Οι σχέσεις ανάμεσα στην Ισπανία και στην Καταλονία φαίνεται να βαδίζουν σιγά-σιγά προς μια κάποια κανονικοποίηση μετά από πάνω από μια δεκαετία μεγάλων εντάσεων. Η απόφαση του Πέδρο Σάντσεθ να απονείμει χάρη στους αυτονομιστές ηγέτες, φυλακισμένους για τα γεγονότα του φθινοπώρου του 2017, που εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο την Τρίτη, σηματοδοτεί αναμφίβολα την αρχή μιας νέας περιόδου, μολονότι ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί είναι ακόμη μακρύς και οι απόψεις παραμένουν σαφώς σε απόσταση. Τα εννέα αυτονομιστικά ηγετικά στελέχη μπορούν να αποφυλακιστούν, αλλά, επειδή πρόκειται για μερική χάρη, δεν θα έχουν δικαίωμα να κατέχουν θεσμικές θέσεις, μέχρι να εκτίσουν την ποινή τους –από εννέα έως δεκατρία χρόνια– όπως είχε ορίσει το Ανώτατο Δικαστήριο.

Ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός ήταν πεισμένος για την αναγκαιότητα διαλόγου με την Βαρκελώνη από τις αρχές της πρώτης κυβέρνησής του, τον Ιούνη του 2018, αλλά ο συσχετισμός δυνάμεων στην ισπανική Βουλή, ο έντονος εκλογικός κύκλος την τελευταία διετία, η κατάσταση ανάγκης που δημιουργήθηκε από την κρίση της πανδημίας και οι εσωτερικές διαιρέσεις του καταλανικού αυτονομισμού δυσκόλεψαν πολύ την ταχύρρυθμη πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση. Οι καταλανικές περιφερειακές εκλογές του προηγούμενου Φεβρουαρίου και ο σχηματισμός κυβέρνησης στην Βαρκελώνη, με επικεφαλής για πρώτη φορά τη Ρεπουμπλικανική Αριστερά της Καταλονίας (ERC) διευκόλυναν το έργο του Σάντσεθ.

 

Γιατί οι κινήσεις «συμφιλίωσης»;

 

Παρόλο που η νέα καταλανική κυβέρνηση συνεχίζει να είναι αυτονομιστική και είναι πρακτικά μια επανέκδοση των κυβερνήσεων της τελευταίας δεκαετίας, υπάρχει όντως μια κομβική διαφορά: δεν υπάρχει μόνο το νέο στοιχείο ότι η νέα προεδρία εκφράζεται από το ERC, αλλά και το γεγονός ότι το κόμμα που έχει ως επικεφαλής έναν από τους καταδικασθέντες ηγέτες, τον Οριόλ Γιουνκέρας, ασπάστηκε πλέον την οδό του πραγματισμού, ενώ παραιτήθηκε από την επιλογή της μονομερούς ρήξης με την Μαδρίτη. Ο νέος πρόεδρος της Generalitat, Πέρε Αραγκονές, υπερασπίζεται τη χρησιμότητα του τραπεζιού διαλόγου με την ισπανική κυβέρνηση, παρόλο που θεωρεί τη χάρη ανεπαρκή και διεκδικεί την αμνηστία, εκτός από ένα δημοψήφισμα αυτοδιάθεσης συμφωνημένο με το κράτος, ανάλογο με το σκοτσέζικο μοντέλο.

Ο Σάντσεθ, από την πλευρά του, έχει έναν διπλό λόγο για να ωθεί προς εκείνο που ονόμασε, σε μια ομιλία του στο θέατρο Liceu της Βαρκελώνης μπροστά σε μια πολυάριθμη εκπροσώπηση της καταλανικής κοινωνίας των πολιτών, τη «συμφιλίωση» με την Καταλονία. Από τη μια πλευρά, είναι αναμφίβολο, υπάρχει η «βούληση ομόνοιας και συμβίωσης» για να κλείσει μια επώδυνη για όλη την ιβηρική χώρα περίοδος και για να ανακτηθεί ο πολιτικός έλεγχος ενός ζητήματος που είχε ανατεθεί στα δικαστήρια από την προηγούμενη κυβέρνηση με επικεφαλής το Λαϊκό Κόμμα (PP). Από την άλλη, όμως, είναι προφανές και το πολιτικό συμφέρον: η κυβέρνηση συνασπισμού των σοσιαλιστών και του Unidas Podemos, ουσιαστικά είναι κυβέρνηση μειοψηφίας και βασίζεται στην απαραίτητη στήριξη διάφορων περιφερειακών και εθνικιστικών σχημάτων, συμπεριλαμβανομένων των καταλανών αυτονομιστών. Με τη χάρη, εν ολίγοις, ο Σάντσεθ ενισχύει την πλειοψηφία του εν όψει του δεύτερου μέρους της νομοθετικής περιόδου, σε μια στιγμή κλειδί που σηματοδοτείται από την ανάκαμψη μετά την πανδημία και από την εκκίνηση του Σχεδίου Ανάκαμψης, πάνω στο οποίο όλοι εναποθέτουν πολλές ελπίδες.

 

Θαρραλέα κίνηση

 

Ο Σάντσεθ και ο Αργκονές χρειάζονται ο ένας τον άλλο. Ο πρώτος για να αντέξει μέχρι το τέλος της νομοθετικής περιόδου και για να προστατευθεί από τις επιθέσεις που εξαπολύει σε κάθε ευκαιρία μια δεξιά όλο και πιο barricadera (ΣτΜ ετοιμοπόλεμη) και ενισχυμένη από τη νίκη της στις περιφερειακές της Μαδρίτης του περασμένου μήνα. Ο δεύτερος για να μην υποκύψει στην πίεση των πιο αδιάλλακτων τομέων του αυτονομισμού, ανυποχώρητων υπερασπιστών της μονομερούς οδού, μολονότι αρχίζουν να ακούγονται φωνές έξω από τον χορό: είναι καλό, πράγματι, να θυμόμαστε, ότι το ERC κυβερνά την Καταλονία μαζί με τη δεξιά του Junts per Catalunya (Ενωμένοι για την Καταλονία), το κόμμα υπό την ηγεσία του πρώην προέδρου Κάρλες Πουτζντεμόντ, ο οποίος διέφυγε στο Βέλγιο τον Οκτώβρη του 2017 και σήμερα είναι ευρωβουλευτής, και ότι έχει ανάγκη (το ERC) της κοινοβουλευτικής στήριξης των αντικαπιταλιστών της Candidatura d’Unitat Popular (Υποψηφιότητα Λαϊκής Ενότητας), που βλέπουν με κακό μάτι την πρόσκληση του Σάντσεθ για διάλογο.

Η επιλογή του σοσιαλιστή πρωθυπουργού είναι επομένως θαρραλέα, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι σύμφωνα με διάφορες δημοσκοπήσεις περίπου δύο τρίτα του ισπανικού πληθυσμού είναι αντίθετα με τη χάρη προς τους καταλανούς αυτονομιστές. Ανάμεσα σε αυτά, δεν είναι λίγα τα άτομα που είναι ψηφοφόροι των σοσιαλιστών. Όμως γίνεται αντιληπτή, παράλληλα, και μια μεγάλη επιθυμία να γυρίσουν σελίδα και να μη χαθεί το τρένο της ανάκαμψης μετά την πανδημία. Μάλιστα, η Εκκλησία δήλωσε ότι είναι υπέρ της απόφασης της κυβέρνησης, καθώς και οι ενώσεις επιχειρηματιών, τόσο των Καταλανών όσο και των Ισπανών. Φαίνεται να υπάρχει, δηλαδή, μια βούληση διευκόλυνσης των πραγμάτων, παρά τις διαδηλώσεις της δεξιάς, υπό την καθοδήγηση των ακροδεξιών του Vox, και παρά τη συλλογή υπογραφών του Λαϊκού Κόμματος, αμφότερες πρωτοβουλίες οι οποίες, πρέπει να το πούμε, συγκέντρωσαν λιγότερη συναίνεση από την προβλεπόμενη.

Μια ώθηση, στο παρασκήνιο, έρχεται και από την Ευρώπη που δεν θέλει νέες εντάσεις σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη στιγμή σαν τη σημερινή σε μια χώρα, επιπλέον, που είναι η δεύτερη καθαρά ωφελούμενη από τη βοήθεια του Next Generation EU μετά την Ιταλία. Μάλλον δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης τη Δευτέρα ενέκρινε ένα ψήφισμα το οποίο κρίνει θετικά την απονομή χάριτος, όπου ζητείται η μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τα αδικήματα της ανταρσίας και εξέγερσης –ένας άλλος φάκελος πάνω στον οποίο εργάζεται η κυβέρνηση Σάντσεθ– και η αναστολή των αιτήσεων έκδοσης των αυτονομιστών που έχουν διαφύγει στο εξωτερικό, όπως ο Πουτζντεμόντ. Αυτό το τελευταίο είναι σαφώς ένα από τα πολλά ακανθώδη ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν.

 

Συσχετισμός αδυναμιών

 

Ο συγγραφέας Μανόλο Βάσκεθ Μονταλμπάν περιέγραψε την ισπανική μετάβαση στη δημοκρατία ως ένα συσχετισμό αδυναμιών, πιο πολύ από δυνάμεων, μεταξύ του αντιφρανκισμού, που δεν μπορούσε να επιτύχει την πολυπόθητη ρήξη με τις ελίτ της δικτατορίας, και του καθεστώτος, που θα ήθελε να επιβάλλει έναν φρανκισμό χωρίς τον Φράνκο. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάγκη επίτευξης συμφωνιών και η δημιουργία μιας συναίνεσης, που ήταν δύσκολο να τη διανοηθεί κανείς την εποχή του θανάτου του δικτάτορα, για τη μετάβαση σε ένα δημοκρατικό καθεστώς. Τώρα είναι πιθανό να πρόκειται για ένα νέο συσχετισμό αδυναμιών, του Σάντσεθ και του Αραγκονές, που θα ευνοήσει την αρχή ενός πραγματικού διαλόγου μεταξύ της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης και την επίλυση μιας πολιτικής σύγκρουσης που αφέθηκε ανεύθυνα να γαγγραινιάσει τα προηγούμενα χρόνια. Ο δρόμος εξακολουθεί να είναι ανηφορικός, αλλά η απονομή χάριτος είναι ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς

Στίβεν Φόρτι Ο Στίβεν Φόρτι είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και ερευνητής του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ιστορίας του Νέου Πανεπιστημίου της Λισαβόνας. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet