Ακόμα μία γυναικοκτονία, λοιπόν –η πέμπτη μέσα σε έξι μήνες. Και αν και το έγκλημα σόκαρε την κοινωνία μας, δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο και για το ποιος ήταν ο δράστης τελικά πίσω από αυτό. Πώς, άλλωστε; Αφού, σύμφωνα με τα ανεπίσημα στοιχεία (Sexual Harassment Map), στην Ελλάδα μέσα σε μια δεκαετία (2011 – 2020) έχουν δολοφονηθεί 64 γυναίκες λόγω του φύλου τους. Δέκα το 2020. Ενώ τα παγκόσμια δεδομένα καταγράφουν ότι 137 γυναικοκτονίες διαπράττονται καθημερινώς.

Παρόλ’ αυτά, υπάρχουν ακόμα φωνές που θεωρούν υπερβολή και αχρείαστο τον όρο, καθώς «και άνδρες δολοφονούνται από γυναίκες». Πράγματι, μόνο που δεν δολοφονούνται λόγω του φύλου τους και του κοινωνικού ρόλου που έχει αποδοθεί σε αυτόν, όπως αναγνωρίζεται από πλήθος φορέων πια (Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων, ΠΟΥ κτλ).

Αυτή είναι η κοινωνιολογική εξήγηση. Υπάρχει και η βιωματική: ενώ όλοι προφανώς συγκλονίστηκαν από το έγκλημα στα Γλυκά Νερά, οι άνθρωποι που είπαν «θα μπορούσα να είμαι εγώ αυτή» είχαν συγκεκριμένο φύλο. Και αναλογίζονταν: εκείνον που σήκωσε χέρι, εκείνον που ζήλευε παθολογικά και έγινε εκφοβιστικός, εκείνον που δεν δέχτηκε το «χωρίζουμε» και παρενοχλούσε διαρκώς, εκείνον που δεν δέχτηκε το όχι και βίασε… Αυτές οι συζητήσεις και οι ιστορίες (γιατί οι περισσότερες είχαν να πουν από μία) επικρατούσαν στις παρέες των γυναικών αυτές τις μέρες και όχι απλά τι στιγερό έγκλημα ήταν αυτό. Και μπορεί σε κάποιους να ακούγεται σαν παρατραβηγμένος φόβος, αφού δεν οδηγούν όλες αυτές οι συμπεριφορές απαραίτητα στη διάπραξη γυναικοκτονίας. Ανατρέφονται, όμως, από το ίδιο κοινωνικό πλαίσιο. Αυτό που θέλει τον ρόλο της γυναίκας στις ερωτικές σχέσεις με έναν άνδρα σαν «αντικείμενο του πόθου» που πρέπει να κατακτηθεί και μετά να «βρίσκεται πίσω από αυτόν τον σπουδαίο άνδρα» σαν υποβοηθητικό μέσο για τη ζωή του. Και όποια δεν παίξει καλά αυτόν τον ρόλο, πολλές φορές τιμωρείται… Και κάπως έτσι η πιθανή επιθυμία της Καρολάιν, και της κάθε Καρολάιν, για διαζύγιο, για άλλον σύντροφο, ελευθερία κ.ο.κ. αποδίδεται σαν «απειλή», «προσβολή τιμής», πρόκληση «πάθους» του γυναικοκτόνου και επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί, κοινωνικά και νομικά, σαν ελαφρυντικό.

Αυτή τη φορά, βέβαια, ο όρος σε επίπεδο κοινωνίας φαίνεται να αποκτά όλο και μεγαλύτερο έδαφος. Παραμένει, όμως, σημαντική και η νομική του κατοχύρωση, προκειμένου να μπορεί να υπάρξει καταγραφή και πρόληψη. «Όταν μιλάμε για νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας και στη χώρα μας δεν αναφερόμαστε σε ένα “νέο” αδίκημα, αλλά στον συνυπολογισμό του μισογυνικού κινήτρου ως επιβαρυντικής περίστασης στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Η νομική αναγνώριση του όρου έχει και συμβολικό χαρακτήρα, αφού καταδεικνύει ένα ευρέως διαδομένο και κανονικοποιημένο κοινωνικό φαινόμενο, αυτό της έμφυλης βίας, που στην ακραία της μορφή μπορεί να οδηγήσει σε δολοφονίες γυναικών με μισογυνικά κίνητρα. Στέλνετε το μήνυμα ότι η κοινωνία και η πολιτεία δείχνει μηδενική ανοχή σε αυτά τα φαινόμενα», εξηγεί στην «Εποχή» η Νατάσα Κεφαλληνού, υπεύθυνη επικοινωνίας στο Κέντρο Διοτίμα.

Την αναγκαιότητα, άλλωστε, κάθε δυνατού μέσου για την πρόληψη και εξάλειψη της έμφυλης βίας κατέδειξαν με τον πιο τραγικό τρόπο και οι αλλεπάλληλοι βιασμοί που ήρθαν στη δημοσιότητα αυτή την εβδομάδα. Στα Πετράλωνα, το Κολωνάκι, τον Άγιο Παντελεήμονα… Καθώς δεν υπάρχει κάποιος επίσημος μηχανισμός καταγραφής των περιστατικών έμφυλης βίας, όπως επισημαίνει η Νατάσα Κεφαλληνού, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν υφίσταται αύξηση της έμφυλης βίας στη χώρα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι με την άνθιση των φεμινιστικών κινημάτων παγκοσμίως, υπάρχει μεγαλύτερη ορατότητα/ενημέρωση/ευαισθητοποίηση γι’ αυτά, σύμφωνα με την ίδια.

Η έμφυλη βία και ο βαθύς σεξισμός δεν ήταν τα μόνα στοιχεία, βέβαια, που αναδείχτηκαν με τη γυναικοκτονία στα Γλυκά Νερά και τη διαχείρισή της, αφού κατέδειξε πολλαπλές πτυχές μιας συντηρητικής κοινωνίας: του ρατσισμού, της δημοσιογραφίας της κλειδαρότρυπας, της επιζήτησης τιμωρίας αντί σωφρονισμού. Για όλα αυτά, η «Εποχή» συνομιλεί με την εγκληματολόγο Σοφία Βιδάλη, τον γενικό γραμματέα του Φόρουμ Μεταναστών, Ερμάλ Σουλάι, και την ειδική γραμματέα της ΕΣΗΕΑ, Μάχη Νικολάρα.

 

Τζέλα Αλιπράντη

 

 

 

Σοφία Βιδάλη: «Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά
αποδομεί όλα τα στερεότυπα της ελληνικής κοινωνίας»

 

 

Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά έχει συγκλονίσει την κοινωνία από την αρχή της δημοσιοποίησής του και ακόμα περισσότερο μετά την ομολογία του δράστη. Θα μας κάνετε ένα πρώτο σχόλιο;

Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά συνέπεσε με μια ευρύτερη συζήτηση που γινόταν το τελευταίο διάστημα για την εγκληματικότητα, καθώς είχαν προηγηθεί και κάποιες δολοφονίες με συμβόλαια θανάτου. Είμαστε σε μια φάση που, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους, έχουμε μια πιο έντονη παρουσία του σοβαρού εγκλήματος και ειδικά των ανθρωποκτονιών. Αυτό πρέπει να το δούμε πιο ουσιαστικά το προσεχές διάστημα. Δεν ξέρω αν υποδηλώνει μια αύξηση της εγκληματικότητας ή όχι, όπως και της ενδοοικογενειακής βίας, παρότι ακούγεται έντονα το τελευταίο διάστημα. Υπάρχει μεν ο παράγοντας της πανδημίας και της καραντίνας, αλλά δεν υπάρχει καμία ουσιαστική έρευνα για το ζήτημα. Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά προφανώς είναι ένα ειδεχθές έγκλημα, το οποίο δεν αντιστοιχεί στα γενικά ποιοτικά χαρακτηριστικά του εγκλήματος στην Ελλάδα. Ωστόσο, αν τα πράγματα είναι όπως φαίνονται, δείχνει την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων και το πώς λύνονται τα προβλήματά που ανακύπτουν, αν αναλογιστούμε και άλλα τέτοια εγκλήματα. Πέραν τούτου, το πραγματικό κίνητρο του δράστη μάλλον είναι ακόμα υπό συζήτηση, με βάση τα δημοσιεύματα. Θα περίμενα, ωστόσο, την τελική κρίση των ανακριτικών αρχών, καθώς η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη. Κατά τ’ άλλα εκτιμώ ότι έχει γίνει μια υπερβολική επικοινωνιακή διαχείριση του σε σχέση με τη διάπραξή του. Παρότι, δηλαδή, πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό έγκλημα, δεν είναι δυνατόν να μονοπωλεί τις ειδήσεις εδώ και 40 μέρες.

 

Πράγματι, η δημοσιότητα της δολοφονίας έλαβε εξαρχής μεγάλες διαστάσεις, κατασκευάζοντας, μάλιστα, μια εικόνα περί ευτυχισμένης οικογένειας, που έζησε μια τραγωδία λόγω κάποιων μεταναστών κακοποιών, χωρίς κανένα στοιχείο για όλα αυτά. Τι καταδεικνύει αυτό;

Το έγκλημα αυτό –αν τα πράγματα είναι έτσι όπως δημοσιοποιούνται– έχει αποδομήσει όλα τα στερεότυπα της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία 20 χρόνια: για τον καλό γάμο, για το ποιος είναι ο εγκληματίας, για τα ζητήματα ασφάλειας, για τον ρόλο των προσφύγων και μεταναστών στην κοινωνία κτλ. Η διαχείρισή του έδειξε καθαρά πως υπάρχει μια προκατάληψη απέναντι σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, όπως και ότι η κοινωνία ακόμα επενδύει σε παραδοσιακές αντιλήψεις για τις σχέσεις των φύλων. Δεν είναι κατανοητό π.χ. γιατί θεωρούμε καλό και θεμιτό τον γάμο μιας έφηβης με κάποιον πολύ μεγαλύτερό της. Επίσης, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι όταν σημειώνονται τέτοιες δολοφονίες, υπάρχουν στοιχεία και πριν από αυτήν που καταδεικνύουν ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά η κοινωνία δεν έχει τα ανακλαστικά, ώστε να έχει ως κοινότητα μια αποτελεσματική παρέμβαση, ούτε υπάρχουν πρωτοβουλίες αυτά τα ζητήματα να αποτελούν αντικείμενο διαπαιδαγώγησης στο σχολείο, ώστε να υπάρχει πρόληψη. Αυτό πρέπει να είναι το αντικείμενο της δημόσιας συζήτησης και όχι το πότε έβγαλε ο δράστης το τσιπάκι από την κάμερα. Αυτό θα το αξιολογήσει η αστυνομία.

 

Αντί αυτών των ζητημάτων, όμως, η συζήτηση που βλέπουμε να γίνεται αφορά κυρίως στην αυστηροποίηση των ποινών. Ο υπουργός Δικαιοσύνης, κ. Τσιάρας, είχε μιλήσει, πριν την ομολογία, για αύξηση των ποινών για τα εγκλήματα που προκαλούν το κοινό αίσθημα. Θεωρείτε ότι υπήρξε και πολιτική εκμετάλλευση του γεγονότος από την κυβέρνηση;

Γενικά υπάρχει μια βιασύνη επίδειξης «έργου» στον τομέα της εγκληματικότητας και μια προσπάθεια αυστηροποίησης των ποινικών νόμων, της διαχείρισης των κρατουμένων κ.ο.κ. Αυτό είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο και οι θέσεις της παρούσας κυβέρνησης, που αποτελούσαν εξάλλου μέρους και της προεκλογικής της ατζέντας κατά το μέρος που επικεντρώθηκε στην ασφάλεια ως ζήτημα του εγκλήματος του δρόμου, των αλλοδαπών κλπ. Αυτή, λοιπόν, η ατζέντα φαίνεται ότι εκτιμήθηκε πως επιβεβαιώνεται με αυτό το έγκλημα, όπως και με κάποια άλλα που έγιναν αυτή την περίοδο, και έτσι επιλέχθηκε να γίνουν διάφορες σχετικές δηλώσεις, επικηρύξεις κτλ. Βεβαίως έκαναν λάθος και δείχνει μία μονομέρεια στις αντιλήψεις των πολιτικά αρμοδίων προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση μόνο, και αυτό είναι ένας δείκτης αναξιοπιστίας, κατά τη γνώμη μου. Από εκεί και πέρα, για το ζήτημα των ποινών, δεν καταλαβαίνω γιατί θεωρούμε λίγο το να μείνει κάποιος 15 και 20 χρόνια στη φυλακή. Εδώ λέγαμε για το πόσο ψυχοφθόρος ήταν ο ημι-περιορισμός της καραντίνας και πώς οδήγησε, για παράδειγμα, στην αύξηση της χρήσης ουσιών. Καμία έρευνα πουθενά και ποτέ δεν έχει αποδείξει ότι η αύξηση των ποινών συνετέλεσε στη μείωση της εγκληματικότητας. Επομένως, η συζήτηση περί αύξησης των ποινών είναι προβληματική, μεταξύ άλλων και επειδή διαμορφώνει ένα κλίμα που ταυτίζει τη σοβαρότητα των κυβερνήσεων με την αυστηρότητα των ποινών (πράγμα άκρως παραπλανητικό), ενώ η πραγματικότητα είναι ότι αυξάνουμε τις ποινές γιατί είμαστε ανίκανοι στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Πρέπει, επίσης, να ξεκαθαρίσουμε αν ως πολιτική κοινωνία δίνουμε δεύτερη ευκαιρία στους στυγνούς εγκληματίες. Αν όχι, τότε αυτή η άποψη ταυτίζεται με την επαναφορά της θανατικής ποινής και είμαστε μακριά από τη δημοκρατία. Δημοκρατία δεν είναι μόνο να ψηφίζουμε, αλλά να κατανοούμε την αρνητική διάσταση που έχουν κάποιες κοινωνικές σχέσεις και να παρεμβαίνουμε, ώστε, αν δεν μπορούν να αποκατασταθούν, όπως σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, να εξομαλύνονται.

 

Από την πλευρά της αστυνομίας, πώς κρίνετε τη δράση της; Μετά την ομολογία δηλώθηκε πως εξαρχής υποψιάζονταν τον σύζυγο, αλλά τελικά την ίδια στιγμή βασανιζόταν στην ΓΑΔΑ, προκειμένου να ομολογήσει, ένας μετανάστης.

Στο κομμάτι της εξιχνίασης φαίνεται ότι η αστυνομία κατάφερε μια επιτυχία, πλαισίωσε με στοιχεία την ομολογία, καθώς η ομολογία από μόνη της δεν φτάνει για να καταδικαστεί κάποιος. Επίσης, χειρίστηκε την υπόθεση με την απαραίτητη διακριτικότητα, προκειμένου να μην έχει απώλεια στοιχείων, και αξιοποίησε την τεχνολογία. Ταυτόχρονα, από άλλα γεγονότα επανακάμπτει το θέμα της παράνομης αστυνομικής βίας: ότι αποτελεί πλέον κοινοτοπία οι καταγγελίες σε βάρος της αστυνομίας για την κακομεταχείριση των συλληφθέντων κλπ, που σημαίνει ότι το θέμα έχει συστημικό χαρακτήρα: παράγεται και γίνεται δηλαδή ανεκτό μέσα από τη λειτουργία της αστυνομίας. Το ίδιο χρονικό διάστημα με την υπόθεση της δολοφονίας που συζητάμε, είχε υποβληθεί, άλλωστε, μήνυση στην ΓΑΔΑ για βασανισμό του Β. Μάγγου από αστυνομικούς, που δεν πήρε δημοσιότητα. Το αν αυτό το περιστατικό τώρα ήταν τυχαίο και πώς θα το διαχειρισθεί η ηγεσία της αστυνομίας, θα το δείξουν τα γεγονότα. Σίγουρα, όμως, τέτοιου είδους καταγγελίες είναι συχνές και δυστυχώς δεν βλέπουμε να ανοίγει η σχετική συζήτηση για τη συμπεριφορά των αστυνομικών απέναντι στους πολίτες. Θα πρέπει να δούμε κάποια στιγμή σοβαρά αυτό το ζήτημα και τι είναι προοδευτικό από πλευράς του κράτους Δικαίου για τον ρόλο της αστυνομίας. Αντί αυτού, όμως, στη δημόσια συζήτηση επικρατεί το ζήτημα της ασφάλειας και όλοι ασχολούνται με αυτό μόνο.

 

 

Δημοσιογραφία του θεάματος με πολιτική στόχευση

 

«Γεγονότα όπως η δολοφονία στα Γλυκά Νερά συγκέντρωναν πάντα το έντονο ενδιαφέρον των ΜΜΕ. Από καταβολής Τύπου διατυπώνεται προβληματισμός για διολίσθηση σε κιτρινισμό, ειδικά σε τέτοιες περιπτώσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, έχουμε δύο ουσιώδεις διαφορές, οι οποίες σχετίζονται με τη γενικότερη κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα Μέσα και στην παραβίαση της πολύ αυστηρής, πλέον, νομοθεσίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής», εξηγεί στην «Εποχή» η Μάχη Νικολάρα, ειδική γραμματέας της ΕΣΗΕΑ, για τη στάση των ΜΜΕ για τη γυναικοκτονία της Καρολάιν.

Έτσι, προ ομολογίας, υπήρχε κατακλυσμός δημοσιευμάτων για τον «ευτυχισμένο γάμο», προσωπικές φωτογραφίες και πληροφορίες για τη ζωή του ζεύγους. Μετά την ομολογία, έφτασαν στο σημείο να δημοσιεύσουν ακόμα και αποσπάσματα από το υποτιθέμενο, καθώς δεν έχει υπάρξει διασταύρωση, ημερολόγιο του θύματος (προκαλώντας την άμεση παρέμβαση της ΕΣΗΕΑ).

Η επιλογή αυτή από κάποια Μέσα συνδέεται με ένα ακόμα ζήτημα που τίθεται για την κάλυψη της εν λόγω είδησης και αφορά τα ταξικά – ρατσιστικά χαρακτηριστικά που έλαβε. «Τα σενάρια για αλλοδαπούς εγκληματίες δεν ήταν σενάρια των ΜΜΕ, ήταν η επίσημη θέση της αστυνομίας και η κύρια κατεύθυνση των ερευνών. Παρόλ’ αυτά, το πώς προβλήθηκε από πολλά Μέσα, δείχνει την προθυμία τους να “χρωματίσουν” αρνητικά τις μεταναστευτικές ομάδες. Όταν ο σύζυγος ομολόγησε την γυναικοκτονία, τότε μόνο μια μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ ανακάλυψε ξαφνικά το τεκμήριο της αθωότητας. Πριν δεν ίσχυε, παρά μόνο τώρα που ο δράστης είναι Έλληνας, καθωσπρέπει, με καλή δουλειά και θέση στην κοινωνία. Κάτι που είχε γίνει και με την υπόθεση Λιγνάδη. Δημιουργείται έτσι μια εικόνα σαν να επιχειρείται ξέπλυμα ή και συγκάλυψη», τονίζει η ειδική γραμματέας της ΕΣΗΕΑ.

Πράγματι, παρά την ομολογία, η δημοσιογράφος Ιωάννα Μάνδρου, για παράδειγμα, μίλησε για «φερόμενο δράστη», στον οποίο μάλιστα έβλεπε μία «συγκροτημένη προσωπικότητα», που «δεν είναι για αίματα». Αντίστοιχα, άλλα Μέσα άρχισαν να κάνουν λόγο περί ενδοοικογενειακής βίας εκ μέρους του θύματος σε βάρος της κόρης της, αφήνοντας ουσιαστικά να εννοηθεί ότι ο γυναικοκτόνος παρασύρθηκε από το πατρικό του ενδιαφέρον και υιοθετώντας την υπερασπιστική του γραμμή.

Πέραν του συντηρητικού ιδεολογικού πρίσματος κάποιων ΜΜΕ, που μπορεί να δώσει άλλοθι στον λευκό άντρα που σκότωσε την γυναίκα του, αυτή η στάση οφείλεται και στη διαμόρφωση του μιντιακού περιβάλλοντος σήμερα. «Δυστυχώς ήταν από πριν γνωστό ότι δεν έχουμε την ποιότητα της ενημέρωσης που θέλουμε. Υπάρχουν προβλήματα δεοντολογίας, λογοκρισίας και μονομέρειας στον μιντιακό χώρο. Ενισχύει το πρόβλημα η επιλογή της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει τα ΜΜΕ χωρίς κριτήρια και διαφάνεια, μέσα από τις περιβόητες λίστες. Ο Τύπος στην Ελλάδα ήταν πάντα πολιτικά στρατευμένος, αλλά δεν υπήρχε αυτή μονομέρεια που κυριαρχεί τώρα. Παράλληλα, λόγω των νεών μέσων και του ανταγωνισμού για την γρήγορη είδηση, δεν γίνεται η απαραίτητη διασταύρωση πληροφοριών και έρευνα σε βάθος, με αποτέλεσμα τα Μέσα να μην επιτελούν το ρόλο τους και να χάνουν συνεχώς την αξιοπιστία τους. Γι’ αυτό και τα εγχειρήματα “αργής δημοσιογραφίας”, όπως έχει ονομαστεί, κερδίζουν έδαφος στην προτίμηση του κοινού, σε όλο τον κόσμο», επισημαίνει η Μάχη Νικολάρα.

 

Το έγκλημα δεν έχει πατρίδα

 

Μετά την ομολογία, η αστυνομία δήλωσε πως εξαρχής ο σύζυγος ήταν ο κύριος ύποπτος της έρευνας, αλλά δεν ανακοίνωνε τίποτα επισήμως, μέχρι να «δέσει» η κατηγορία. Και ενώ αυτό ακούγεται ως σωστή διαχείριση της υπόθεσης, παρόλ’ αυτά δεν εξηγεί γιατί εν τω μεταξύ έπρεπε να κάνει λόγο στα ΜΜΕ για αλλοδαπούς σεσημασμένους εγκληματίες (δίνοντας και συγκεκριμένες εθνικότητες), χωρίς να προκύπτει κάτι τέτοιο από κανένα στοιχείο της έρευνας, στηριζόμενοι μόνο στη μαρτυρία του γυναικοκτόνου, εν τέλει, ότι οι δράστες μιλούσαν σπαστά ελληνικά.

Πολύ περισσότερο δε, δεν εξηγεί γιατί βασάνιζαν επί τέσσερις μέρες έναν γεωργιανό μετανάστη, προκειμένου να ομολογήσει ότι είχε διαπράξει τη δολοφονία. Καταγγελία την οποία η αστυνομία σε επίσημη ανακοίνωσή της δεν διέψευσε, αλλά απλώς ανέφερε πως δεν χρειάστηκε νοσοκομείο. Εφόσον, λοιπόν, δεν τον σακάτευσαν εντελώς, όλα καλά καμωμένα και έτσι δεν διετάχθηκε ούτε ΕΔΕ για τα μάτια του κόσμου.

Ποιος, όμως, θα ενδιαφερθεί για τη διερεύνηση τέτοιων περιστατικών και θα πιέσει για την εξάλειψή τους, όταν πέραν της στάσης της αστυνομίας, ρατσιστική ήταν η προσέγγιση του εγκλήματος και από άλλους φορείς της πολιτείας, όπως βέβαια και από μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ. Η πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας, Άννα Ζαΐρη, και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μ. Χρυσοχοΐδης, προ ομολογίας, έκαναν λόγω για στιγερό έγκλημα που δεν συναντάται στην ελληνική κοινωνία, ταυτίζοντας την εγκληματικότητα με τη μετανάστευση και άλλες εθνικότητες σαν ουσιοκρατικό χαρακτηριστικό τους.

«Δεν μας κάνει, δυστυχώς, καμία εντύπωση η στάση του κ. Χρυσοχοΐδη για το ζήτημα όλο το προηγούμενο διάστημα, αφού έχει αποδείξει και παλιότερα την άποψή του με τις επιχειρήσεις “σκούπα” που έστηνε, συλλαμβάνοντας μετανάστες χωρίς λόγο και δένοντάς τους όλους μαζί στη σειρά με χειροπέδες, σαν να είμαστε στον Μεσαίωνα. Το έγκλημα, όμως, όπως αποδείχτηκε ακόμα μια φορά δεν έχει πατρίδα», σημειώνει στην «Εποχή» ο Ερμάλ Σουλάι, πρόεδρος της Αλβανικής Κοινότητας και γενικός γραμματέας του Φόρουμ Μεταναστών.

Γεγονός που φαίνεται να έχει γίνει αντιληπτό από την ευρύτερη κοινωνία της χώρας, σύμφωνα με τον ίδιο, αλλά που υποσκάπτεται από κάποια μίντια, αναζωπυρώνοντας τον ρατσισμό: «Η κατάσταση στην ελληνική κοινωνία έχει σίγουρα βελτιωθεί πολύ μες στα χρόνια όσον αφορά την ταύτιση της μετανάστευσης, κυρίως της αλβανικής, με το έγκλημα. Παρόλ’ αυτά, κάποια συγκεκριμένα Μέσα, γνωστά για το εθνικιστικό – ρατσιστικό τους πρόσημο, φαίνεται ότι είναι διατεθειμένα να εκμεταλλευτούν κάθε αφορμή για να στοχοποιήσουν τους μετανάστες. Αποτέλεσμα αυτού ήταν πολλά παιδιά από την αλβανική κοινότητα να δεχτούν αρνητικά σχόλια για την εθνικότητά τους στο σχολείο το προηγούμενο διάστημα, σε συζητήσεις για τη δολοφονία στα Γλυκά Νερά».

Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet