Αυτή τη στιγμή το κεντρικό στοίχημα της κοινωνικής ασφάλισης είναι η αποκατάσταση της αναλογιστικής ισορροπίας του e-ΕΦΚΑ –το έλλειμμα μπορεί να αγγίξει το ένα δισ.– που έχει πληγεί από την πανδημία. Είναι οι εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης που παρά τις αλχημείες δεν μειώνονται. Είναι το κτίσιμο του ενιαίου φορέα με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων (Κανονισμός ασφάλισης και παροχών). Και η κυβέρνηση τι εισάγει; Την κεφαλαιοποίηση στην επικουρική ασφάλιση. Δηλαδή, για την ατομική επιβράβευση του ασφαλισμένου που προϋποθέτει τη συνεχή παρουσία του στην αγορά εργασίας, καθώς και τη θετική απόδοση των επενδυμένων στις χρηματαγορές εισφορών του. Και τα δύο σχεδόν απουσιάζουν σήμερα από την ελληνική και παγκόσμια πραγματικότητα. Η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από μια επισφαλή απασχόληση, ενώ η αβεβαιότητα κυριαρχεί διεθνώς στις χρηματαγορές. Μπροστά στη αβεβαιότητα που επικρατεί, οι μελέτες που θα παρουσιαστούν έχουν μικρή αξία.  

Οι ένθερμοι υποστηρικτές της κεφαλαιοποίησης υπόσχονται οικονομική ανάπτυξη με τις εισφορές των ασφαλισμένων –να θυμίσουμε ότι με κεφάλαια των Ταμείων χρηματοδοτήθηκε τη δεκαετία του ’60 η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας– μετατρέπουν τον ασφαλισμένο σε επενδυτή, μεταμορφώνουν την κοινωνική ασφάλιση σε αποταμίευση. Κι εν τέλει η κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης συμπεριλαμβάνεται σε μια Έκθεση για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Διερωτάται κανείς: μπορεί μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση να έχει ως στόχο την οικονομική ανάπτυξη; Κατά τη γνώμη μας, όχι. Η κοινωνική ασφάλιση είναι κορυφαίος κοινωνικός θεσμός για την εγγύηση της  ασφάλειας της τρίτης ηλικίας (promoting old age security) που δεν τίθεται στην υπηρεσία της οικονομικής συγκυρίας. Αντίθετα, η κεφαλαιοποίηση οδηγεί στην ανασφάλεια, αφού κανένας δεν θα γνωρίζει εκ των προτέρων τη σύνταξη που θα λάβει στα γηρατειά του.

 

Μισές αλήθειες

 

Με αφετηρία τις προτάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη –το προσχέδιό της συντάχθηκε πριν την πανδημία ή τουλάχιστον πριν αρχίσει να φαίνεται το μέγεθος της υγειονομικής κρίσης– προβάλλονται κάποια ανεπιβεβαίωτα επιχειρήματα υπέρ της κεφαλαιοποίησης, όπως αύξηση συντάξεων, διαφάνεια, οικονομική ανάπτυξη, ενώ αποσιωπώνται σκοπίμως οι σοβαροί κίνδυνοι τους οποίους αυτή περικλείει. Σταθερά προβάλλεται ότι η κεφαλαιοποίηση δεν επηρεάζεται από τη δημογραφία. Στην εκκίνηση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας τίθεται η υπόθεση ότι με την προσθήκη του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στην επικουρική ασφάλιση αντιμετωπίζεται μέρος του δημογραφικού ρίσκου. Πόσο επαληθεύσιμη, όμως, είναι αυτή η παραδοχή; Τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα συντάξεων, παρά την καλλιέργεια αντίθετων εντυπώσεων, δεν μένουν ανεπηρέαστα από το δημογραφικό παράγοντα. Ίσως λιγότερο, ωστόσο, δέχονται κι αυτά δημογραφικούς κλυδωνισμούς. Η μονομέρεια των μεταρρυθμιστών αποσιωπά τις σχετικές βιβλιογραφικές επισημάνσεις (N. Barr – P. Diamond, Reforming Pensions, σελ. 102). Μισές αλήθειες στην υπηρεσία ενός επικοινωνιακού λόγου.

Οι εμπνευστές και σχεδιαστές του νέου συστήματος αναφέρονται στο σουηδικό παράδειγμα. Στην πραγματικότητα, οι σουηδικοί ατομικοί λογαριασμοί που κεφαλαιοποιούν τις εισφορές, καταλαμβάνουν συγκριτικά ένα μικρό χώρο του δημόσιου συνταξιοδοτικού πυλώνα, δεδομένου ότι ανέρχονται μόλις στο 2,5%. Το σουηδικό σύστημα είναι ένα σύνθετο «όλο» με τη δική του λογική και τις δικές του εσωτερικές ισορροπίες. Η Χιλή το 1981 ήταν η πρώτη χώρα που ιδιωτικοποίησε το δημόσιο συνταξιοδοτικό της σύστημα. Για την ακρίβεια, δεν ήταν η ίδια Χιλή πίσω από την ιδιωτικοποίηση, αλλά τα αποκαλούμενα Chicago boys. Δηλαδή, η τάση αυτή δεν προήλθε από κοινωνικές (εθνικές) ανάγκες, αλλά από μια ενορχηστρωμένη νεοφιλελεύθερη πολιτική της Παγκόσμιας Τράπεζας (δημιουργία παραδείγματος). Σήμερα, τα όσα επιχειρήματα προβάλλει η κυβέρνηση υπέρ της κεφαλαιοποίησης, επαναλαμβάνουν κατά βάση επιχειρήματα της Παγκόσμιας Τράπεζας (δημογραφική γήρανση).   

 

Αποσπασματική αντιμετώπιση

 

Η επικουρική ασφάλιση, στην Ελλάδα, γεννήθηκε και ανδρώθηκε με τη λογική της κύριας και δεν μπορεί να απομακρυνθεί από αυτή. Τα Επικουρικά Ταμεία ιδρύθηκαν για να ενισχύσουν τις ισχνές κύριες συντάξεις, Άλλωστε, το ΣτΕ αντιμετωπίζει κύρια και επικουρική σύνταξη συνολικά και γι’ αυτό δεν μπορεί να αλλοιωθεί η επικουρική, χωρίς να επέλθει σοβαρό πλήγμα στην κύρια ασφάλιση.

Ανάμεσα σε άλλες σκόπιμες «αβλεψίες», κι η αποσπασματική αντιμετώπιση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Το τελευταίο είναι ένα «όλο» και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όταν ο πυλώνας της επαγγελματικής ασφάλισης (ΤΕΑ) λειτουργεί με κεφαλαιοποίηση, τι νόημα έχει να την εισάγουμε και στην επικουρική ασφάλιση; Γιατί να δημιουργηθεί ένα ανταγωνιστικό προς τα ΤΕΑ νέο Δημόσιο επικουρικό ταμείο, που θα έχει χαρακτηριστικά επαγγελματικής ασφάλισης; Γιατί να εισάγουμε την κεφαλαιοποίηση στον πρώτο (δημόσιο) πυλώνα; 

Ακόμη, ένα θολό σημείο: ποιος θα αναλάβει τη διαχείριση και ποιες είναι οι δαπάνες διαχείρισης; Ανακοινώθηκε ότι η διαχείριση των επενδυτικών προϊόντων θα γίνεται από έμπειρους επαγγελματίες. Θα είναι οι ασφαλιστικές εταιρείες; Γενικά, οι ατομικοί λογαριασμοί έχουν ένα διοικητικό κόστος το οποίο επιβαρύνει τους ίδιους τους ασφαλισμένους και το οποίο είναι ικανό να μειώσει σημαντικά το σωρευμένο από τις εισφορές κεφάλαιο. Μπορεί να ισχυρίζονται ότι η επικουρική ασφάλιση δεν ιδιωτικοποιείται, αλλά εννοούν την «ιδιωτικοποίηση» με την οργανική της έννοια. Στην ουσία, η επικουρική ασφάλιση με την εισαγωγή της κεφαλαιοποίησης ιδιωτικοποιείται, αφού χάνει τα κοινωνικά της στοιχεία. Η ιδιωτικοποίηση προκύπτει από τη μετατόπιση από ένα σύστημα Pay-As-You-Go (PAYG), διανεμητικό, σ’ ένα σύστημα ατομικά κεφαλαιοποιητικό.

 

Επενδυτικό ρίσκο

 

Σύνταξη-«καζίνο» για κάποιον που επιλέξει το επιθετικό προφίλ. Έτσι, οι συντηρητικοί ασφαλισμένοι (risk aversion) θα προβούν σε συντηρητικές τοποθετήσεις των χρημάτων τους, ενώ εκείνοι που έχουν ροπή προς το ρίσκο, θα επιλέξουν πιο παρακινδυνευμένες επενδύσεις. Οι διαφορετικές συμπεριφορές των ασφαλισμένων κι οι διαφορετικές αποδόσεις των κεφαλαίων θα οξύνουν εντέλει τις ανισότητες, αφού όλοι δεν θα φανούν εξίσου τυχεροί σε αυτό το «παίγνιο». Από την άλλη πλευρά, η προσφορά πολλών επιλογών αυξάνει συγχρόνως και τα περιθώρια λάθους. Μπορεί η κυρίαρχη ιδέα στην επένδυση να είναι εκείνη του συνετού ανθρώπου, επιτρέπει όμως συμπεριφορές πολύ παρακινδυνευμένες. Εξάλλου, για να αποδώσει, η ενεργή συμμετοχή προϋποθέτει μια χρηματοοικονομική παιδεία (financial education). Άλλωστε, είναι πολύ πιθανή και μια παθητική στάση των ασφαλισμένων, όπως παρατηρήθηκε στη Σουηδία.

Με τη μεταφορά του επενδυτικού ρίσκου που απορρέει από την εγγενή αστάθεια των χρηματαγορών στους ίδιους τους ασφαλισμένους, η αξιοποίηση του κεφαλαίου των εισφορών εμφανίζεται διαφοροποιημένη (για κάποιους επικερδής, για άλλους όχι). Ο καπιταλισμός τίθεται στην υπηρεσία της κοινωνικής ασφάλισης. Οι εκτιμήσεις για το μέλλον παραμένουν πάντα παρακινδυνευμένες, γιατί στους κεφαλαιοποιητικούς λογαριασμούς οι αποδόσεις δεν είναι σταθερές, αλλά μπορούν, σε μια κακιά οικονομική συγκυρία, να εξανεμιστούν εύκολα. Ως είναι φυσικό, οι αποδόσεις εξαρτώνται από τις γενικότερες αποδόσεις των χρηματαγορών. Επειδή η απόδοση εκτιμάται σε βάθος χρόνου, μια χρηματοπιστωτική κρίση από μόνη της μπορεί να μη σημάνει πολλά, αλλά να είναι απλώς ένα ατυχές συμβάν. Αν όμως η κρίση είναι δομική, τότε το πλήγμα στο συσσωρευμένο κεφάλαιο των εισφορών εμφανίζεται πιο σοβαρό. Κι όλα αυτά όταν το μέλλον χαρακτηρίζεται από μεγάλη αβεβαιότητα. Σήμερα και αύριο, το κύριο πρόβλημα της κοινωνικής ασφάλισης δεν είναι η επιβράβευση του ασφαλισμένου με θέσπιση κινήτρων, αλλά η ύπαρξη μιας διασπασμένης, ασταθούς και αβέβαιης αγοράς εργασίας. Και τα συνταξιοδοτικά συστήματα σχεδιάζονται πάνω στην πραγματικότητα της αγοράς εργασίας.

 

Ποια η εγγύηση;

 

Η νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού είναι σταθερή και σαφής: η επικουρική ασφάλιση ανήκει στο δημόσιο σύστημα και γι’ αυτό τέθηκε υπό την εγγύηση του κράτους. Διερωτάται, λοιπόν, κανείς ποια θα είναι η εγγύηση που θα παράσχει το κράτος στη κεφαλαιοποιημένη νέα επικουρική ασφάλιση; Αν ο ασφαλισμένος, ακολουθώντας ένα επιθετικό πλάνο επενδύσεων, «πέσει έξω», το κράτος θα έρθει να καλύψει τη «χασούρα του τζογαδόρου» με κάποιο ελάχιστο ποσό; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι καταφατική. Το νέο (επικουρικό) Δημόσιο Ταμείο δεν μπορεί να έχει ευθύνη για το αποτέλεσμα των επενδύσεων. Με άλλα λόγια, το κράτος θα προστατεύει μόνο από την κακοδιαχείριση, ενώ το επίπεδο του μελλοντικού συνταξιούχου θα εξαρτάται από το Χρηματιστήριο.

Άγγελος Στεργίου O Άγγελος Στεργίου είναι καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, με αντικείμενο το Δίκαιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet