Δημοσθένης Γεωργόπουλος, Λόης Λαμπριανίδης «Θέλουμε ανάπτυξη; Μια βιωματική εμπειρία με ιστορικές και θεωρητικές αναφορές», εκδόσεις Ποταμός, 2021

 

Τα χρόνια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ο Λόης Λαμπριανίδης διετέλεσε Γενικός Γραμματέας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων στο Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, ο δε Δημοσθένης Γεωργόπουλος ήταν συνεργάτης στην ίδια γενική γραμματεία. Το βιβλίο αυτό συμπυκνώνει ένα μέρος της εμπειρίας από αυτά τα χρόνια της διακυβέρνησης: «αποφασίσαμε να καταγράψουμε την εμπειρία μας», λένε οι συγγραφείς, «χωρίς να λειάνουμε τις γωνίες, αποτυπώνοντας όχι μόνο την όποια θετική συμβολή μας, αλλά και τις παραλείψεις μας, τις αστοχίες, τα εμπόδια και τα προβλήματα που συναντήσαμε».

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία κεφάλαια: «Τρία παραδείγματα σχεδιασμού πολιτικής», «Δημόσιες πολιτικές: Θεωρητικές και ιστορικές επισημάνσεις», «Μέτρα πολιτικής – Συμπεράσματα».

Το πρώτο μέρος, που επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι μόνο, στους αναπτυξιακούς νόμους και ειδικότερα στον νόμο 4399/2016, τον αναπτυξιακό/επενδυτικό νόμο που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον χάρη στις «παρεκβάσεις», τα μικρά εμβόλιμα σχόλια τα οποία αποτυπώνουν ενδεικτικά παραδείγματα από την καθημερινή πολιτική πρακτική «που αναδεικνύουν ότι οι αδυναμίες που παρουσιάζει η λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης είναι απόρροια πολύ πιο σύνθετων προβλημάτων και μηχανισμών, και αφορούν ένα ευρύτερο σύνολο οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων και “παικτών”, πέραν της ίδιας της διοίκησης και, πολύ περισσότερο, των ανθρώπων της». Μερικά χαρακτηριστικά θέματα αυτών των παρεκβάσεων, η δύσκολη διαδικασία διαπραγμάτευσης με τους «θεσμούς» και τους τεχνοκράτες τους, τα προβλήματα στελέχωσης κρίσιμων υπηρεσιών, οι «περιστρεφόμενες πόρτες» (όπου πρώην γενικοί γραμματείς ή υπουργοί επανεμφανίζονται στο υπουργείο αλλά ως δικηγόροι ή στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων πλέον), οι αντιστάσεις στη θέσπιση κανόνων και πολλά άλλα στιγμιότυπα που παραπέμπουν –το λένε και οι ίδιοι οι συγγραφείς– στη σειρά του BBC Μάλιστα, κύριε υπουργέ.

Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συζήτηση για τις «ιδιαιτερότητες» της ελληνικής περίπτωσης όσον αφορά τις δημόσιες και αναπτυξιακές πολιτικές (οι συγγραφείς δεν παραλείπουν να υπενθυμίσουν, όσον αφορά τη «μνημονιακή» περίοδο, τη «στρεβλή λογική της απευθείας και άκριτης μεταφοράς στο εθνικό επίπεδο “ιδεών και πολιτικών” μέσω των μνημονιακών συμφωνιών, συχνά μάλιστα με τη μορφή της νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης, οι οποίες δεν αποτελούσαν οργανικό μέρος μιας ενδογενούς πολιτικής μεταρρυθμίσεων»). Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον έχει η συζήτηση για έναν «νέου τύπου αναπτυξιακό προγραμματισμό», που εκκινεί από ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα, από τη λογοδοσία μέχρι τον ποιοτικό ελεύθερο χρόνο, από το περιβάλλον μέχρι την προστασία του ιδιωτικού βίου από την εισβολή του «καπιταλισμού της επιτήρησης». Αυτός ο ολοκληρωμένος αναπτυξιακός προγραμματισμός δίνει, ευλόγως, νέο περιεχόμενο και βάθος στις συζητήσεις για την εκπόνηση προτάσεων για το μέλλον.

Ένα τέτοιο βιβλίο, ειδικά όταν αφορά το δύσκολο θέμα των επενδύσεων, των κινήτρων κ.λπ., προφανώς μπορεί να χωράει μια ποικιλία από απόψεις, αξιολογήσεις, συμφωνίες, διαφωνίες. Το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι τέτοιες καταγραφές, τόσο πλούσιες σε εμπειρία, προσφέρουν ένα αναβαθμισμένο πεδίο διαλόγου που συνδυάζει θεωρία και πράξη, πληροφορία και ιδέες, διαπιστώσεις και ερωτήματα, δίνοντας έτσι το έναυσμα για μια ευρεία συζήτηση για το τι αναπτυξιακό και παραγωγικό παράδειγμα για τη χώρα πρέπει να επιλέξει η Αριστερά αλλά και πώς να το υποστηρίξει, εξοπλισμένη με εμπειρία και προτάσεις απέναντι στη συντηρητική αντεπίθεση.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet