Johann Chapoutot «Η πολιτιστική επανάσταση του ναζισμού», μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις Πόλις, 2021

 

Χάρι Μούλις «Υπόθεση 40/61: Η δίκη του Άιχμαν», μετάφραση: Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδόσεις Καστανιώτη, 2021

 

Jean-Michel Rey «Η αυτοκτονία της Γερμανίας. Με αφορμή τον Μωυσή του Τόμας Μαν», μετάφραση: Ανδρέας Παππάς, εκδόσεις Στερέωμα, 2021

 

Χανς-Έριχ Καμίνσκι «Ο Σελίν φαιοχίτωνας», μετάφραση: Χαράλαμπος Μαγουλάς, επίμετρο: Νίκος Μάλλιαρης, εκδόσεις Μάγμα, 2021

 

«Το ναζιστικό φαινόμενο», μας υπενθυμίζει ο Γάλλος ιστορικός Γιοάν Σαπουτό, «πέρα από μια αδιανόητη σειρά εγκλημάτων, υπήρξε επίσης ένα αφήγημα και ένα σώμα κανόνων», προσθέτοντας τα λόγια του Γκέμπελς που, αναφερόμενος στην ευθανασία, έλεγε ότι πρέπει «να διαπαιδαγωγηθεί και να εξοικειωθεί ο γερμανικός λαός με αυτά τα μέτρα που, μολονότι σκληρά, είναι αναγκαία». Ο στόχος, εν ολίγοις, των ναζί ήταν να επιφέρουν και συνάμα να εμφανιστούν στην ψυχή του γερμανικού λαού ως μια «πολιτιστική επανάσταση», όπως την αποκαλεί.

Ο Σαπουτό διατυπώνει ξανά την άποψη που έτσι κι αλλιώς έχει αποτελέσει συχνά αντικείμενο συζήτησης: ότι οι ιδέες του ναζισμού «υπήρχαν ήδη, στη γερμανική κοινωνία, όπως και στις δυτικές κοινωνίες γενικότερα», και οι ναζί ήρθαν να τις ενοποιήσουν, να τις συστηματοποιήσουν, να τις κανονικοποιήσουν και τελικά να τις εφαρμόσουν ως κεντρική και οργανωμένη κρατική πολιτική. Ότι δηλαδή ήταν, στην πιο ακραία μορφή και ενοποιημένες σε ένα ενιαίο σύστημα, ιδέες που πατούσαν στον «απάνθρωπο καπιταλισμό», «στη συμφωνημένη μοιρασιά των αποικιακών εδαφών», «στις βιομηχανικές σφαγές» του Πρώτου Παγκόσμιου.

Προσπαθώντας να εμβαθύνει στο αιώνιο μεγάλο ερώτημα («πώς στάθηκε δυνατόν να κινητοποιηθούν εκατοντάδες χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια, άντρες και γυναίκες για εγχειρήματα τόσο τερατωδώς εγκληματικά;»), ο Σαπουτό περιπλανιέται και διερευνά πολλά πεδία, περιγράφοντας την ανάγνωση και την αξιοποίησή τους από τους ναζί: πώς, για παράδειγμα, διάβασαν οι ναζί τον Πλάτωνα και γιατί αναπτύχθηκε η συγκεκριμένη «ναζιστική ερμηνεία» του πλατωνικού έργου; Πώς συγκροτήθηκε μια ριζική «γερμανική» (ναζιστική) αντίληψη για ένα δίκαιο που τελικά «δεν είναι θεμελιωμένο στον Ορθό Λόγο» (ας θυμηθούμε το διαβόητο συνέδριο για την «αποεβραιοποίηση του δικαίου», το 1936); Τι σήμαιναν τα λόγια του Γκέμπελς, ήδη από το 1933, «σβήσαμε το έτος 1789 από τη γερμανική ιστορία»; Πώς οι ναζί θεωρούσαν ότι η «εθνική τους επανάσταση» ακύρωσε «τα αποτελέσματα, τόσο των διεθνών επαναστάσεων (όπως αυτή του 1789), όσο και των διεθνιστικών (όπως εκείνες του 1871 και του 1917)». Πώς, τελικά, οι ναζί οργάνωσαν τη σύγκρουσή τους, μεταξύ άλλων, με τον Διαφωτισμό; Ποια σχέση με την επιστήμη διαμόρφωσαν, π.χ., τα λόγια του Χίτλερ «ο ναζισμός είναι εφαρμοσμένη βιολογία» που οδήγησαν στην αντίληψη για μια «ζωή ανάξια να τη ζεις»; Πώς προέκυψαν οι αναφορές του Άιχμαν στον Κάντ, τον οποίο, κι αυτόν, «διεκδίκησαν» οι ναζί; Τι σήμαινε μια σεξουαλικότητα υποταγμένη στη «δημογραφική αιμορραγία» του γερμανικού λαού, η αναπαραγωγή ως «ιερό καθήκον»; Τι ρόλο έπαιξε ο κινηματογράφος ως εργαλείο προπαγάνδας, «ο Τύπος ευρείας κυκλοφορίας [που] αναλαμβάνει να διαδώσει αυτά τα θέματα και αναθέματα», οι τελετουργικές καύσεις βιβλίων και άλλα πολλά.

 

Η περίπτωση Άντολφ Άιχμαν

 

Για τον προαναφερθέντα Άιχμαν και τη δίκη του έχουν γράψει πολλοί, με πιο γνωστή συμβολή βέβαια εκείνη της Χάνα Άρεντ.

Ο Ολλανδός συγγραφέας Χάρι Μούλις, ένας από τους κορυφαίους της χώρας του, βρέθηκε το 1961 στο Ισραήλ για να παρακολουθήσει τη δίκη του Άιχμαν, ως απεσταλμένος ενός ολλανδικού περιοδικού. Την επόμενη χρονιά, τα άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε βιβλίο, με τίτλο Υπόθεση 40/61: τον αριθμό που είχε η δίκη του Άντολφ Άιχμαν στο πινάκιο του δικαστηρίου της Ιερουσαλήμ.

Ο Μούλις κοιτάζει με το διεισδυτικό του βλέμμα, όχι μόνο τον Άιχμαν, αλλά και τους δικαστές, τον εισαγγελέα, τους άλλους δημοσιογράφους, τους δικηγόρους υπεράσπισης, ενώ επιπλέον ταξιδεύει στο Βερολίνο, στο Άουσβιτς, και τελικά πατάει στη ρεπορταζιακή καταγραφή της δίκης για να αφήνει την πένα του να φεύγει διαρκώς σε σκέψεις που γενικεύουν αυτά που παρατηρεί.

Τα κείμενα της Άρεντ και του Μούλις επικοινωνούν αλλά έχουν και αποκλίσεις: «η ανάλυση της Άρεντ βασίζεται στην ακαδημαϊκή της κατάρτιση. Του Μούλις, στη λογοτεχνική του διαίσθηση», όπως διαβάζουμε στον πρόλογο. Κι όμως, αυτός, ο μάστορας του λόγου, υπάρχουν στιγμές που φτάνει να πει πως «δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια αυτό που εννοώ».

Ωστόσο, η εικόνα που έχει διαμορφωθεί για τον Άιχμαν μέσα από τέτοια κείμενα (ένας ορκισμένος και αμετακίνητος διεκπεραιωτής μιας –σχεδόν μεταφυσικής– «διαταγής» που «αναδύεται σαν κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτόν που τη δίνει και από εκείνον που τη λαμβάνει») έχει αμφισβητηθεί από πολλούς που τη θεωρούν πλαστή, την εικόνα που συνειδητά επιλέγει να δώσει ένας κατηγορούμενος για να σώσει το τομάρι του. «Η δίκη της Ιερουσαλήμ γέννησε μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων την οποία ο Άιχμαν έμοιαζε να ενσαρκώνει τέλεια: εγκληματίας γραφείου, χωρίς συναίσθηση του εγκλήματος που διαπράττει», γράφει ο Σαπουτό.

Ο Μούλις, μεταξύ των πολλών θεμάτων που πραγματεύεται, θέτει και το θέμα της σχέσης των ναζί με τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην «τρομαχτική ζαργκόν» των ναζί και τις επιπτώσεις της στη γερμανική γλώσσα. Επίσης ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην «πιο μαχητική προσέγγιση» του Τόμας Μαν («ήταν ο μόνος που μετά τη φρίκη έδωσε μια έγκυρη εικόνα της»).

 

 Ο εξόριστος Τόμας Μαν

 

Ο Τόμαν Μαν βρίσκεται στο επίκεντρο του βιβλίου Η αυτοκτονία της Γερμανίας, του Ζαν Μισέλ Ρε, το οποίο επίσης συζητάει εκτενώς τη στρέβλωση της γερμανικής γλώσσας από τη «ναζιστική γλώσσα» και τις συνέπειες που αυτό το γεγονός είχε, καθώς «σκοπός της πολιτικής του Τρίτου Ράιχ ήταν να εγκαθιδρύσει έναν νέο τύπο προφορικού λόγου».

Το 1943 ο Μαν προανήγγειλε την έκδοση ενός βιβλίου γραμμένου συλλογικά (από δέκα συγγραφείς από ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία), με τίτλο Οι Δέκα Εντολές, το οποίο θα αποτύπωνε «τις βεβηλώσεις που υφίσταται αυτός ο θεμελιώδης για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια νόμος». Σε αυτό, ο ίδιος έγραφε τη νουβέλα «Ο Νόμος», ένα κείμενο με άξονα τον «ηθικό νόμο και τον ανθρώπινο πολιτισμό», επικεντρωμένο στο πρόσωπο του Μωυσή, μιας μορφής που υπήρξε καθοριστική στην ιστορία του εβραϊκού λαού.

Κρίσιμο ρόλο σε αυτή τη θέση του Μωυσή έπαιξε η γλώσσα. Ο Τόμας Μαν, λέει ο συγγραφέας, γνωρίζει ότι «η συγγραφή εν καιρώ πολέμου απαιτεί αυξημένη επαγρύπνηση όσον αφορά τη χρήση των πιο συνηθισμένων λέξεων» που μπορούν, ανάλογα με τη χρήση τους, να αποτελέσουν «την πρώτη ύλη της προπαγάνδας». Όπως λέει ο Ρε, «η ανάγνωση, και κυρίως η εκπαίδευση στην ανάγνωση ορισμένων συγγραφέων, στα συμφραζόμενα της δεκαετίας του 1930 στη Γερμανία, αποτελεί πολιτική πράξη», αφού «το έργο μερικών συγγραφέων αποκτά προφητική διάσταση σε στιγμές μεγάλης κοινωνικής έντασης».

Αναλύοντας, λοιπόν, μια εποχή που γίνονταν πραγματικότητα οι γνωστοί στίχοι του Χάινε ότι «εκεί που καίνε τα βιβλία / στο τέλος θα κάψουν και ανθρώπους», ο Ρε εμβαθύνει σε πολλές πτυχές τού τι σήμαινε «αυτή η προγραμματική καταστροφή του πολιτισμού ως εφαρμοζόμενη πολιτική από το 1933».

 

Η απέναντι πλευρά

 

Στον αντίποδα συγγραφέων που αναφέρθηκαν παραπάνω, βρέθηκε, βρίσκεται ο Λουί-Φερντινάν Σελίν. «Ο Σελίν ήταν μεγάλος συγγραφέας, αλλά και μεγάλο κάθαρμα»: έτσι ξεκινούσε, το 2007, ένα κείμενό του για τον Σελίν ο Δημοσθένης Κούρτοβικ. Καταξιωμένος λογοτέχνης, έχοντας στο ενεργητικό του μεταξύ άλλων ένα κορυφαίο βιβλίο-τομή, έχοντας γράψει κείμενα που αποτελούσαν ανηλεή κριτική στον καπιταλισμό, τον μιλιταρισμό, την αποικιοκρατία, είχε κερδίσει τον θαυμασμό πολλών στην Αριστερά, προτού εξελιχθεί σε έξαλλο αντισημίτη και δωσίλογο.

Ο αναρχικός αντιφασίστας Χανς-Έριχ Καμίνσκι γράφει το 1938 ένα κείμενο που δεν είναι λογοτεχνική ανάλυση, αλλά κείμενο μετωπικής σύγκρουσης, σαρωτικής καταδίκης των πολιτικών απόψεων του Σελίν, γραμμένο μάλιστα από έναν (πρώην) θαυμαστή του: «ήμουν μεγάλος θαυμαστής του Σελίν και θα επιθυμούσα να παραμείνω», λέει.

Ο Καμίνσκι δεν αναζητά δικαιολογίες: ο Σελίν «έχει πλήρη συναίσθηση όσων εκστομίζει», γράφει, επιχειρεί ωστόσο να αναζητήσει, μέσα στην πολεμική, και κάποιες εξηγήσεις για τη στάση του. Αρκεί όμως αυτή η ερεβώδης «υπαρξιακή γνώση» (φράση του Μίλαν Κούντερα) που υπάρχει στο έργο του Σελίν για να παρακάμψει κανείς, να διαχειριστεί έστω, την απεχθή βιογραφική πραγματικότητα; Αυτά, μεταξύ άλλων, πραγματεύεται το εκτενές επίμετρο, που προσπαθεί να αποτυπώσει τις αντιφάσεις και τις διαδρομές κάθε είδους που οδήγησαν τον Σελίν στις επιλογές του, θέτοντας πολλά ζητήματα που προφανώς αποτελούν αντικείμενο μεγάλης συζήτησης.

Ο Σελίν, βέβαια, υπήρξε μια ακραία περίπτωση, τόσο ακραία που ίσως διευκολύνει και την κρίση, ή τουλάχιστον την τοποθέτηση. Ωστόσο, μην ξεχνάμε πως υπήρξαν πολλοί μεγάλοι συγγραφείς που, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, φλέρταραν με τα σκοτάδια. Τι τους κάνουμε αυτούς; Πώς τους κρίνουμε, με ποια «ισορροπία» κριτηρίων; Είναι ακόμα «μεγάλοι» αυτοί οι μεγάλοι; Αρκεί το εύκολο σχήμα του διαχωρισμού βιογραφίας-τέχνης; Μεγάλη συζήτηση, που γίνεται και θα γίνεται.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet