Τα μηνύματα από την κατ’ ιδίαν συνάντηση Ερντογάν–Μητσοτάκη τη Δευτέρα στις Βρυξέλλες, δεν επιτρέπουν εφησυχασμό.

Όσοι προεξοφλούσαν, παραμονές της συνάντησης, ένα «ήρεμο καλοκαίρι στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο», πιστώνοντάς το στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, γνώριζαν, (και) από έγκυρες δημοσιογραφικές πηγές της άλλης πλευράς, ότι «οι δύο ηγέτες θα δώσουν προτεραιότητα στο διάλογο στη βάση μιας ‘‘θετικής ατζέντας’’, χωρίς καμία αλλαγή στις θέσεις των δύο πλευρών σε σημαντικά προβλήματα».

Η κυβέρνηση συγκαταλέγεται σ’ αυτούς. Οπότε είναι απορίας άξιο γιατί, μετά την παρέλευση τόσων ημερών, δεν έχει υπάρξει ακόμη επίσημη ενημέρωση για το τι διαμείφθηκε στο τετ-α-τετ των δύο ανδρών, για ποιο λόγο ο Κυρ. Μητσοτάκης απέφυγε να δώσει συνέντευξη Τύπου μετά τη συνάντηση, ουσιαστικά εκχωρώντας στον Ταγίπ Ερντογάν την απόλυτη ευχέρεια να ενημερώσει αυτός τα διεθνή μέσα ενημέρωσης για τα εξαγόμενα από τη συνάντηση, και γιατί ο εγχώριος φιλοκυβερνητικός Τύπος, που πανηγύριζε ότι «έλιωσε ο πάγος», άφησε ασχολίαστη τη δήλωση του προέδρου Ερντογάν ότι: «λάβαμε την απόφαση να μην αφήσουμε κανέναν να μπει ανάμεσα μας [να] μην εμπλέκουμε τρίτες χώρες ή ανθρώπους είτε στο Αιγαίο, είτε σε άλλες περιοχές».

Αν αυτά είναι τα εξαγόμενα από τη συνάντηση –και εδώ το Μαξίμου οφείλει να απαντήσει άμεσα— αυτό σημαίνει άρδην ανατροπή της γραμμής ότι οι εκκρεμότητες Αθήνας–Άγκυρας δεν είναι «διμερές θέμα», αλλά «ευρωπαϊκό πρόβλημα». Σημαίνει σιωπηρή αποδοχή μιας θέσης που αποτελεί πάγια θέση του Βερολίνου. Πράγμα που, με τη σειρά του, μπορεί επίσης να σημαίνει ότι υπάρχει εδώ μια διεύρυνση της διαφοράς εκτιμήσεων που φαίνεται ότι υπάρχει επί του συγκεκριμένου μεταξύ πρωθυπουργικού γραφείου και υπουργείου Εξωτερικών –και πιθανώς εξηγεί για ποιο λόγο σε μια τόσο κρίσιμη συνάντηση ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν είχε δίπλα του τον υπουργό Εξωτερικών Ν. Δένδια, αρκούμενος σε μια συνάντηση τετ-α-τετ, αν δεν την επεδίωξε κιόλας, όπως λένε οι κακές γλώσσες, που επίσης ισχυρίζονται ότι ο Ταγίπ Ερντογάν δεν είχε αντίρρηση να παρευρίσκεται στη συνάντηση ο δικός του υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου…

Ο Ταγίπ Ερντογάν δεν πρόσφερε μεγαλόψυχα ένα «ήρεμο καλοκαίρι» χωρίς ανταλλάγματα. Που δεν περιορίζονται στο ότι του παραχωρήθηκε η ευχέρεια να γνωστοποιήσει αυτός το πεδίο και τον τρόπο που αποφασίστηκε να διαλέγονται στο εξής οι δύο πλευρές. Εκτείνονται πολύ ευρύτερα.

Μεταξύ άλλων, στο ότι έτσι κερδίζει χρόνο, αφενός για να διευθετήσει ικανοποιητικά για τη χώρα του την εκκρεμότητα των ρωσικών πυραύλων S-400 και την ανυποχώρητη εμμονή των ΗΠΑ αυτοί να σταλούν εκτός Τουρκίας και, αφετέρου, να συγκρατηθούν επί του παρόντος, οι κινήσεις των Αμερικανών να φέρουν –για δικούς τους στρατηγικούς σκοπούς– σε στενή εδαφική συνάφεια το αυτόνομο κουρδικό κράτος του βόρειου Ιράκ με τους Κούρδους της ΒΑ Συρίας: να αναστείλουν, όπως γράφτηκε, οι μεν Ηνωμένες Πολιτείες τις πιέσεις τους για τους S-400, η δε Τουρκία τις ενστάσεις της για τη στρατιωτική συνεργασία των ΗΠΑ με τους Κούρδους αντάρτες του YPG στη Συρία.

Η Τουρκία πλεονεκτεί κατά το ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν να την εξωθήσουν να προσεγγίσει τη Ρωσία, αλλά, αντιθέτως, να αξιοποιήσουν την παρουσία της στην περιοχή, δελεάζοντάς την με διάφορους τρόπους, όπως: η ανάθεση σε αυτήν, τον Ιανουάριο, της διοίκησης της Ομάδας Υψηλής Ετοιμότητας του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, η τοποθέτηση τούρκου στρατηγού ως επικεφαλής της νατοϊκής αποστολής στη χώρα αυτή, η ανάληψη από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις της φρούρησης του διεθνούς αεροδρόμιου της Καμπούλ και των ξένων πρεσβειών μετά την αποχώρηση των νατοϊκών στρατευμάτων τον Σεπτέμβριο.

Έναντι των πλεονεκτημάτων της Άγκυρας, η Αθήνα τι έχει να αντιτάξει; Τουλάχιστον δύο προφανή:

Πρώτον, την αμετακίνητη προσήλωση στη γραμμή ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές είναι πρόβλημα της ΕΕ και όχι θέμα διμερές. Η Αθήνα δεν πρέπει να αντισταθμίσει τις κινήσεις της Ουάσινγκτον προς την Άγκυρα στρεφόμενη προς το Βερολίνο. Η Γερμανία, αφενός μεν, δεν θέλει τις ΗΠΑ «εκτός ευρωπαϊκού παιχνιδιού», διότι αυτό θα σήμαινε αναβάθμιση του ευρωπαϊκού ρόλου της Γαλλίας από θέση εγγυητή –απόντος του αμερικανο-νατοϊκού παράγοντα— της ευρωπαϊκής άμυνας. Αφετέρου δε, δεν θα ήθελε επ’ ουδενί να αποστεί από τη στρατηγική σχέση που έχει διαχρονικά με την Τουρκία.

Δεύτερον. Την εσωτερική συνοχή, σε επίπεδο κοινωνικών δυνάμεων και πολιτικής εκπροσώπησης των δυνάμεων αυτών.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο, η σιωπή της κυβέρνησης σε σχέση με τα όσα διαμείφθηκαν (και συμφωνήθηκαν;) στη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν, η παράλειψή της να τοποθετηθεί απέναντι στη δήλωση Ερντογάν ότι τα δύο μέρη αποφάσισαν να μην αφήσουν κανέναν να μπει ανάμεσά τους, εντείνει τον προβληματισμό και την ανησυχία ότι ο πρωθυπουργός «εκχώρησε» μια πάγια ελληνική θέση με μόνο αντάλλαγμα ένα «ήρεμο καλοκαίρι», που θα του προσφέρει την ευχέρεια χρόνου να προχωρήσει στην εφαρμογή, στο εσωτερικό, των σχεδιασμών του πλέγματος συμφερόντων τα οποία εκπροσωπεί.

Πράγμα που μας φέρνει ευθέως στο δεύτερο από τα δύο παραπάνω: την εσωτερική συνοχή που απαιτείται μπροστά σε μια σοβαρή εξωτερική επιβουλή, όπως είναι, π.χ., η αμφισβήτηση της Συμφωνίας της Λωζάνης ή το «casus belli».

Αλίμονο, πρόθεση της κυβέρνησης δεν είναι να αξιοποιήσει το «ήρεμο καλοκαίρι» για να προετοιμάσει επαρκώς τη χώρα μπροστά στις προκλήσεις που θα προκύψουν μετά, αλλά για να εφαρμόσει τα σχέδια κατίσχυσής της στο εσωτερικό, όπως αποκαλύπτεται από την ψήφιση του αντεργατικού νόμου και την ομολογημένη πρόθεσή της να προχωρήσει άμεσα στο ασφαλιστικό, ξεκινώντας από την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης.

Και έπεται η συνέχεια –δυσοίωνη για τους πολλούς. Ευπρόσδεκτη από όσους επωφελούνται όταν μια κυβέρνηση, στην αναμέτρησή της με εξωτερικές προκλήσεις, θυσιάζει με ταξική εμπάθεια τα ερείσματα της πολιτείας στο εσωτερικό.

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet