ενιαία στάση απέναντι στην Ρωσία. Δεν είναι μόνο η υπόθεση του αγωγού Nordstream2, που δείχνει μια «ιδιοτέλεια» της Γερμανίας. Τόσο η Ιταλία, όσο και η Γαλλία θέλουν να βελτιώσουν τις πολιτικές όσο και τις εμπορικές τους σχέσεις με τη Ρωσία. Από την άλλη, υπάρχουν χώρες, όπως η Πολωνία, οι Βαλτικές και ορισμένες σκανδιναβικές που βλέπουν τη Μόσχα ως διαρκή απειλή και ζητούν πιο σκληρή στάση απέναντί της.

Ο Βλάντιμιρ Πούτιν δείχνει να ενδιαφέρεται όμως περισσότερο για την εδραίωση στο διηνεκές της εξουσίας του και του «συστήματος» που έχει δημιουργήσει. Αυτό εκτιμούν ψύχραιμοι αναλυτές σε πολλές δυτικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Δεν πιστεύουν δηλαδή ότι η Μόσχα θα μπορούσε να προχωρήσει σε επιθετικές κινήσεις απέναντι σε μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ. Από την άλλη βεβαίως ο Ρώσος πρόεδρος είναι ιδιαιτέρα ευαίσθητος σε θέματα που αφορούν τις γειτονικές του «αδελφές» πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπως η Ουκρανία ή η Λευκορωσία. Εκεί κάθε παρέμβαση της Δύσης θεωρείται ουσιαστικά ανάμιξη στα δικά του χωράφια. Τέτοιου είδους «περιστατικά», όσο σιγοβράζουν, βολεύουν και τις δύο πλευρές, δικαιολογούν ένα καθεστώς διαρκούς επιφυλακής.

Με την Κίνα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το Πεκίνο έχει τη δυνατότητα και την πρόθεση να απλώσει τα πλοκάμια του και στις πέντε ηπείρους. Το κάνει αυτό συστηματικά και άλλοτε με λιγότερη, άλλοτε με μηδενική διακριτικότητα. Αυτή η επεκτατική στάση, που έγινε εμφανής στην περίπτωση της «διπλωματίας των εμβολίων» οδηγεί τους Δυτικούς σε αναφορές περί «Δουρείου Ιππου». Εδώ η στρατηγική Μπάιντεν δε παρουσιάζει καμιά φιλοδοξία ανατροπής εκείνης του προκατόχου του. Το Πεκίνο έχει ουσιαστικά αναχθεί σε «δημοφιλέστερο εχθρό». Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και στο G7 της Κορνουάλης είχαν προσκληθεί και χώρες που η Ουάσιγκτον θέλει να κρατήσει μακριά από τη σφαίρα της σινικής εξάρτησης: Αυστραλία, Νότια Κορέα, Νότια Αφρική, Ινδία. Τα κείμενα των Βρυξελλών που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν την εκτίμηση, ότι οι ΗΠΑ βλέπουν την Κίνα ως το μεγαλύτερο ανταγωνιστή τους σε πλανητικές διαστάσεις. Η εμπορική συμφωνία ΕΕ-Κίνας στα τέλη του 2020 αν και ακόμα δεν έχει επικυρωθεί εκλήφθηκε από τη διοίκηση Μπάιντεν ως το χειρότερο δυνατό καλωσόρισμα. Ως απειλή. Η ομοιότητα με την ευρωρωσική σχέση έγκειται και πάλι στο γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν όλες την ίδια ιεράρχηση, σε ότι αφορά την δυναμική των σχέσεων τους με το Πεκίνο. Ο όγκος του εμπορίου της Γερμανίας με την Κίνα έχει ξεπεράσει εκείνον με τις ΗΠΑ. Είναι πρόδηλο ότι στις 15 Ιουλίου, όταν η Ανγκέλα Μέρκελ θα βρεθεί στην Ουάσιγκτον το πιο καυτό θέμα ίσως να μην είναι καν ο ρωσογερμανικός αγωγός, αλλά οι σινογερμανικές εμπορικές και οικονομικές «γέφυρες». Το να περιμένει κανείς από την καγκελάριο το ρόλο του ευσυνείδητου Ευρωπαίου πρέσβη θα ήταν μάλλον αφελές. Η πίεση των ΗΠΑ προς την ΕΕ το πιο πιθανό είναι να διαρρήξει παρά να ενισχύσει την «ευρωπαϊκή ενότητα», η οποία έτσι κι αλλιώς θυμίζει κάποια ασαφή μορφή της μυθολογίας.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet