Μεγεθύνοντας τις θετικές ειδήσεις και υποβαθμίζοντας, ή και αποσιωπώντας, τα αρνητικά δεδομένα η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να δημιουργήσει μια υπεραισιόδοξη εικόνα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ένα νέο success story μετά από την αλήστου μνήμης αντίστοιχη προσπάθεια της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου.

Πράγματι, το πρώτο τρίμηνο του έτους η οικονομική δραστηριότητα κινήθηκε καλύτερα του αναμενομένου καθώς το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 2,3% σε ετήσια βάση όταν οι αρχικές προβλέψεις ήταν πολύ πιο απαισιόδοξες. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών, ειδικότερα στην αύξηση της δαπάνης της Γενικής Κυβέρνησης κατά 4,9% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2020. Κάτι που το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης δεν πολυδιαφημίζει, καθώς προτιμά να μιλά για «ανθεκτικότητα» της ελληνικής οικονομίας... Το οποίο μπορεί να ίσχυε αν τα στοιχεία της Eurostat δεν έδειχναν ότι η μείωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν η δεύτερη υψηλότερη που σημειώθηκε σε επίπεδο ΕΕ το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Η ύφεση ήταν μικρότερη των αρχικών εκτιμήσεων όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς καθώς: α) εκ των υστέρων διαπιστώνεται ότι οι προβλέψεις ήταν αρκετά απαισιόδοξες, β) οι δημοσιονομικές/νομισματικές πολιτικές που ακολουθούνται αποδίδουν καλύτερα του αναμενομένου και σίγουρα είναι περισσότερο αποτελεσματικές σε σύγκριση με τα όσα εφαρμόστηκαν την περίοδο της κρίσης του 2008-2009, γ) οι κοινωνίες προσαρμόστηκαν σχετικά γρήγορα στα νέα δεδομένα που δημιούργησε η πανδημία.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα διεθνείς οργανισμοί και αναλυτές έχουν αναθεωρήσει προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για την πορεία του παγκόσμιου ΑΕΠ τόσο το 2021 όσο και τα επόμενα χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική κυβέρνηση ευελπιστεί ότι ο φετινός ρυθμός ανάπτυξης θα κινηθεί τελικά υψηλότερα του 3,6% που είναι η τωρινή εκτίμηση, ενώ για την περίοδο από το 2022 και μετά ευελπιστεί σε μία «αναπτυξιακή έκρηξη» με την βοήθεια των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Όμως υπάρχουν γκρίζες ζώνες και εκφράζονται σοβαρές ενστάσεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας αλλά και το μοντέλο ανάπτυξης που προωθεί η κυβέρνηση.

  • --Βραχυπρόθεσμα, ο τουρισμός αναδεικνύεται σε «μαύρη τρύπα» καθώς, μετά το απογοητευτικό 2020, και το 2021 εξελίσσεται, μέχρι στιγμής, σύμφωνα με τα απαισιόδοξα σενάρια. Φαίνεται ότι και ο Ιούλιος θα είναι ένας χαμένος μήνας μετά την αναβολή της άρσης της λοκντάουν στην Μεγάλη Βρετανία για τις 19 Ιουλίου, την παραμονή της Ελλάδας στην απαγορευτική για ταξίδια «πορτοκαλί» λίστα του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και της σχετικής ταξιδιωτικής οδηγίας της κυβέρνησης των ΗΠΑ.
  • -Μεσοπρόθεσμα, οι αβεβαιότητες συνδέονται με την άρση των έκτακτων επεκτατικών μέτρων δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, υποστηρίζει η έκθεση του πρώτου τριμήνου του 2021 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Ειδικότερα, η έκθεση επισημαίνει ότι επιχειρήσεις που λάμβαναν για μεγάλο χρονικό διάστημα μεταβιβαστικές πληρωμές από τον κρατικό προϋπολογισμό, θα επαναλειτουργήσουν πλέον χωρίς την κρατική στήριξη. Όμως η παρατεταμένη διακοπή της παραγωγικής τους λειτουργίας ενδέχεται να έχει προκαλέσει μόνιμες απώλειες, εξαιτίας της απαξίωσης του κεφαλαιακού αποθέματος και των εργασιακών δεξιοτήτων. Και με δεδομένο ότι η δημοσιονομική επέκταση δεν ήταν δυνατόν να αντισταθμίσει πλήρως τις απώλειες της πανδημίας, θα υπάρχουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά με συσσωρευμένα χρέη που θα χρειαστούν πρόσθετη ρευστότητα για να τα εξυπηρετήσουν. Παράλληλα, «νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις που αδυνατούν να επιστρέψουν στα προηγούμενα επίπεδα εισοδήματος είναι αναμενόμενο να μην μπορούν να αποπληρώσουν τις τρέχουσες και τις συσσωρευμένες φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις».
  • -Μακροπρόθεσμα, τόσο η Κομισιόν όσο και το ΔΝΤ, σε πρόσφατες εκθέσεις τους για την ελληνική οικονομία, επισημαίνουν ότι μετά το 2025-2026 ο ρυθμός ανάπτυξης θα προσγειωθεί εκ νέου σε χαμηλά επίπεδα, πλησίον του 1,5%, λόγω της ύπαρξης χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών όπως το εξαντλημένο απόθεμα κεφαλαίου, η γήρανση του πληθυσμού και η φυγή μορφωμένου εργατικού δυναμικού στο εξωτερικό για την αναζήτηση εργασίας. Με τη σειρά τους, οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης φέρνουν αρνητικές συνέπειες στο χρέος και στην ικανότητα εξυπηρέτησής του.
  • -Η όποια μεγέθυνση της οικονομίας επιτευχθεί τα προσεχή χρόνια δεν αναμένεται να οδηγήσει σε αλλαγή του ελληνικού οικονομικού μοντέλου και σε άμβλυνση των ανισοτήτων, καθώς άλλες είναι οι προτεραιότητες και οι επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη σε μια σειρά ζητήματα (Ταμείο Ανάκαμψης, κοινωνικό κράτος, εργασιακές σχέσεις, ασφαλιστικό κ. α). Όπως, όμως, σημειώνει σχετικά η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, «η επαναφορά στην ανάκαμψη δεν αρκεί να ιδωθεί μόνο μέσα από τα συνολικά μεγέθη και τους μέσους όρους, αλλά πρέπει να λάβει υπόψη και τις έντονες ασυμμετρίες μεταξύ κλάδων, νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Το ζήτημα των ανισοτήτων δεν έχει λάβει τη δέουσα προσοχή και ενδέχεται να αποδειχθεί σημαντικότερο στα επόμενα χρόνια. Σε πρόσφατο δοκίμιο εργασίας του ΔΝΤ, διαπιστώθηκε η διαχρονική θετική συσχέτιση μεταξύ πανδημιών και κοινωνικής έντασης. Οι πανδημίες επηρεάζουν αρνητικά την οικονομική μεγέθυνση και εντείνουν την ανισότητα, δημιουργώντας συνθήκες που οξύνουν τις κοινωνικές εντάσεις. Οι κοινωνικές εντάσεις, με τη σειρά τους, προκαλούν πρόσθετες μειώσεις στην οικονομική μεγέθυνση, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Το πρόβλημα μπορεί να εκδηλωθεί εντονότερα σε χώρες με σχετικά αδύναμο θεσμικό πλαίσιο και μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας, όπως η Ελλάδα, και να δημιουργήσει περισσότερες αβεβαιότητες για την επόμενη μέρα».
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet