Συζητάμε με την Αναστασία Καφέ, συγγραφέα με τη συνεργασία της Β. Γεωργιάδου του βιβλίου «Εκλογική συμπεριφορά» (εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2018), πολιτικό επιστήμονα και μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πάντειο πανεπιστήμιο, για τον παράγοντα «εμπιστοσύνη» στην εικόνα της κυβέρνησης και τον ρόλο της αντιπολίτευσης και των κινημάτων.

 

 

Στην «Εποχή» μάς έχει απασχολήσει αρκετά το θέμα του παράγοντα «εμπιστοσύνη» ως ενός στοιχείου που θα πρέπει να προταθεί στην πολιτική αντιπαράθεση. Η έρευνά σας προς τα πού κινείται;

Η εμπιστοσύνη είναι ένας παράγοντας που μετρά την αξιοπιστία των ανθρώπων. Η εμπιστοσύνη και η δυσπιστία είναι δύο έννοιες που μελετώνται με πολλούς τρόπους. Άλλωστε, πολλές φορές η σχέση εμπιστοσύνης μπορεί να είναι αμφίδρομη. Μπορεί αφενός οι πολίτες να εμπιστεύονται ή να μην εμπιστεύονται τους θεσμούς ή το πολιτικό σύστημα και, αφετέρου, το σύστημα να εμπιστεύεται ή όχι τους πολίτες του. Στο ερευνητικό πρόγραμμα* που μετέχουμε, καταλήξαμε ότι δεν πρέπει να τις μετράμε ως μία έννοια που επεκτείνεται σε έναν οριζόντιο άξονα. Μελετάμε, έτσι, διαφορετικές πτυχές της εμπιστοσύνης. Επιλέξαμε, λοιπόν, να εστιάσουμε σε τρία επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Στο μίκρο-επίπεδο, το οποίο ολοκληρώσαμε, θέλαμε να δούμε τις σχέσεις πολιτών και δημόσιων λειτουργών. Στο μέσο-επίπεδο εξετάζουμε τον ρόλο των κοινωνικών κινημάτων και πώς αυτά μπορούν να καλλιεργήσουν την εμπιστοσύνη, αλλά κυρίως πώς μπορούν να κάνουν παραγωγική τη δυσπιστία μας. Στο μάκρο-επίπεδο εξετάζουμε μαζικές συμπεριφορές. Επιπλέον, στο μίκρο-επίπεδο θα εξετάσουμε κάποιες ψυχολογικές και συναισθηματικές πτυχές, που συμβάλλουν στην εμβάθυνση της εμπιστοσύνης ή στην καλλιέργεια της δυσπιστίας και στο μάκρο-επίπεδο θα μελετήσουμε την εμπιστοσύνη απέναντι στα μίντια και τα fake news.

 

Είμαστε στο μέσο της τετραετίας της κυβέρνησης της ΝΔ. Δύο χρόνια μετά, και ύστερα από μια εξαιρετικά πολωμένη εκλογική αναμέτρηση, ποια η σχέση εμπιστοσύνης των πολιτών με την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα;

Αν κοιτάξουμε στην Ελλάδα την εμπιστοσύνη στους θεσμούς από το 2007 έως σήμερα, αυτή κυμαίνεται ανάμεσα στο 10-20%. Πρόκειται για ιστορικό χαμηλό, ενώ είναι από τα πιο χαμηλά ποσοστά στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Ελλάδα, τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η πλασματική ευημερία είχε ευνοήσει τις αντιλήψεις των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τους πολιτικούς θεσμούς, οπότε η εμπιστοσύνη ήταν σχετικά αυξημένη. Η ριζική πτώση ξεκινά το 2007, μετά τις φοιτητικές κινητοποιήσεις για το νόμο Γιαννάκου και ενώ το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα και το κίνημα κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων ήταν πολύ μαζικό διεθνώς. Καταγράφηκε ένα πικ ανόδου το 2009, όταν κέρδισε το ΠΑΣΟΚ τις εκλογές, με την ελπίδα ότι η εναλλαγή στην κυβέρνηση θα ανατρέψει την ύφεση. Έκτοτε, τα ποσοστά αυτά βαίνουν συνεχώς μειούμενα. Σήμερα, ναι μεν τα ποσοστά είναι πολύ χαμηλά, όμως έχουμε ένα εξωτερικό σοκ, την πανδημία, η διαχείριση της οποίας έχει αλλάξει το κλίμα εμπιστοσύνης· κυρίως απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά και απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Αυτό το είδαμε και σε έρευνα που κάναμε για τη σχέση εμπιστοσύνης των Ελλήνων διασποράς που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, με το πολιτικό σύστημα. Επειδή αυτή η έρευνα διενεργήθηκε και κατά τους πρώτους μήνες της πανδημίας είδαμε πως στην αρχή η αξιολόγηση διαχείρισης της πανδημίας από την ελληνική κυβέρνηση ήταν πολύ θετική, παρότι υπήρχαν αρνητικές αξιολογήσεις για τον τρόπο που αντιμετώπισε τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας. Όταν αυξήθηκαν τα κρούσματα στην Ελλάδα, η εικόνα άλλαξε και ασκήθηκε έντονη κριτική και από τους πολίτες. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο που πρέπει κανείς να επανεξετάσει τον τρόπο που λαμβάνονται πολιτικές αλλά και κατά πόσο αυτές μπορούν να εμπεδωθούν στη συνείδηση των πολιτών. Η εμπιστοσύνη δεν είναι κάτι που κερδίζεται άπαξ, αλλά κάτι που πρέπει να διεκδικεί κανείς συνεχώς, με πολύ κόπο.

 

Η κυβέρνηση εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση, της ανάκτησης της εμπιστοσύνης ή επενδύει στην καλλιέργεια του φόβου, της ανασφάλειας, της επισφάλειας;

Πολύ συχνά η πολιτική εμπιστοσύνη συσχετίζεται με την κοινωνική εμπιστοσύνη. Αυτό σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη που έχουμε απέναντι στον άλλον, τον συνάδελφό μας, τον γείτονά μας, τον συμπολίτη μας, συσχετίζεται πολύ με την εμπιστοσύνη που θα δείξουμε αργότερα στους πολιτικούς θεσμούς. Κάποιοι άνθρωποι, δηλαδή, εμπιστεύονται περισσότερο ή λιγότερο και αυτό περνά στη συμπεριφορά τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Θεωρώ, λοιπόν, ότι τεχνηέντως η κυβέρνηση έκανε επίκληση στην ατομική ευθύνη των πολιτών, γιατί έτσι δεν είχε απολύτως την ευθύνη για όσα συνέβαιναν, αλλά αυτή μετακυλιόταν στους πολίτες. Δεν είναι λίγες οι φορές που πετύχαμε καυγάδες μεταξύ πολιτών στα λεωφορεία ή στα σούπερ μάρκετ, π.χ. για τη χρήση μάσκας.

 

Η πολιτική αξιοπιστία της κυβέρνησης, δημοσκοπικά, εμφανίζεται ακόμα ισχυρή. Ποιες κινήσεις την ευνόησαν;

Επαναλαμβάνω πως αυτοί οι δείκτες δεν είναι στατικοί. Η εικόνα συνεχώς αλλάζει. Νομίζω ότι η κυβέρνηση ευνοήθηκε από τις αλλαγές που έκανε στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, οι οποίες αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρήσιμες κατά τη διάρκεια της πανδημίας λόγω της αναγκαιότητας της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και συναλλαγών. Από την άλλη, φαίνεται πως η κυβέρνηση εμφανίζει σημάδια φθοράς από τον τρόπο διαχείρισης της πανδημίας, λόγω της αύξησης των κρουσμάτων. 

 

Το στοιχείο της απογοήτευσης εντοπίζεται; Αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που ανέτρεψαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αφού δεν υλοποίησε το πρόγραμμα για το οποίο εξελέγη το 2015.

Ας ξεκινήσουμε από το εκλογικό αποτέλεσμα. Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2019 δεν έπεσε, τουλάχιστον όχι τόσο όσο περιμέναμε. Αν θεωρήσαμε ότι υπήρχε καθολική απογοήτευση, θα περιμέναμε να είχε ένα πολύ μικρότερο ποσοστό στις εκλογές του 2019. Αυτό που εντοπίσαμε με συνάδελφο σε μελέτη μας για τις εκλογές του 2019 ήταν ότι υπήρχαν αυξημένες προσδοκίες προς ένα νέο οικονομικό μοντέλο. Ένα τέτοιο μοντέλο υποσχέθηκε ευφυώς η Νέα Δημοκρατία και ευνοήθηκε από το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εφάρμοσε το μοντέλο που πρότεινε το 2015. Νομίζω, λοιπόν, ότι το ευνοϊκό κλίμα που δημιουργήθηκε το 2019 για τη ΝΔ είναι αυτό που της δίνει μέχρι σήμερα κάποιους πόντους. Υπάρχουν κάποιες προσδοκίες ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση αποτυγχάνει να κάνει μια παραγωγική κριτική απέναντι στην κυβέρνηση. Σε αυτό έχει συμβάλει και η πανδημία, που έχει κάνει τα κόμματα να ψάχνουν το βηματισμό τους. Νομίζω ότι τα δύσκολα είναι μπροστά για την κυβέρνηση, γιατί καλείται να αντιμετωπίσει την επερχόμενη πολύ μεγάλη οικονομική κρίση, όταν είχε καλλιεργήσει την προσδοκία ότι βγαίνοντας από τα μνημόνια η χώρα, η οικονομική κατάσταση των πολιτών θα αλλάξει.

 

Η αντιπαράθεση μεταξύ της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδεολογική ή γίνεται στη βάση της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας; Έχω την αίσθηση ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να επιτύχει πόλωση και να αποφύγει την αντιπαράθεση στην εφαρμοζόμενη πολιτική.

Υπάρχει μια τάση στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες, τα κόμματα εξουσίας να συγκλίνουν ιδεολογικά, γιατί συνήθως το μεγαλύτερο κομμάτι της εκλογικής πελατείας βρίσκεται στο Κέντρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε το στοίχημα της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, με την έννοια ότι πολλά από αυτά που υποστήριζε πριν από τις εκλογές του 2015, καταρρίφθηκαν με την πολιτική που ακολούθησε ως κυβέρνηση. Η ΝΔ, από την άλλη, προσπαθεί συστηματικά τα τελευταία είκοσι χρόνια να πετύχει την αποϊδεολογικοποίηση και να αποφύγει την πόλωση. Ο Άντονι Ντάουνς έλεγε ότι τα κόμματα ασκούν πολιτικές για να ασκήσουν την εξουσία, παρά επιδιώκουν να ασκήσουν εξουσία, για να εφαρμόσουν συγκεκριμένες πολιτικές. Φτάνουμε σε αυτό το παράλογο, οι πολιτικές που εφαρμόζονται έχουν στόχο πάντοτε να ξανακερδίσει ένα κόμμα τις εκλογές. Και αυτό είναι μεγάλο μειονέκτημα για το πολιτικό σύστημα.

 

Ένα χαρακτηριστικό του ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα της αντιπολίτευσης, ήταν η αμφίδρομη σχέση που είχε με τα κοινωνικά κινήματα. Υπάρχουν περιθώρια –από τη στιγμή που έγινε κόμμα εξουσίαςνα ανακτήσει αυτή τη σχέση;

Πάντοτε υπάρχει η ευκαιρία και ο τρόπος να αλλάξει κανείς τη σχέση που είχε και με τα κινήματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μπορέσει να καταγράψει και να φτιάξει ένα καινούριο πολιτικό πρόγραμμα, που θα είναι μια απάντηση προς την πολιτική που εφαρμόζει η ΝΔ, αλλά και που θα ξεφεύγει από το πολιτικό του παρελθόν. Αυτή είναι η μόνη στρατηγική για το μέλλον, για τον ΣΥΡΙΖΑ. Αρκεί να είναι ρεαλιστικό και να μπορέσει να το μεταδώσει στην κοινωνία και τα κινήματα, για να μπορέσει να κάνει τις αντίστοιχες διεκδικήσεις μαζί τους.

 

Σημείωση

Πρόκειται για το πρόγραμμα Enlightened Trust in Governance που χρηματοδοτείται από το Πρόγραμμα Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Έρευνα και την Καινοτομία «Ορίζοντας 2020» https://entrust-project.eu/

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet