Παίρνοντας μια απόσταση από την άμεση επικαιρότητα, συζητάμε με τον Κώστα Ελευθερίου, διδάσκοντα πολιτικής κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ και συντονιστή του κύκλου πολιτικής ανάλυσης στο Ινστιτούτο ΕΝΑ, για την πολιτική συγκυρία, τη στρατηγική της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ και το ρόλο του κόμματος στη διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας, αλλά και για να έχει ηγεμονικό ρόλο στην κοινωνία.

 

 

Πώς διαβάζεις την πολιτική συγκυρία; Έχουν περάσει δύο χρόνια από τις εκλογές και, παρότι έχει μεσολαβήσει μια κακή διαχείριση της πανδημίας και πληθώρα αντικοινωνικών νομοθετημάτων, η κυβέρνηση φαίνεται να κρατάει.

Είναι σαφές ότι εμφανίζεται μια σταδιακή υποχώρηση της αποδοχής που είχε η κυβέρνηση τόσο πριν την από πανδημία όσο και στη διάρκεια του πρώτου λοκντάουν. Έχει αναπτύξει μια σειρά πολιτικών με σαφές πολιτικοϊδεολογικό πρόσημο και επομένως έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε τμήματα της κοινωνίας. Ωστόσο, δεν βλέπω προς το παρόν να διαμορφώνονται κάποιοι όροι πολιτικής μεταβολής. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει μια ξεκάθαρη αδυναμία να δεξιωθεί οποιοδήποτε έλλειμμα προκύπτει από την πλευρά της κυβέρνησης.

 

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Τούτη την ώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πως αδυνατεί να διαμορφώσει ένα θετικό και πειστικό αφήγημα επόμενης ημέρας. Αντίθετα, η κυβέρνηση εμφανίζεται να έχει συγκεκριμένη ατζέντα για όλα τα θέματα και να την υλοποιεί. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μια δυσκολία να διατυπωθεί η αριστερή εναλλακτική, ενώ, όταν το κάνει, αυτό δεν γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες. Είναι προφανές ότι η κατάσταση που επικρατεί στα ΜΜΕ δυσχεραίνει περαιτέρω τις επικοινωνιακές αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ. Παρά ταύτα, όταν αναφερόμαστε στις δυναμικές του πολιτικού ανταγωνισμού, θα πρέπει να παίρνουμε ως δεδομένο ότι οι όποιες κανονικότητες δείχνουν να τελούν πάντοτε υπό την αίρεση της ανατροπής τους λόγω της πολιτικής και κοινωνικής δράσης. Αυτό είναι κάτι που υποτίμησε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2019 –και μάλλον το ίδιο κάνει και σήμερα η κυβέρνηση.

 

Η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει μια υψηλή συσπείρωση, και μάλιστα ευρεία, από το ακραίο Κέντρο ή το Κέντρο μέχρι θιασώτες της alt right. Πώς το καταφέρνει;

Για να το δούμε αυτό, θα πρέπει να πάμε πίσω, στην εκλογή Μητσοτάκη ως προέδρου της ΝΔ. Ο αντιμνημονιακός συνασπισμός, μέχρι το 2015, ήταν ο βασικός τροφοδότης επιρροής για τον ΣΥΡΙΖΑ και εμφάνιζε ένα εντυπωσιακό ιδεολογικό εύρος: από τη λαϊκοπατριωτική Δεξιά μέχρι αριστερές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες. Αυτόν το συνασπισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων πολιτικοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ προς τα αριστερά, εμφανιζόμενος το 2015 ως το πολιτικά νέο για να κυβερνήσει. Ως αντίδραση στη δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να συγκροτείται στις κινητοποιήσεις υπέρ του «ναι» την περίοδο του δημοψηφίσματος του 2015, όπως και στις συγκεντρώσεις «Μένουμε Ευρώπη» που προηγήθηκαν, ο λεγόμενος αντιΣΥΡΙΖΑ συνασπισμός. Αυτός εκφράστηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό με την ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη σε αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας. Έκτοτε, ο κ. Μητσοτάκης έχει λειτουργήσει όχι αποκλειστικά ως πρόεδρος ενός δεξιού κόμματος, αλλά κυρίως ως επικεφαλής μιας ευρείας συμμαχίας, η οποία τοποθετούταν –και εξακολουθεί να τοποθετείται– ιδεολογικοπολιτικά απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, εκκινώντας από την Κεντροαριστερά και φτάνοντας μέχρι την άκρα Δεξιά. Το μέτωπο αυτό δεν ήταν ένα απλό μιντιακό κατασκεύασμα· συσπείρωσε πολιτικές δυνάμεις και διέθετε γείωση στο κοινωνικό πεδίο, στη βάση της απόρριψης του κυβερνητικού εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της ιδέας ότι μπορεί να υπάρξει ένας διαφορετικός διαχειριστής της εξουσίας, πέραν των ορίων του προ κρίσης δικομματισμού.

 

Είναι ακόμα ισχυρός;

Έδωσε μια συμπαγή βάση στον κ. Μητσοτάκη και τη δυνατότητα να αντλήσει υποστήριξη από πολλαπλές εστίες κοινωνικής επιρροής το 2019. Αυτό αποδείχθηκε ένα τεράστιο πλεονέκτημα για τη ΝΔ, το οποίο είχε απωλέσει ο ΣΥΡΙΖΑ διαμέσου της αποδόμησης του αντιμνημονιακού συνασπισμού. Μετά τις εκλογές, ο Μητσοτάκης επιβράβευσε τον αντιΣΥΡΙΖΑ συνασπισμό, συμπεριλαμβάνοντας στο κυβερνητικό σχήμα στελέχη προερχόμενα από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ και αφήνοντας στελέχη της ΝΔ εκτός κρίσιμων πεδίων άσκησης εξουσίας. Προφανώς σε κοινωνικό επίπεδο έχει αρχίσει σίγουρα να διαβρώνεται, γιατί ήταν συνδεδεμένο με την αντίδραση στην κυβερνητική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ. Σίγουρα όμως η κυρίαρχη έγκληση του κ. Μητσοτάκη παραμένει. Πρόκειται για έναν συνασπισμό που πλέον έχει σαφή αντιαριστερά και αντικομμουνιστικά χαρακτηριστικά, που κινείται ρεβανσιστικά ενάντια στο κοινωνικό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης. Παρά ταύτα, αν αυτή η στρατηγική αντιμετωπιστεί σαν ένα δεξιό αφήγημα και τίποτε περισσότερο, χάνεται ο πυρήνας της. Αν προσέξετε, σε πολλές παρεμβάσεις του κ. Μητσοτάκη και του περίγυρού του γίνεται λόγος περί «προόδου», με την έννοια ότι απαξιώνουν τις αριστερές αντιλήψεις ως παρωχημένες και εμφανίζουν τις δικές τους ως απόλυτα συγχρονισμένες με τις διεθνείς εξελίξεις, ως μια «κοινή λογική» που πρέπει να ενστερνίζεται ο περισσότερος κόσμος. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κατορθώσει να δώσει απάντηση σε αυτή τη στρατηγική. Έχω την αίσθηση ότι υποτιμάται αρκετά το πεδίο της ιδεολογικής διαπάλης, των εννοιών και των όρων που χαρακτηρίζουν τον δημόσιο διάλογο.

 

Η επιθετικότητα της ΝΔ απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ μήπως εντείνεται αυτό το διάστημα, προκειμένου να πετύχει ξανά αυτή την ευρεία συσπείρωση που πέτυχε το 2019;

Από την πρώτη μέρα που ανέλαβε την εξουσία μέχρι και σήμερα, η ΝΔ κινείται σε μια λογική πόλωσης, παρότι ευαγγελίζεται την υπέρβαση των διαιρέσεων. Αυτό είναι συμβατό με την αντιπολιτευτική της τακτική πριν από το 2019, αλλά και με την προεκλογική της παρέμβαση. Πολώνει τον κομματικό ανταγωνισμό και διευρύνει την επιρροή της σε όμορους χώρους, οι οποίοι ενδεχομένως συμμερίζονται την αντιΣΥΡΙΖΑ προκατάληψη, που εξακολουθεί να είναι διάχυτη στην κοινή γνώμη.

 

O ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν εμπνέει εμπιστοσύνη;

Η ΝΔ το 2019 μπορεί να λειτούργησε σε μια αντιΣΥΡΙΖΑ λογική στην προεκλογική της εκστρατεία, αλλά είχε ένα πολύ επιτυχημένο αφήγημα επόμενης μέρας, το «αφήγημα της κανονικότητας». Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να έχει μια ξεκάθαρη –και το κυριότερο εναλλακτική– πρόταση. Ο ΣΥΡΙΖΑ –ή κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ– δεν κερδίζουν πολιτικά συνήθως με το να εμφανίζονται ως μετριοπαθή ή υπεύθυνα. Κερδίζουν εμφανιζόμενα ως κόμματα που προσφέρουν μια ριζοσπαστική εναλλακτική. Όταν ένα τέτοιο κόμμα μεταλλάσσεται ή μετασχηματίζεται ή αλλάζει τον προσανατολισμό του προς μετριοπαθέστερες θέσεις, τότε δυσκολεύεται, καθώς μπαίνει σε μια λογική σύγκρισης με τους πολιτικούς αντιπάλους, στη βάση μιας συστημικού τύπου διαχειριστικής καταλληλότητας. Και στο συστημικό πεδίο υπερέχει ο κατεστημένος και όχι ο προαλειφόμενος συστημικός παίκτης. Βασική πηγή της κρίσης των κομμάτων είναι η απουσία της εναλλακτικής, το ότι οι πολίτες νιώθουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, ότι όλοι βαδίζουν στους ίδιους πολιτικούς δρόμους. Πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση αυξάνονται η αποχή και η απάθεια απέναντι στο πολιτικό και διευρύνεται μια κρίση δημοκρατίας, που συνοδεύεται από ανησυχητικές προοπτικές και η αντιμετώπισή της πρέπει να συνιστά μέριμνα της Αριστεράς.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ διέψευσε, και αυτό το συναίσθημα δεν ανατρέπεται εύκολα. Πέρα από το γεγονός ότι εφάρμοσε μνημονιακή πολιτική, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν έφερε μεταρρυθμίσεις σε όλα τα πεδία και τα επίπεδα, όπως κάνει τώρα η ΝΔ, που ήταν πανέτοιμη ακόμη και πριν από τις εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα φόβο ως κυβέρνηση και φαίνεται να διατηρεί αυτόν το φόβο και ως αντιπολίτευση.

Η Νέα Δημοκρατία, πράγματι, είχε, για παράδειγμα, έτοιμο το νόμο για το «επιτελικό κράτος» προτού καν προκηρυχθούν οι εκλογές. Αντίθετα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε, από τη μια, την υποχρέωση να εφαρμόσει το μνημονιακό πρόγραμμα και, από την άλλη, την ατολμία να επιμείνει στο παράλληλο πρόγραμμά της, αφήνοντας σε πολλές περιπτώσεις πίσω της ατελείς αριστερές πολιτικές. Το μεγαλύτερο σφάλμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει τον απολογισμό της κυβερνητικής του θητείας από όλους όσοι και όσες ενεπλάκησαν στην κυβερνητική εμπειρία, παρά την ύπαρξη ενός αφετηριακού κομματικού ντοκουμέντου απολογισμού, το οποίο δεν έχει αξιοποιηθεί όπως θα έπρεπε. Ο απολογισμός είναι κρίσιμος για τη διαμόρφωση της στρατηγικής του κόμματος, αλλά προϋποθέτει ειλικρίνεια και κατανόηση της αναγκαιότητάς του. Επίσης, αν ο ΣΥΡΙΖΑ παρασυρθεί από μια λογική συστημικής εναλλαγής, αν δηλαδή πιστέψει ότι στο τέλος του εκλογικού κύκλου θα αναδειχθεί ως η αναπόφευκτη εναλλακτική, τότε πιθανόν να μην έχει τα αναμενόμενα πολιτικά κέρδη. Από το 2009 και μετά έχει αλλάξει η δυναμική του κομματικού ανταγωνισμού. Η ρευστότητα είναι ένα κρίσιμο στοιχείο που πρέπει να το λάβουν υπόψη και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ. Ούτε το προβάδισμα της ΝΔ είναι δεδομένο, ούτε μπορεί με αυτόματο τρόπο να θεωρηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ η άλλη επιλογή. Πρέπει να μπει σε κίνηση ένας καλός εννοούμενος κομματικός βολονταρισμός και –το κυριότερο– να αναδειχθεί η αριστερή εναλλακτική, η διαφορά από το κυβερνητικό σχέδιο, η διαφορετική προσέγγιση της άσκησης πολιτικής εξουσίας.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ως κόμμα, τον πρόλαβε η διακυβέρνηση. Είναι αυτό ένα έλλειμμα που θα πρέπει να αναπληρώσει;

Το πώς θα διεκδικήσει και το πώς θα ασκήσει την εξουσία βασίζεται στο πώς είναι οργανωμένος σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα. Επειδή για τον ΣΥΡΙΖΑ αυτό είναι ακόμα επίδικο, δεν έχει καταλήξει στο πώς θα πρέπει να είναι οργανωμένος. Σίγουρα η λύση σε πολλά από τα προβλήματα και η απάντηση σε πολλά από τα ερωτήματα που προκύπτουν στη συγκυρία για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι το κόμμα. Πρέπει, για παράδειγμα, να επανακατανοηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως ένας μηχανισμός παραγωγής ιδεολογίας, ο οποίος θα προσπαθήσει να διαμορφώσει μια αντίστοιχη ιδεολογική κοινότητα στον περίγυρό του. Η ΝΔ βασίστηκε σε ένα δίκτυο δεξαμενών σκέψης και θεσμών για να μπορέσει να παραγάγει το δικό της ιδεολογικό αφήγημα και να το κοινοποιήσει στην κοινή γνώμη, με όχημα την υπεροπλία της στο πεδίο των ΜΜΕ. Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει αυτή την υπεροπλία, είναι κρίσιμο να μπορέσει να αναπτύξει τους δικούς του μηχανισμούς παραγωγής ιδεολογίας και διάχυσής της στην κοινωνία. Τα κόμματα αυτό που κάνουν είναι ότι συλλέγουν όλες τις επιμέρους απόψεις και οπτικές που αναπτύσσονται σε μια κοινωνική συμμαχία και προσπαθούν να τις ενοποιήσουν σε κάποιο πολιτικό πρόγραμμα. Το κομματικό πρόγραμμα είναι συμπύκνωση της κοινωνικής συμμαχίας που υποστηρίζει ένα κόμμα. Άρα, πρέπει, σε ένα πρώτο επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ να αναπτυχθεί ως παραγωγός ιδεολογίας. Το δεύτερο επίπεδο είναι πώς διαχέεται αυτή η ιδεολογία. Και η απάντηση είναι το μαζικό κόμμα. Αυτή είναι και η απάντηση στον αποκλεισμό από τα ΜΜΕ. Μόνο ένα μαζικοποιημένο κόμμα μπορεί να δημιουργήσει νέους διαύλους επικοινωνίας, να αποκτήσει γείωση στους μαζικούς χώρους, να ενεργοποιήσει μέλη και υποστηρικτές για να πολιτικοποιήσει την κοινωνία, χωρίς να εξαρτάται από εξωκομματικές διαμεσολαβήσεις.

 

Μήπως το κόμμα είναι παλιά και σκουριασμένη ιδέα, και είναι άλλος ο μηχανισμός που πρέπει να αναπτυχθεί για να έρθει στην ηγεμονία ξανά η Αριστερά;

Τα κόμματα είναι σύμφυτα με τη νεωτερικότητα, με τις καπιταλιστικές κοινωνίες και τις κοινωνικές αντιθέσεις που ενδημούν σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Δεν είναι παλιά και «σκουριασμένα», διότι οι συνθήκες οι οποίες επέβαλαν τη δημιουργία τους εξακολουθούν ακόμα να υφίστανται, έστω υπό διαφορετικούς όρους. Εάν πάψουν να υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, μπορεί πράγματι να βρεθεί κάτι άλλο για να αντικαταστήσει τα κόμματα. Επίσης, πάντα τα κόμματα ήταν στο στόχαστρο κριτικής, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Το πιο εύκολο πράγμα στην πολιτική διαδικασία είναι κάποιος να καταγγέλλει και να καταδικάζει τα κόμματα. Γιατί δεν υφίσταται τέτοια πίεση π.χ. η Εκκλησία; Επειδή δεν λογοδοτεί πουθενά. Αντιθέτως, τα κόμματα λογοδοτούν στη βάση τους. Κινούνται και στην κοινωνία και στο κράτος και προσπαθούν, όντας στο μεταίχμιο αυτής της σχέσης, να διαμορφώσουν πολιτική άλλοτε ενσωμάτωσης και άλλοτε ανατροπής. Το ζήτημα, τουλάχιστον για την Αριστερά, είναι το πώς θα συγκροτηθεί ένα σύγχρονο κόμμα μαζών, μαζικό και γειωμένο στην κοινωνία, που θα προσεταιρίζεται την κοινωνική πολυπλοκότητα, αλλά και θα ανατρέπει τις καπιταλιστικές κανονικότητες. Τα κινήματα και οι κινηματικές δράσεις χαρακτηρίζονται από κύματα ανόδου και καθόδου. Το αριστερό κόμμα έχει τη δυνατότητα να διασφαλίζει τη συνέχεια στη φάση της καθόδου και να διατυπώνει το αίτημα της εξουσίας στη φάση της ανόδου.

 

 

 

Το βιβλίο σου για το Πολιτικό Κόμμα, από τις εκδόσεις του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, ήρθε την κατάλληλη στιγμή. Τώρα που φουντώνει ξανά η συζήτηση περί κόμματος, σε μια εποχή που εμφανίζεται ως αντικομματική.

Το βιβλίο συμπυκνώνει τα πορίσματα της θεωρίας των κομμάτων και κυρίως, πιστεύω, διαμορφώνει ένα πλαίσιο υπεράσπισης του κομματικού θεσμού. Παρά το βάσιμο μιας αντικομματικής επιχειρηματολογίας, εξακολουθώ να θεωρώ ότι ζητήματα ευρύτερων αλλαγών και κοινωνικών μετασχηματισμών θα προωθηθούν αποτελεσματικότερα μέσα από δημοκρατικά οργανωμένα και κοινωνικά γειωμένα πολιτικά κόμματα.

Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet